5887-800

Τις προάλλες περπατούσα στην Ομόνοια μετά από χρόνια. Όχι, δεν έψαχνα την πρέζα μου, δεν περπατούσα με το γιούφι (έτοιμο για χρήση όσο το δυνατό πιο γρήγορα) σε εύκολη θέση στα ιμάτια μου. Αντίθετα, περπατούσα χωρίς βιασύνη και άγχος με πενιχρό χαρτζιλίκι στην τσέπη, ατάραχος, πίνοντας αργά ένα μεγάλο κουτί 7% μπύρα Α, και καπνίζοντας απανωτά άφιλτρα Καρέλια Αγρινίου, την μάρκα που τραβάω τ’ αρχίδια μου να τη βρώ, μετά το μποϊκοτάζ που έκανα στα αμερικανικά καπνά της Χρυσής κασετίνας, επίσης άφιλτρου, τότε που τα είχα όλα ωραιοποιημένα και πίστευα ότι όχι δεν τρέχει και τίποτα να χτυπάς ενέσεις στις στοές του πολυαγαπημένου ομφαλού της Αθήνας που λέγετε Ομόνοια και ταυτόχρονα να κάνει πολιτιστικό ρεπορτάζ (για τα φράγκα και μόνο, και αυτά για να πληρώνεις τις εξαρτήσεις σου) στην σχεδόν φασιστική (επίσημα Ν.Δ.) φυλλάδα Απόφαση. Και βέβαια το πλήρωσα ακριβά.

Εκεί που περπατούσα πάνω στην πλατεία, το μάτι μου κολλά σε ένα ζευγάρι που την έχει αράξει με φραπεδάκια (11η πρωινή γαρ). Εκείνη ρωσιδα καυλιάρα 40αρα με μεγάλο ντεκολτέ με κάτι λαχταριστές στητές βυζάρες εκείνος ένα νεαρός 25αρης Σύριος με στενό ξεκούμπωτο έως χαμηλά μαύρο πουκάμισο με πετσί στο λαιμό και μια τρίχα όνειρο, γυμνασμένο κορμί, τατουάζ στους βραχίονες. Απέφυγα να σκεφτώ την μπαρόβια Γιώτα, με βυζάρες για καθημερινή μαλάκια, μακαρίτισα στα 22 της και το Νίκο φορτηγατζή (που επίσης προτιμούσε ενδυματολογικό κώδικα σαν του Σύριου) που τώρα στο φορτηγό ακούει Εν Λευκώ γιατί πιστεύει ότι έτσι αναβαθμίζεται και δεν έχει ιδέα από την καύλα της λαϊκότητας των φορτηγατζήδων γιατί… έτσι την είδε. Και τις δυο τους είχα ερωτευτεί. Στα 90’s. Ξεκόλλησα το μυαλό μου. Στην πλατεία υπάρχει πρέζα να πιεί και η μάνα μου και δεν θέλω υποτροπές.

Αντίθετα, μου ήρθαν στο μυαλό, διαβάσματα των 90’s, τότε που επαναστατούσα, και συγκεκριμένα τα βιβλία του Γιώργου Χρηστέα. Αλήτη των πλατειών, των μπαρ. Γράφει για μια Ελλάδα υπαρκτή άλλα αθέατη, εμπειρικά. Τον χαρακτήρισαν τον Έλληνα Μπουκόφσκι. Με μια γαρνιτούρα από Μπάροουζ. Με το ερωτισμό του Καβάφη, την λαϊκότητα του Καφάση, την κατανόηση των αρχαίων για το μοιραίο. Του Σιδηρόπουλου για τα πάθη.

Έψαξα και τον βρήκα. Δώσαμε ραντεβού. Αρκετά πρωΐ. Σε ένα λογοτεχνικό καφέ την Πλατείας Εξαρχείων. Πήγα πρώτος. Όταν ήρθε έπαθα. Τον φανταζόμουν χαρακωμένο, νέο, γέρο. Εκείνος όμως όχι. Μια γλυκιά μούρη που θυμίζει τον Αλέξη Δαμιανό σε μέση ηλικία. Φωνή σαν του Μπουκόφσκι. Πράα, ήρεμη γλυκύτατη. Έπαθα, όσο και όπως όταν άκουσα φοιτητής τον Μπουκόφσκι να διαβάζει ποίηματά του. Αλλιώς την φανταζόμουν. Αλλιώς τον φανταζόμουν. Μύριζε αφρόλουτρο και κολόνια. Έρχεται η σερβιτόρα. Παραγγέλνω φραπέ και ο Χρηστέας φυσικό χυμό πορτοκάλι χωρίς πάγο. Εδώ και χρόνια έχει κόψει το αρρωστημένο αλκοόλ μου λέει. Βγάζει τα τσιγάρα του. Καπνίζει ελάχιστα. Βγάζω τα τσιγάρα μου. Καπνίζω μέχρι πνιγμού. Βλέπω την μάρκα. Ηρεμώ. Και οι δύο προτιμάμε Καρέλια. Εκείνος Χρυσή κασετίνα ελαφρύ και εγώ άφιλτρα Αγρινίου. Σπάει ο πάγος με κουβέντα για τον Λεωνίδα Χρηστάκη. Για κείνον, το Ιδεοδρόμιο ήταν αγαπημένο ανάγνωσμα, για μένα το Χάρβαντ και η Σορβόννη μαζί, του είπα πως από εκεί ξεκίνησα την «καριέρα» μου με τον Λεό και την Άσπα, την σύντροφο του Λεό να επιλέγουμε ύλη, εγώ στα 10 από τα 12 τεύχη της τελευταίας βερσιόν των Times των Εξαρχείων που λεγότανε Ιδεόδρόμιο. Ανοίγω το μαγνητόφωνο. Μου ζητά να του μιλάω στον ενικό και να τον αποκαλώ Γιώργο.

Γεννήθηκες; Στοιχεία βιογραφικού….

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1957. Καταγωγή από Μάνη. Μεγάλωσα στα Πατήσια σε μια εποχή που λειτουργούσε ακόμα η γειτονιά, και η εφηβεία μου συνέπεσε με την χούντα. Άγρια εποχή. Εποχή των μεγάλων αλλαγών. Τότε, λίγο να ήσουν ακούρευτος, σε κουρεύανε στο δρόμο. Πήγαινα σχολείο στην Λεόντειο, ένα αυστηρό σχολείο στα Πατήσια, σε μια αυστηρή οικογένεια που όμως ο πατέρας μου είχε πάρα πολλά βιβλία στην βιβλιοθήκη του και διάβαζα πάρα πολύ από μικρός, ήμουν καλός μαθητής και γύρω στα 16 επαναστάτησα δηλαδή δεν με κάλυπτε η ζωή έτσι όπως μας την παρουσίαζαν οι πάντες. Είχα και εμπειρία στο Πολυτεχνείο τότε, είδα τον κολλητό μου να σκοτώνεται από τις σφαίρες των φασιστών^ είχαμε κάνει κοπάνα από το σχολείο, πήγαμε στο Πολυτεχνείο να μοιράσουμε λεμόνια στους φοιτητές. Υπήρχε στρατιωτικός νόμος, διαδηλώσεις, ένας χαμός. Φτάσαμε στο Πολυτεχνείο όλη η παρέα, όλοι φύγανε –φοβηθήκανε- και έμεινα εγώ με τον εν λόγω φίλο τον Αλέκο –αυτό ήταν το όνομά του. Δώσαμε κάτι λεμόνια και όπως φεύγαμε στον ΟΤΕ απέναντι, οι χούντα έριχνε σφαίρες αδέσποτες. Βλέπω τον Αλέκο και πέφτει κάτω νόμιζα ότι έπεσε και του λέω «σήκω ρε…» αλλά είχε φάει σφαίρα στο συκώτι, (εγώ είχα προλάβει να κρυφτώ πίσω από αμάξι), έλεγε «πονάω» βρίσκουμε ένα αμάξι με τα χίλια ζόρια, τον πάμε στο ΚΑΤ και εκεί ξεψύχησε. Ήταν ένα μεγάλο σοκ. Θυμάμαι ότι πήγα σπίτι και δεν το είπα σε κανέναν, τι να πω;. Αυτή η εμπειρία μ’ έκανε να σκεφτώ ότι η ζωή αν είναι να φεύγει έτσι καλύτερα να την γλεντήσουμε. Σκοτώνουν ανθρώπους και δεν τιμωρείτε κανείς. και εκεί γύρω άρχισα να κάνω τις πρώτες μου αλητείες, στην αρχή με μια παρέα από το σχολείο, παιδιά αστών, μεγαλοαστών, εφοπλιστών κοκ. Με αυτούς αλητεύαμε. Όλοι ομοϊδεάτες. Τότε ήταν τα σφαιριστήρια, τα μπιλιάρδα, διάφορα υπόγεια καπηλειά που πηγαίναμε, πηγαίναμε στις γυναίκες, ψάχναμε να πιούμε κάνα τσιγάρο (τότε στην νεολαία ήταν τραγικά δύσκολο να βρεις), συνήθως ψάχναμε μέρες στην Πλάκα, ήμουν λίγο μποέμ, χωρίς βέβαια να παρατάω και την ασφάλεια του πατρικού σπιτιού. Εδώ θέλω να σου πω ότι τα υπόγεια καπηλειά με εκφράζουν ακόμα και σήμερα, άλλα δυστυχώς δεν υπάρχουν. Να πάμε πέντε φίλοι να μεθύσουμε, να φάμε κάνα κάλο μεζέ, να ακούσουμε μπουζουκάκι κάνα ρεμπέτικο χωρίς μικρόφωνο… αν υπάρχει και γυναίκα τόσο το καλύτερο. Γούσταρα και γουστάρω την Ρεμπετοαλητεία. Τα μπαρ δεν είναι του τύπου μου εκτός από μερικά τύπου ντεκαντάνς που το είχε ένας φίλος, θύμα των ουσιών πια. Μετά αποφάσισα λίγο να σοβαρευτώ, μπήκα στην Πάντειο, τη τέλειωσα ενώ παράλληλα αλήτευα: ιππόδρομους, γυναίκες, ποτό, ναρκωτικά όποτε έβρισκα δηλαδή είχα δύο ζωές. Μια βραδινή και μια πρωινή. Το βράδυ αλήτης και την ημέρα «κανονικός» όπως το ορίζει η νόρμα. Πάντα έτσι ήμουν. Την μέρα μοχθούσα. Δούλευα. Μετά πήγα στο ναυτικό… Πήγα στο Παρίσι να κάνω ένα μεταπτυχιακό που όμως έμπλεξα λίγο και το παράτησα. Εκεί συνάντησα φίλους από την Λεόντιο, συνοδοιπόροι της εφηβείας στην αλητεία που όμως οι περισσότεροι είχαν πέσει στην πρέζα. Στο Παρίσι ήταν πολύ πιο εύκολο να πιείς, δεν είχε τις ξεφτίλες της Αθήνας, άσε που από το Παρίσι μπορούσες να πάρει το τρένο και σε δύο ώρες να είσαι στην Ολλανδία, τον παράδεισο των ουσιών. Εκεί με κάποιους φίλους – μακαρίτες όλοι σήμερα- άρχισα τις μυτίες και γλυκάθηκα, αλλά αναζητήσαμε το απόλυτο φτιάξιμο αυτό του βελονιού. Είχα ένα φίλο φοιτητή που έχει φύγει από την ζωή, ο οποίος έσπρωχνε και έπινε ένα τύπο που ήταν 1,90μ, 40 κιλά, μιλούσε πέντε γλώσσες, τον κηνηγούσε η μαφία με τρία συμβόλαια θανάτου. Το όνομα αυτού: Γιάννης Βελλεσιώτης. (πρόκειται για ένα από τους ήρωες του τραγουδιού Θάνατος από το εν λευκώ του Σιδηρόπουλου: Στο Αστερνταμ ο Φαλιριώτης και στο Παρίσι ο Βελλεσιώτης σου γελάν). Ο Γιάννης ήταν ο πλέον επώνυμος ντίλερ. Ο φίλος που με πήγε μου είπε: « θα τον γνωρίσεις για μια και μοναδική φορά». Την άλλη μέρα ο φίλος έφυγε για Ελλάδα και εγώ πήγα ξανά στον Βελλεσιώτη. Ο Γιάννης άρχισε να με κερνάει. Ντίλαρε μόνο καθαρό πράγμα. Με το Γιάννη άρχισα τα βελόνια και εγώ. Παράλληλα φοιτητής. Το σπίτι του Γιάννη κοινόβιο. Ερχόταν όλος ο καλός ο κόσμος για να γίνουν, άλλα απαγόρευε να φτιαχτούν στο σπίτι του. Εγώ με τον Γιάννη βαράγαμε με τα ίδια σέα, γιατί εκεί για να αγοράσεις σέα είναι ιστορία και κολλάω ηπατίτιδα, που όμως δεν πήγα στο γιατρό. Κάποια στιγμή του κάνουν μια φέρμα -και μιλάμε για κιλά- και ο Γιάννης είπε ο Μόχα θα τους δείξει το Σικουάνα. Ίσχυε για όσους μένουν στο σπίτι- κοινόβιο… Αρά και για μένα που συγκατοικούσαμε. Την κοπάναω, έρχομαι Ελλάδα και στο αεροδρόμιο σωριάζομαι. Με μεταφέρουν στο λιμωδών και μου βρίσκουν τρις τύπους ηπατίτιδας. Τότε κόβω τα βαριά και κρατάω μόνο το αλκοόλ. Γύρισα, πήγα στην Φιλοσοφική Αθηνών, εργάστηκα σαν δημοσιογράφος για μια 2ετία σε διάφορα έντυπα της εποχής περίπου το ‘83-84, είχα μια καλή δημοσιογραφική καριέρα αλλά τα παράτησα γιατί ήμουν ανήσυχος, μετά άρχισα να διδάσκω σε φροντιστήρια, αυτό ήταν το κύριο επάγγελμά μου. Βέβαια, έγραφα πάντα. Το γράψιμο ήταν διαφυγή, ήταν έκφραση ήταν πόνος ήταν τα πάντα. Το είχα πολύ το γράψιμο. Γιατί διάβαζα και πάρα πολύ, ήμουν και μοναχικός τύπος, οι κλασικοί υπήρχαν στην βιβλιοθήκη του πατέρα μου και τους ήξερα από παιδί, Παπαδιαμάντη, Λουντέμη… Ο μπαμπάς δεξιός, είχα και ένα θείο βουλευτή της Δεξιάς. Παρατάω και την καριέρα του φροντιστή γιατί δεν με γέμιζε και τότε αποφάσισα να γράψω –πάντα έγραφα. Συγκέντρωσα κάποια παλιά μου διηγήματα και τα πήγα στην Απόπειρα. Τις Γυναίκες του Έρωτα το ‘98. Είχε καλή υποδοχή…

Ένα βιβλίο σε Μπουκοφσκικό στυλ, χωρίς να μαϊμουδίζεις τον ίδιο τον Μπουκόφσκι… ούτε κανενός άλλου συγγραφέα που η θεματική σας συμπίπτει…

Τότε με είχαν χαρακτηρίσει, με τις Γυναίκες του Έρωτα ως τον Έλληνα Μπουκόσφκι. Ένα τίτλο για μένα τιμητικό που μου άρεσε πάρα πολύ… Είχε σελίδες από Μπάροουζ, είχε σελίδες από Ναμπόκοφ… Μετά έβγαλα ένα δεύτερο βιβλίο πάλι στην Απόπειρα την «Εταιρεία του Έρωτα» που δεν πήγε τόσο καλά όσο το πρώτο. Αυτό ήταν μυθιστόρημα. Είδα ότι το διήγημα μου πάει καλύτερα οι «Γυναίκες του έρωτα» που έρωτα» που αναφέρεσαι πήγε πάρα πολύ καλά. Πήρε καλές κριτικές, μου το ζήτησαν να γίνει ταινία με τον Ζερβό, πήγε σε κάποιους παραγωγούς, σε κάποιους ηθοποιούς και όταν το διάβασαν τους έπεσε το βιβλίο από το χέρι, σοκαριστήκανε.

Η αθέατη πλευρά της Αθήνας ήταν και τα δύο. Βιβλία με ιστορίες από την πλατεία Ομονοίας, τα Εξάρχεια, πλατείες ελληνικές η μια κοντά στην άλλη. Υπογείου συναισθήματος. Ιστορίες με αλκοόλ, ντρόγκια, σεξ, αγάπη, χαμένο και ξανακερδισμένο χρόνο. Όλες οι πλατείες στην Αθήνα είναι η μια κοντά στην άλλη, και κάποιες δίπλα όπως η Εξαρχείων με την Κολωνακίου και συνάμα τόσο καθοριστικά μακριά. Εσύ μέχρι την Σόλωνος φτάνεις. Αυτό που έχει πει η Γιώτα Γιάννα ότι δηλαδή θα έρθει (αν δεν έχει έρθει ήδη) η εποχή που το περιθώριο θα λάμψει σαν αστέρι, εσύ ο συγγραφέας του περιθωρίου (εκεί κατηγοριοποιήθηκες) τί γνώμη έχεις; Περιθώριο τί σημαίνει δηλαδή;

Είναι ένα κομμάτι της κοινωνίας που δεν επιδέχεται τη κοινωνική νόρμα, που το μαύρο μας το πλασάρουν για άσπρο… Περιθώριο για μένα δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι πρέπει να βαράς πέντε ενέσεις την ημέρα και να πίνεις πέντε μπουκάλια αλκοόλ την ημέρα. Για χρόνια είχα στο μυαλό μου μόνο τέτοιους τύπους. Τώρα το έχω διευρύνει. Υπάρχει και πιο υγειές περιθώριο. Δεν είναι κατά ανάγκη οι Μπουκοκοφσκικοί τύποι που σουρώνουν κάθε βράδυ στα μπαρ, έχουμε και τέτοιους συγγραφείς που κάθε βράδυ σουρώναμε στα μπαρ και λέγαμε τα ίδια και τα ίδια, έκανα παρέα. Ένας μάλιστα θεατρικός συγγραφέας μου είχε δώσει αρκετή βοήθεια είχε διαβάσει τα διηγήματα και με είχε ενθαρρύνει… Για μένα, το περιθώριο είναι κάποιος που δεν αποδέχεται το κόσμο όπως λειτουργεί και βάζει κάποιους κανόνες λειτουργείας, προάγει τις ανθρώπινες σχέσεις. Το περιθώριο έχει ένα κομμάτι αλήθειας μέσα. Για να είσαι στο περιθώριο από επιλογή και όχι επειδή σε έριξε η ζωή έχεις να αντιμετωπίσεις λ.χ. τα στραβά βλέμματα έως την κοινωνική και οικονομική απαξίωση πρέπει να είσαι αυθεντικός και συνειδητός επίσης για να είσαι στο περιθώριο π.χ σκέφτομαι ότι μου αρέσει πολύ το ρεμπέτικο. Αυτοί οι άνθρωποι παίζανε όπως γουστάρανε, όσο γουστάρανε, ό,τι γουστάρανε, για όσο γουστάρανε.

Στα βιβλία σου υπάρχουν και σελίδες που υμνούν τον ομοφυλοφιλικό έρωτα. Θέμα ταμπού για πολλούς. Ακόμα και μερίδα του περιθωρίου το χλευάζει. Στην επαρχία τα πράγματα είναι τραγικά. Το bullying πάει και έρχεται. Προσπάθειες από την μία των gay pride για αλλαγή (φέτος τα έκτροπα στις συμπεριφορές κυριαρχούσαν) και από την άλλη οι ίδιοι άνθρωποι που βροντοφωνάζουν για ισότητα απομονώνονται στο Γκάζι. Σχεδόν γκέϊ γκέτο το έχουν κάνει. Ώρες ώρες λέω να αγιάσει ο Ταχτσής, που κάτι τέτοια τα θεωρούσε καραγκιοζιλίκια. Εσύ παρουσιάζεις ανθρώπους ομοφυλόφιλους ελεύθερους και ακομπλεξάριστους…

Αυτό έχει και ένα πολιτικό κομμάτι εντός του. Έχω φίλες λεσβίες δηλωμένες, ομοφυλόφιλους. Δεν θα πρέπει να απασχολεί κανέναν τι κάνει ο άλλος στο κρεβάτι του, αν είσαι άντρας και πηγαίνεις με άνδρες, αν θέλεις δυο γυναίκες στο κρεβάτι σου, ομαδικό σεξ, δεν αφορά κανένα. Τα γκέι πράϊντ δεν ξέρω αν παράγουν τίποτα –πηγαίνω και τα υποστηρίζω- αλλά είναι καλύτερα από το τίποτα. Από την εποχή που πρόλαβα εγώ, κλούβες στην Συγγρού, ντου στο Ζάππειο είναι καλύτερα απ’ ό,τι ακούω. Δεν μετέχω πια στην νύχτα. Φαντάζομαι ο, τι η κοινωνία εξελίσσεται και προχωράει. Ο γκέι στο χωριό φαντάζομαι δεινοπαθεί. Δεν μιλάμε το να είσαι λεσβία. Αυτό, ούτε καν!

Το ποτό είναι ευχαρίστηση. Πρέπει να πούμε κάποια στιγμή ευχαριστώ στην τέχνη της απόσταξης. Τί γίνεται όμως όταν το οινόπνευμα γίνεται εξάρτηση, που ενώ είναι πάρα πολύ ωραίο να πίνεις στα μπαρ, όταν το έχεις ανάγκη και μετά τί γίνεται;

Όταν σβήσουν τα φώτα του μπαρ, βλέπεις την σκοτεινή πλευρά του εαυτού σου…

Ο Ποταμίτης έλεγε ότι ο ηθοποιός δεν σημαίνει φως που έγραψε ο Μάνος, ο ηθοποιός είναι φως και σκότος μαζί. Αυτό πιστεύω ότι πρέπει να γενικευτεί στους καλλιτέχνες. Αν όχι σε όλους τους ανθρώπους…

Το σκοτάδι είναι ίσως η σπουδαιότερη κινητήρια δύναμη σ’ ένα συγγραφέα που δεν τα γράφει τι ωραία και καλά, να ξεκινήσουμε από τον Ντοστογέφσκι –που τον θεωρώ τον μέγιστο των μεγίστων- ο όποιος κατατρύχεται από δαιμόνια, πρέπει να βασανίζεσαι. Αλλά για να το συνδέσουμε με το παραπάνω, όταν σβήσουν τα φώτα, ο πότης θα μείνει αντιμέτωπος με την μοναξιά του, τα προβλήματά του, με αυτό που προσπαθούσε να πνίξει στο μπουκάλι και με ότι κουβαλάει. Αν ο πότης συμβαίνει να είναι και συγγραφέας και αυτό το πράγμα μπορεί να το μετουσιώσει σε τέχνη, είναι μια λύτρωση. Θα κάνω εδώ μια διάκριση ότι ο ένας μπορεί να είναι πότης και να τα βγάζει πέρα και ο άλλος αλκοολικός και να μην τα βγάζει. Αυτή η διάκριση, πού σταματάει το ένα και που αρχίζει το άλλο, είναι δύσκολη. Πολύ δύσκολη.

Θυμάμαι ένα βιβλίο που δεν κυκλοφορεί πια. Της Νανάς Ησαΐα. Πεζογράφημα. «Η Ιστορία τότε και τώρα» λέγεται. Για την παροικία των μπιτ στην Ύδρα. Ένα βιβλίο που στηρίζεται στο ρόλο του χασισιού στη δημιουργία, που διαχωρίζει όμως την ψευδαίσθηση του χασισιού από την παραίσθησή του. Ψευδαίσθηση και παραίσθηση υπάρχει σε κάθε ουσία. Το έχεις κάνει και εσύ σε διάφορα διηγήματα. Πόσο το κατάλαβε το κοινό σου;

Τώρα για την ψευδαίσθηση και την παραίσθηση. Η ψευδαίσθηση είναι κάτι που μπορεί να θέλω και να το έχω για να μειώσω το βάρος του κόσμου που κουβαλάω σαν Άτλας, υπάρχει και ζωτική ψευδαίσθηση. Τώρα η παραίσθηση αρχίζει από το σημείο που το χάνει ο άνθρωπος είτε από χαπάκωμα, είναι από υπερκατανάλωση ουσιών, η παραίσθηση όμως είναι πρόβλημα έως και μεγάλο πρόβλημα. Υπάρχουν όπως λες, βιβλία και ταινίες σημαίες για τον τοξικομανείς όπως η ταινία τσίου, το βιβλίο χωρίς ανάγκες σώμα…

Το περιβάλλον σου πως αντέδρασε για αυτήν τη στάση, για αυτά τα βιώματα που τα κοινώνησες; γιατί μου είπες ότι προέρχεσαι από συντηρητικό περιβάλλον.

Δεν ήταν καθόλου ενθουσιασμένοι οι γονείς μου για όλες αυτές τις αναταράξεις και την κόντρα –όπως το έβλεπαν αυτοί– γιατί εγώ δεν θεώρησα ότι τους πήγα κόντρα και με τα συγγραφικά μου αυτό το αναρχοτζάνκ στύλ αλλά από κάποια στιγμή το ανέχτηκαν, δεν το δέχτηκαν. Αλλά το ζητούμενο τους είναι να είναι καλά το παιδί τους. Αυτό θέλουν οι υγιείς γονείς.

Πιστεύεις ότι το σκοτεινό σου πρόσωπο αδικεί το φωτεινό πάνω στα γραπτά σου; Το τελευταίο σου βιβλίο είναι παραμύθια για μεγάλους, ερωτικής φύσης.

Πρώτα έγραψα και μετά έκανα διαλογισμούς. Δεν λιώνω με το μπουκάλι, δεν πίνω πάνω από μια μπίρα ή λίγο κρασάκι και γενικά προσέχω τον εαυτό μου και ζω καλά. Όπως το εννοώ εγώ το καλά. Τώρα το τελικό ζητούμενο σε μένα είναι η ενοποίηση, να ενώσεις τα σκοτεινά στοιχεία με τα φωτεινά. Θέλω να είμαι πλήρης. Αυτή την στιγμή φαίνεται ποιό πολύ το φωτεινό κομμάτι. Πριν 15 χρόνια που ήμουν σε ουσίες, νύχτες, Ομόνοιες, φαινότανε πιο πολύ το σκοτεινό. Το ζητούμενο για μένα είναι και τα δυο. Τώρα το φωτεινό μου κομμάτι συγγραφικά δεν έχει εκφραστεί –θέλουν και κάποια χρόνια τα βιώματα να βγούνε– ενδεχομένως να γίνει και αυτό σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο

Τα 3 από τα 4 βιβλία σου έχουν στο τίτλο τον έρωτα. Γυναίκες του Έρωτα, Εταιρεία του Έρωτα, Παραμύθια του Έρωτα. Ποια η γνώμη σου για τον έρωτα;

Ο έρωτας είναι ίσως το κεντρικό νόημα της ζωής –πιστεύω και για όλο τον κόσμο- με την έννοια ότι το να ερωτευτείς και ν’ αγαπήσεις είναι ο λόγος που έχουμε έρθει στο κόσμο. Προϋποθέτει να ερωτευτείς και ν’ αγαπήσεις βαθιά τον εαυτό σου, και τη σκοτεινή και τη φωτεινή πλευρά, και μετά να αγαπήσεις και να ερωτευτείς τον άλλο ή την άλλη. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι τα κύρια θέματα για τα όποια έγραφα και τα όποια γράφω, ο έρωτας είναι η γέννηση και ο θάνατος είναι η ολοκλήρωση. Δεν είναι καθόλου αντίθετο ο έρωτας και ο θάνατος. Ο θάνατος είναι αυτός που δίνει νόημα στον έρωτα, σου λέει ζήσε, ερωτεύσου, πιες το ποτήρι ξέχειλο γιατί αύριο μεθαύριο έφυγες. Ο θάνατος είναι που δίνει αξία στην στιγμή. Όλοι η σοβαρή λογοτεχνία είναι στηριγμένη πάνω σ’ αυτό το δίπολο και πάρα πέρα είναι πώς το διαπραγματεύονται. Ερωτευμένος μπορεί κανείς να ξεχάσει το θάνατο ή ακόμα και να τον ξεπεράσει μέσα από την αθανασία της στιγμής.


Τα βιβλία του Γιώργου Χρηστέα

Γυναίκες του Έρωτα εκδ. Απόπειρα 1998
Εταιρία του Έρωτα εκδ. Απόπειρα 2000
Femme Fatale, εκδ. Ωμέγα 2004
Παραμύθια του Έρωτα, εκδ. Τάδε Έφη 2013

[φωτογραφία]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s