Vincente-Minnelli.Emma-and-Charles-wedding-feast.

#031 ΜΗΝ ΣΠΡΩΧΝΕΣΤΕ! Η ΠΟΙΗΣΗ ΠΑΝΤΑ ΥΠΟΜΕΝΕΙ!

Η ποίηση ευτυχώς μας βρίσκει, είναι υπομονετική, ξέρει να περιμένει. Όλα τα συγχωρεί και όλα τα υπομένει. Η ποίηση μακροθυμεί, αγαθοποιεί, δεν φθονεί, δεν αυθαδιάζει και δεν επαίρεται. Δεν ασχημονεί, δεν ζητεί κάτι για τον εαυτό της, δεν παροξύνεται και δεν διαλογίζεται το κακό. Δεν χαίρεται την αδικία, χαίρεται την αλήθεια και πάντα ανέχεται, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει και πάντα υπομένει.  Περιμένει στο ταχυδρομείο, στο ράφι του βιβλιοπωλείου και της βιβλιοθήκης μας. «Συγγνώμη για την καθυστέρηση» μας λέει, όπως είπαν οι Ναπολετάνοι για την κατάκτηση του πρωταθλήματος από την ομάδα τους με τον άγιο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα.

Οι εκτιμήσεις γίνονται κάποια στιγμή στις βιβλιοθήκες, όχι σε βιβλιοπωλεία και αίθουσες παρουσιάσεων. Η αξία της ποίησης είναι για πάντα, δεν τελειώνει ποτέ, σε σύγκριση με άλλα υλικά ή θεολογικά αγαθά που μπορούν να χαθούν ανά πάσα στιγμή μέχρι την αιώνια ευδαιμονία, δηλαδή τον παράδεισο. Σε σύγκριση με τις άλλες θεολογικές αρετές, όπως η πίστη, η ελπίδα και η φιλανθρωπία, η ποίηση ως αιώνια αρετή είναι ισχυρότερη και παντοτινή. Η ποίηση είναι μακρόθυμη, είναι ευεργετική και ωφέλιμη.

Η ποίηση δεν εκβιάζεται, δεν βιάζεται, δεν αδημονεί. Δεν επιβάλλεται (με τα συνήθη μέσα). Άρχει. Επικρατεί. Αγάλλεται. Δεν παραγκωνίζει και δεν παραγκωνίζεται. Δεν μοιάζει με τον Σαρκοζί που δίνει κλωτσιές για να μπει στην πρώτη γραμμή στα Ηλύσια Πεδία. Δεν μας απομένουν άλλωστε, παρά τρία πράγματα: η αγάπη, η ελπίδα και η ποίηση. Πιο μεγάλη όμως από αυτά είναι η ποίηση.

Ο ποιητής δεν υβρίζει. Καθυβρίζεται.

***

#032 ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΡΙΔΕΣ

Η ποιητική παραγωγή είναι αντιστρόφως ανάλογη με την κοινωνική αποδοχή του ποιητή. Όσο τείνει να εξαφανισθεί ο κοινωνικός ρόλος του ποιητή άλλο τόσο πληθαίνουν τα βιβλία, οι παρουσιάσεις, τα φεστιβάλ και οι…έριδες! Κάποτε ο λόγος του ποιητή γινόταν ακουστός από την πλειοψηφία του κόσμου. Να το πω διαφορετικά: ο κόσμος περίμενε με αγωνία «τι θαπει ο ποιητής», να πάρει θέση, να τους διαφωτίσει και να τους χαράξει πορεία ζωής. Σήμερα, αν κάποιος γονιός ακούσει από το μοναχογιό του πως θέλει να γίνει «ποιητής» πρώτα θα σκάσει στα γέλια και μετά θα βγάλει το ζωνάρι του να τον δείρει.

Όσο μικραίνει λοιπόν, ο κοινωνικός ρόλος του ποιητή κι έχει ξεπεράσει ήδη το επίπεδο της καρπαζιάς (το γνωρίζουν όσοι έτυχε κάποια στιγμή να τους ξεφύγει και να δηλώσουν στον εργασιακό τους χώρο την «κρυφή» τους ιδιότητα του «ποιητή»), της χλεύης και του προσωπικού διασυρμού, άλλο τόσο οι ποιητές αναλλίσκονται μεταξύ τους σε φιλονικίες και έριδες, για το τίποτα, για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.

Ερρίζουν για ασήμαντα πράγματα επί προσωπικού, κι αυτό είναι το δυσάρεστο: για το βρακί της παρτουζιάρας που την πήραν όλοι εξ’ άπαντες, για τον αν έχει παραβιαστεί το «άβατον» του πισινού τους, τις φολρολογικές τους δηλώσεις και την τυχόν φοροδιαφυγή. Τα πολιτικά τους φρονήματα, για το ποιος τέλος πάντων πήδηξε τις περισσότερες γκόμενες και για το ποιος την έχει πιο μεγάλη. Έριδες που δεν έχουν την αίγλη επί της ποιητικής ιδεολόγιας, που δεν έχουν ορίζοντα το λογοτεχνικό γίγνεσθαι, την αγωνία για την πορεία της Τέχνης που υπηρετούν αλλά τα συμφέροντα του νταή και του ψευτόμαγκα που σύρεται αλυσσοδεμένος σε αίθουσες δικαστηρίων γιατί απλώς ιβρύζει, απειλεί και εκβιάζει. Οι πάλαι ποτέ λογοτεχνικές έριδες κατέπεσαν στις μέρες μας σε κακουργηματικές πρακτικές κατασυκοφάντησης και ποταπού εκβιασμού.

***

#033 ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Πρώτα απ’ όλα ο ποιητής κρίνεται από την ιδιοφωνία του. Χιλιάδες ποιητές αναμασούν κι αντηχούν φωνές άλλων. Τους διαβάζεις μέσα από παράσιτα, όπως γινόταν παλιά με τα τρανζιστοράκια, που ο ένας σταθμός έπεφτε πάνω στον άλλον. Όσο τους διαβάζεις, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τη δική τους φωνή από τις φωνές των άλλων που επικάθονται σαν κηρήθρα στο έσω ους. Πρώτο βήμα λοιπόν, για όλους μας η κατάκτηση της ιδιοφωνίας.

Ο ποιητής λοιπόν που διαθέτει, ας υποθέσουμε ιδιοφωνία, έχει μπροστά του άλλα δύο άλματα. Η ιδιοφωνία, όσο σπάνια κι αν είναι, από μόνη της και πάλι δεν φτάνει για να τον κάνει ποιητή. Για να το πούμε διαφορετικά, η ιδιοφωνία του πρέπει να είναι και πολυφωνική. Δεν φτάνει να είναι μονόχορδα ιδιόφωνος. Πρέπει το έργο του να έχει εύρος θεματικό και βάθος απροσμέτρητο. Να σκάπτει το υπέδαφος πλούσιο σε ορυκτό πλούτο, να πετάει στον αέρα σαν δράκος και να κολυμπά στο νερό σαν την Έστερ Ουΐλιαμς. Να έχει σπάσει τα δάκτυλα του στη μετάφραση, το δοκίμιο, την επιφυλλίδα, το λίβελο και την κριτική.

Ο ποητής που έχει ιδιοφωνία και θεματική πολυφωνία και εύρος έργου για να εγγραφεί στους εκλεκτούς θα πρέπει να αποδώσει και το πνεύμα της εποχής του. Δεν υπάρχει ποιητής εκτός ιστορικού χρόνου. Τη γενιά μας δεν την επιλέγουμε, την χρεωνόμαστε. Ένας ποιητής που γεννιέται σήμερα στο πρώτο ήμισυ του εικοστού πρώτου αιώνα, όσο καλός κι αν είναι (διαθέτει ιδιοφωνία και εύρος φωνής), πάλι δεν θα κάνει τίποτα αν δεν μπορέσει να εκφράσει το «πνεύμα» των ημερών του. Να αποτυπώσει την ιδεολογία και τις θεωρητικές αναζητήσεις της εποχής του. Αν δεν εγγραφεί στην Ιστορία του τόπου του και τη συμπαντική συνείδηση του καιρού του.

***

#034 IN ΚΑΙ OUT

Το να είσαι «μέσα» πολλές φορές δεν σημαίνει τίποτα απολύτως, αλλά το να μην σε παίζουν είναι καταστροφικό για τον εγωισμό σου. Η αίσθηση πως είσαι στην «απέξω» δηλητηριάζει την ψυχοσύνθεση του γραφιά, με αποτέλεσμα να του βγαίνει και στη γραφή, και να αφήνει στον ουρανίσκο του αναγνώστη μια υπόξινη γεύση γιαουρτιού που ξεπέρασε κατά πολύ την ημερομηνία λήξης του. Το να φαίνεται το ονοματάκι σου στην πρόσφατη Ανθολογία Ελληνικών Ποιημάτων, που συμπεριλαμβάνει 611 ποιητές, δεν σημαίνει πως είσαι και καλός ποιητής. Το να μην είσαι ούτε μέσα στους 611, να είσαι δηλαδή ο εξακοσιοστός δωδέκατος, δηλώνει την πλήρη αποτυχία ως προσωπικότητα και ως ποιητής.

Φανταστείτε τι συμβαίνει όταν ο κύκλος στενεύει. Τι γίνεται πχ με την Εταιρεία Συγγραφέων / The Greek Writers Society… Κλαίνε μανούλες σας πληροφορώ. Τυγχάνω να είμαι μέλος με την πρώτη μου υποψηφιότητα του 1994, και από προσωπικό ήθος και δημοκρατική συμπεριφορά, «σταύρωνα» πάντα όλα τα υποψήφια μέλη στις ετήσιες αρχαιρεσίες, φανερά και κάτω από τα βλέμματα όλων των εταίρων οι οποίοι έστηναν πηγαδάκια επιρροής και κατεύθυναν την ψηφοφορία προς τους εκάστοτε εκλεκτούς.  Το να είσαι μέλος στην Εταιρεία Συγγραφέων, για όλους εμάς τους τριακόσιους που είμαστε μέλη της δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Οι υπερχίλιοι που είναι απ’ έξω πίνουν κάθε μέρα χολή και όξο.

Γνωρίζω άτομα που κάνουν κωλοτούμπες κάθε χρόνο για να εκλεγούν. Αλεπούδες με φουντωτή ουρά που κάνουν κρεμαστάρια τα «εύσημα» της μη υποδοχής τους στην Εταιρεία, με το σαθρό δικαιολογητικό πως οι «άξιοι» μένουν πάντα εκτός συναφειού. Κι όμως, το συνάφι πρέπει πρώτα απ’ όλα να σε αποδεχθεί και μετά να σε αποδεχθούν οι αναγνώστες. Έχουν λυσσάξει κάτι parvenue της λογοτεχνίας, κάτι νεόπλουτοι που θέλουν να αποκτήσουν τίτλους ευγενείας, με δυο-τρία επιτυχημένα μαγαζάκια κορνιζάδικων και βιντεοκασετών να χρηστούν τώρα τον τίτλο του λογοτέχνη, στα εβδομήντα τους και χάριν αυτών, έτσι, για να τους μπω ακόμα πιο βαθειά στο μάτι, σκέφτομαι να επαναφέρω στο βιογραφικό μου τη φράση «Μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων από το 1994».

***

#035 ΜΟΡΦΕΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Ο αγαπητός φίλος Παύλος Γερένης με τον οποίο μοιράστηκα ένα φωτεινό ισόγειο, με παλιά τζαμένια πόρτα, στον περιφερειακό του Λυκαβηττού το χειμώνα του 1984,  σχεδίαζε μεταξύ άλλων, να βγάλει ένα λογοτεχνικό περιοδικό, και να προχωρήσει και στην έκδοση μιας ποιητικής ανθολογίας.

Με αυτές τις ιδέες που κυοφορούσε στο όμορφο κεφάλι του προσεταιρίστηκε διάφορους λογοτέχνες της εποχής, οι οποίοι κολακευμένοι του άνοιξαν τις πόρτες των σπιτιών τους και τον τιμούσαν με την παρέα τους. Από κοντά έφτασα να τον πιστέψω κι εγώ, θύμα της ακαταμάχητης γοητείας του. Ο Παύλος προς το τέλος της άνοιξης του ίδιου έτους, έκλεισε το φροντιστήριο Ιταλικών που είχε ανοίξει μόλις πριν έξι μήνες στη Σόλωνος, πήρε το μεγάλο του γιο που έμεινε μαζί μας και πήγε να συναντήσει τη γυναίκα του που με το μικρό τους γιο στην Ιταλία.

Τον συνάντησα δέκα ακριβώς χρόνια αργότερα, το 1994, στο φιλόξενο σπίτι του Γιάννη Μαράβα στην Καλαμάτα, εντελώς τυχαία, και βγάλαμε και κάποιες φωτογραφίες γύρω από το πλουσιοπάροχο τραπέζι του κοινού μας φίλου. Έκτοτε δεν έτυχε να ξανανταμώσουμε. Μαθαίναμε κατά καιρούς πως ζούσε στην Αυστρία, και στην Οξφόρδη όπου φοιτούσαν οι δυο του γιοί και επισκεπτόταν και τη Βερόνα όπου εξακολουθούσε να ζει η Ιταλίδα γυναίκα του. Μου είχε στείλει ταχυδρομικώς δυο συλλογές τυπωμένες στην Ιταλία, μία με ποιήματα και μία με διηγήματα. Το σχέδιο να τις μεταφράσω εγώ στα Ελληνικά σε ένα παιγνίδι αντικατοπτρισμού δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, όπως συμβαίνει συνήθως με τα σχέδια. Όπως συνέβη και με την ματαιωμένη άσκηση εξουσίας στη λογοτεχνία με τη μορφή περιοδικού και ανθολογίας.

***

#036 ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;

Συνομήλικος ποιητής, καναδυό χρόνια μεγαλύτερός μου, που επέστρεψε πριν από μένα στο χωριό του, αφού έδρεψε για δεκαετίες τις δάφνες στην Αθήνα, με εξομολογητική διάθεση μου απευθύνει το ερώτημα του Λένιν: «Και τώρα τι κάνουμε, Παστάκα;» Το παράπονό του είναι πως σύντομα θα τον ξεχάσουν, αν δεν τον έχουν ήδη ξεχάσει οι φίλοι του στην Αθήνα. Τα βιβλία του έχουν εξαφανισθεί προ καιρού από τα βιβλιοπωλεία, μόνο στο χωριό του τον αναγνωρίζουν για ποιητή και οι αναφορές που γίνονται σε αυτόν από τους φίλα προσκείμενους δημοσιογράφους των τοπικών φύλλων μόνο θυμηδία προκαλούν στους συντοπίτες του.

Του είπα να συνεχίσει να γράφει, να κάνει αυτό που έκανε μέχρι τώρα. Ήθελα να του φανερώσω το κόλπο που έκανε υπέργηρος ποιητής που όψιμα φιλοδοξούσε να κατακτήσει το ποιητικό στερέωμα της Ελλάδας, μετά από εξήντα χρόνια λιανικού εμπορίου σε ηλεκτρικά ήδη, και κατάφερε να είναι στην πρώτη θέση των ευπώλητων του ΙΑΝΟΥ: αγόραζε ο ίδιος από το βιβλιοπωλείο στη Σταδίου, εβδομήντα (αριθμητικώς 70), αντίτυπα της προσωπικής του συλλογής κάθε δεκαπέντε μέρες. Κρατήθηκα, και δεν του το ανέφερα τελικά, γιατί θα το έπαιρνε προσωπικά και θα με παρεξηγούσε.

«Εσείς οι Έλληνες», έλεγε η Ιταλίδα γυναίκα μου «όλο τι-να-κάνουμε, λέτε» και σήκωνε κοροϊδευτικά τους ώμους της μιμούμενη άριστα τον ραγιαδισμό μας. Τι να κάνουμε; Οι γέροι παραπονιάρηδες και ξινισμένοι ποιητές  κάποιες φορές γίνονται γελοιότεροι των νέων. Η έπαρση του γέρου ποιητή μας προκαλεί ασταμάτητα γέλια. Έως δακρύων.

***

#037 Ο ΣΕΑΥΤΟΝ  ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΜΕΝΟΣ (Σέρβικο ανέκδοτο)

Ο εξηντάρης χοντρός και φαλακρός ποιητής εκεί που έτρωγε στη Λέσχη της Ένωσης Γιουγκοσλάβων Συγγραφέων, ένα απριλιάτικο μεσημεράκι προς απόγευμα με μια σπάνια λιακάδα στο Βελιγράδι, αισθάνθηκε να τον διαπερνάν τα βέλη του έρωτα. Η ψηλή, δίμετρη ξανθιά ποιήτρια που έγινε μέλος της Ένωσης στα είκοσι δύο μόλις της χρόνια, πέρασε σαν οπτασία από μπροστά του, ξαναγύρισε και κάθισε μαζί του στο τραπέζι, μια και δεν υπήρχαν άλλες κενές θέσεις να απολαύσει το μεσημεριανό της. Ο ηλικιωμένος ποιητής έβγαλε από την τσέπη του το μεταξωτό λευκό μαντήλι με τα αρχικά του ονοματός του κεντημένα με χρυσή κλωστή, να σφουγγίσει τον ιδρώτα από το μέτωπό του, και με όλο το θάρρος τής πρότεινε να βγουν την ίδια μέρα, να περάσει από το σπίτι του να της δείξει τη βιβλιοθήκη του κλπ, αλλά η νεαρά ποιήτρια αρνήθηκε κατηγορηματικά την πρόσκλησή του.

Ο ηλικιωμένος και χιλιοβραβευμένος στη χώρα του ποιητής, εξομολογήθηκε την απελπισία του σε συνάδελφό του πετυχημένο πενηντάρη μυθιστορηματογράφο, ο οποίος κατανόησε τη γεροντική του κάψα και προσφέρθηκε να τον βοηθήσει ανιδιοτελώς. Πράγματι, την επόμενη μέρα η νεαρά ποιήτρια ήταν πολύ ευγενική με τον ποιητή μας: αποδέχθηκε την πρόσκλησή του, πέρασε κι από το σπίτι του όπου δεν θαύμασε μόνο τη βιβλιοθήκη του πολυβραβευμένου ποιητή μας, αλλά και τα υπόλοιπα δωμάτια με μια ταχεία επίσκεψη (λόγω της πρόωρης εκσπερμάτισης του γέροντα), και στην κρεβατοκάμαρα. Κατενθουσιασμένος την επόμενη στην Ένωση Γιουγκοσλάβων Συγγραφέων στο Βελιγράδι, ευχαρίστησε τον πεζογράφο για τη διαμεσολάβισή του στη νεαρά ζητώντας του από περιέργεια να του πει πως την έπεισε να υποκύψει στα θέλγητρά του. «Της είπα πολύ απλά και εμπιστευτικά πως θα κερδίσεις το Βραβείο Νόμπελ, φέτος τον Οκτώβριο».

Ο φαλακρός, χοντρός, διάσημος και εξηντάρης ποιητής μας αποσβολωμένος τον ρώτησε: «Αλήθεια θα μου δώσουν το Νόμπελ φέτος;»

***

#38 ΠΑΡΑΙΝΕΣΗ ΚΑΙ ΕΠΑΙΝΟΣ

«Αφήστε έναν νέο ποιητή στην ησυχία του», μας έλεγε πριν εκατό χρόνια ο Έζρα Πάουντ: μην τον εκθειάζεται, μην τον τραβολογάτε από δω κι από κει, αφήστε τον να γράψει. Εκατό χρόνια μετά τα πράγματα έχουν πάρει άλλη τροπή: ο νέος ποιητής κάνει τα πάντα για να δημιουργήσει θόρυβο γύρω από το όνομά του. Δεν αντέχει τη σιωπή του σπουδαστηρίου και την ομφαλοσκόπηση της γραφής. Από ιδιοσυγκρασία και αγάπη για την τέχνη εδώ και δώδεκα χρόνια προτρέπω νέους ποιητές να γράφουν και να δημοσιεύουν. Η παραίνεση, η ενθάρρυνση που δίνω σε νέους ώστε να ασχοληθούν με το γράψιμο είναι παροιμιώδης. Πολλοί γνωστοί μού λένε πως είμαι ικανός να κάνω ως και την πεθερά μου να γράψει. Άλλοι πάλι με κατηγορούν πως έχω διαπράξει μεγάλα εγκλήματα με το να προωθώ νέους (ένας μάλιστα εξ’ αυτών, ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης κατονομάζει μία προς μία τις εγκληματικές μου ενέργειες), και ξέρω πως έχω εξασφαλισμένη μια θέση στην κόλαση μόνο και μόνο γι αυτό.

Προσπαθώ να δικαιολογηθώ υποστηρίζοντας πως είμαι πολύ ακριβός στον έπαινο. Πως ένα πράγμα είναι η δημοσίευση κι άλλο η διάκριση. Πως είμαι δημοκρατικός στην πρόσβαση (όλοι έχουν δικαίωμα στην δημοσιότητα) και αριστοκρατικός στην κρίση (τον έπαινο θα τον λάβουν οι πραγματικά λίγοι καλοί). Αυτές οι λεπτές διακρίσεις δεν γίνονται εύκολα αντιληπτές. Οφείλω να ομολογήσω πως πολύ συχνά, αν όχι στην πλειονότητα των περιπτώσεων των νέων δημιουργών η ενθάρρυνση που δέχονται από μένα εκλαμβάνεται ως διαβατήριο προς τη λογοτεχνία: νομίζουν πως ανέβηκαν στο τραίνο επειδή τους έδωσα ένα χέρι να ανέβουν στο βαγόνι εν κινήσει. Πολύ γρήγορα ωστόσο αντιλαμβάνονται με τρόμο πως το βαγόνι που εποχούνται μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποσυνδεθεί από τον συρμό και το τρένο να συνεχίσει την πορεία του με άλλα βαγόνια, με άλλους συνεπιβάτες.

Μην εμπιστεύεστε τα χέρια που σας βοηθούν να προλάβετε το τρένο. Υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να σας ανεβάσουν σε λάθος βαγόνι.

***

#39 ΟΙ «ΠΑΡΕΟ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ»

Ο παρεο-λογοτέχνης είναι πάντα πληθυντικού αριθμού. Δεν υφίσταται ως μονάδα. Έλκει την ταυτότητά του από την παρέα άλλων λογοτεχνών. Οι λογοτεχνικές παρέες πλέον δεν αντιπροσωπεύουν καμία λογοτεχνία, στήνονται ευκαιριακώς όπου υπάρχει ουρά και συνωστίζεται κόσμος: στην εφορία, στις τράπεζες, στα ασφαλιστικά ταμεία. Στην ουρά που σχηματίζεται έξω από την πόρτα της αιωνιότητας. Εκεί πράγματι υπάρχει μεγάλη αναμονή: αναφέρουν οι θρύλοι πως χιλιάδες επί χιλιάδων καρτερούσαν μια ολόκληρη ζωή και δεν είδαν ποτέ να ανοίγει η Πύλη της δόξας. Η επιμονή που επιδεικνύουν οι παρεο-λογοτέχνες είναι παροιμιώδης: αντέχουν το αγιάζι και την παγωνιά, τους πενήντα βαθμούς υπό σκιά, τίποτα δεν τους τρομάζει και δεν τους καταβάλει. Παραμένουν όρθιοι με την ακράδαντη πίστη πως κάποια στιγμή η Πύλη της αιωνιότητας θα ανοίξει μόνο γι αυτούς. Έχουν καταγραφεί στα χρονικά ομαδικές δολοφονίες παρεο-λογοτεχνών που καταπατήθηκαν από άλλους παρεο-λογοτέχνες μόνο και μόνο επειδή έπεισαν ο ένας τον άλλον πως ακούστηκαν να κουνιούνται οι βαριές αλυσίδες της πόρτας. Άλλες φορές δεν χρειάζονται καμία αφορμή, ως γνωστόν κάθε τόσο οι παρεο-λογοτέχνες σκοτώνονται μεταξύ τους άνευ λόγου και αιτίας.

Την ώρα που ο Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι στο τέλος της δεκαετίας του πενήντα, έξω από ένα μπαρ ωρυόταν πως  «χρειάζεται ένας ολόκληρος αιώνας για να φτιαχτεί ένας ποιητής, με όλο το υγιές και σάπιο αίμα ενός ολόκληρου αιώνα», ο Βιτόριο Σερένι ήταν ο πρώτος που κατέγραψε την εμφάνιση αυτού του είδους των παρέο-λογοτεχνών. Τους είδε τρεις-τρείς να περνούν αγκαζέ στο απέναντι πεζοδρόμιο, να σφιχταγκαλιάζονται και να ανταλλάσσουν γλοιώδη επιφωνήματα θαυμασμού ο ένας για τον άλλον, σε ένα ποίημα που είχα μεταφράσει για κάποιο τεύχος της «ποιητικής».

Ξεφύγετε από τις παρέες. Βγείτε από την αγέλη. Έτσι κι αλλιώς μόνον για έναν από όλους εσάς θα ανοίξουν οι Πύλες.

***

#40 Η ΣΥΝΤΑΓΗ ΤΟΥ ΣΑΡΛ ΜΠΟΒΑΡΙ

Ο Γκιστάβ Φλομπέρ για να επισημάνει την μετριότητα του ιατρού-συζύγου της Μαντάμ Μποβαρί, Σαρλ, γράφει σε κάποιο σημείο του μυθιστορήματος πως «ο γιατρός δεν άλλαζε τη φαρμακευτική του αγωγή και επέμενε σ’ αυτή παρ’ όλη την αρνητική πορεία του ασθενούς». Φοιτητής Ιατρικής στη Ρώμη εκείνα τα χρόνια, έβαλα καλά κατά νου την χολώδη παρατήρηση του Φλομπέρ και την υιοθέτησα καθ΄ όλη την άσκηση του επαγγέλματός μου: δεν δίστασα να αλλάζω φαρμακευτική αγωγή, να πειραματίζομαι ακόμη και με ανορθόδοξες θεραπείες (την στέρηση ύπνου στους καταθλιπτικούς π.χ.).

Ο Φλομπέρ ήταν γιος ενός διάσημου χειρουργού και γνώριζε πολύ καλά, από τις κουβέντες του πατέρα του, τις συμπεριφορές των γιατρών και τα αδύναμα σημεία τους. Στοχεύοντας στην συνταγή του Σαρλ Μποβαρί, μας αποκαλύπτει όλη την ατολμία του σαν γιατρού κι όλη την βαριεστιμάρα που προκαλούσε στη σύζυγό του Έμα Μποβαρί, ακολουθώντας την ίδια τακτική και στο κρεβάτι.

Διακρίνω αμέσως τον λογοτέχνη που ακολουθεί πιστά τη συνταγή της επιτυχίας, τον πεζογράφο που αναμασάει ευρήματα, τον ποιητή που προσαρμόζει τα άσματά του στον ορίζοντα αναμονής. Χρόνια τώρα τους βλέπω στα μέσα και στα έξω, ανίκανοι να προσθέσουν έστω ένα λιθαράκι το βωμό της γραφής: με την ίδια συνταγή η Τέχνη παραμένει απλώς μια προσωπική φιλοδοξία που απέχει πολύ από το να αντιπροσωπεύσει τη δημιουργία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s