Μία ανέκδοτη ποιητική συλλογή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη | Βαγγέλης Ψαραδάκης # 1β

I. Τα ποιήματα

(Αρίθμηση, Γλώσσα, Έκταση, Μορφή και Τίτλοι)

Το μεγαλύτερο μέρος στο ανέκδοτο έντυπο χειρόγραφο του Ν. Λαπαθιώτη καταλαμβάνουν τα επιμέρους ποιήματα που απαρτίζουν την ολοκληρωμένη ποιητική συλλογή του με τον τίτλο Μονόλογοι του καημένου του Αντωνάκη!
Πρόκειται για 26 ποιήματα αριθμημένα με διπλό τρόπο από τη μέση και μετά. Από το υπ’ αρ. 1 έως και το 14, ο ποιητής χρησιμοποιεί αποκλειστικά τον αραβικό τρόπο αρίθμησης∙ ενώ από το 15 / XV και μετά έως και το 26 / XXVI, τελευταίο ποίημα της συλλογής, χρησιμοποιεί προσθετικά και τον λατινικό. Μάλιστα τα υπ’ αρ. 17 / XVII και 23 / XXIII ποιήματα έχουν από δύο μέρη το καθένα.
Επομένως, 26 (+ 2) είναι συνολικά τα ποιήματα που συγκροτούν την ανέκδοτη συλλογή με τον προαναφερόμενο τίτλο. Τα 25 από αυτά είναι γραμμένα εξολοκλήρου στην ελληνική γλώσσα, ενώ 1 μόνο αποκλειστικά στη γαλλική (14), τόσο ο τίτλος όσο και το περιεχόμενό του. Το ίδιο ισχύει και για τον τρίτο στίχο του ποιήματος 22 / ΧΧΙΙ, είναι κι αυτός γραμμένος στα γαλλικά. Ο τίτλος στο προτελευταίο ποίημα, στο 25 / XXV, είναι γραμμένος στα λατινικά: Lassata, sed non satiata…
Πρόκειται για έναν, καθόλου τυχαίο, στίχο που δανείζεται ο Λαπαθιώτης από, έναν κατά πολύ προγενέστερο και ρωμαλέο προκάτοχό του, τον Ρωμαίο σατιρικό ποιητή Γιουβενάλη. Ο στίχος αυτός αναφέρεται ειδικότερα στο ιστορικό πρόσωπο της Μεσσαλίνας και σημαίνει, όπως τον μεταφράζει ο ποιητής στον υπότιτλο του ποιήματός του: Κουρασμένη, πλην όχι κορεσμένη… Ταιριάζει γάντι στους Μονολόγους! Θα μπορούσε να είναι, αντί ο τίτλος ενός ποιήματος, το motto ολόκληρης της συλλογής.
Πάντως, μετά το ποίημα 13, ακριβώς στη μέση των Μονολόγων, υπάρχει μια τομή∙ το ποίημα 14 είναι το μοναδικό της συλλογής γραμμένο αποκλειστικά στα γαλλικά. Άλλωστε, από εκεί και μετά αρχίζει και η διπλή αρίθμηση.
Η έκταση των ποιημάτων ποικίλει. Κυμαίνεται από 1 στροφή, κατά κανόνα, και 4 στίχους το μικρότερο, φτάνοντας μέχρι και 6 στροφές και 24 στίχους το μεγαλύτερο. Συγκεντρώνοντας τον (απρόσμενο, για πολλούς και διάφορους λόγους, πλην όμως ώριμο από την προπολεμική περίοδο) ποιητικό καρπό, έχουμε:

7 (+ 2) ποιήματα (1, 2, 5, 9, 12, 17 α + β / XVII, 23 α + β / XXIII) με 1 στροφή και 4 στίχους,
5 ποιήματα (13, 19 / XIX, 20 / XX, 21 / XXI, 22 / XXII) με 2 στροφές και 8 στίχους,
1 ποίημα (8) με 2 4στιχες στροφές και 1 δίστιχη,
2 ποιήματα (3, 25 / XV) με 3 στροφές και 12 στίχους,
1 ποίημα (15 / XV) με 4 στροφές και 16 στίχους,
1 ποίημα (14) με 5 στροφές και 20 στίχους,
1 ποίημα (18 / XVIII) με 6 στροφές και 24 στίχους.

18 (+ 2) ομοιοκατάληκτα ποιήματα, χωρισμένα σε 4στιχες στροφές (1 από αυτά έχει και μία 2στιχη), σε ποικίλα μέτρα και ρυθμούς, συμπεριλαμβάνονται στο κυρίως σώμα, στο πρώτο και μεγαλύτερο μέρος του ανέκδοτου χειρογράφου, χωρίς όμως να εξαντλούν το περιεχόμενό του. Απομένουν άλλα 8 ομοιοκατάληκτα ποιήματα (4, 6, 7, 10, 11, 16 / XVI, 24 / XXIV, 26 / XXVI) τα οποία, αν και γραμμένα ομοιοκατάληκτα, δεν χωρίζονται σε επιμέρους στροφές, αλλά είναι ενιαία στη μορφή και στην όψη.
Εκτός από τον γενικό τίτλο, Μονόλογοι του καημένου του Αντωνάκη!, στο υπ’ αρ. 19 / XIX ποίημά του ο Λαπαθιώτης υποβάλει κι έναν άλλον, εναλλακτικό και πιο σύντομο τίτλο της ανέκδοτης συλλογής του, ασφαλώς πιο λαϊκό και πιο εύκολο στην απομνημόνευση αλλά και, με μιαν έννοια, συνθηματικό, λες και μας κλείνει πονηρά το μάτι. Από μιαν άποψη (σε συνδυασμό με τον τίτλο του ποιήματος 25 / XXV στα λατινικά και τον δημιουργό του), ο δεύτερος αυτός «τίτλος» προϊδεάζει για το σατιρικό περιεχόμενο της ανέκδοτης συλλογής του: «Τα τραγούδια της Αντώνας».
Αρκετά από τα 26 (+ 2) ποιήματα έχουν, εκτός από τον γενικό, και δικό τους αυτόνομο τίτλο ή και, σπάνια, υπότιτλο∙ κάποια άλλα έχουν μόνο τη μονή ή διπλή αρίθμηση.

15 συνολικά ποιήματα (1, 2, 6, 9, 10. 11, 13, 14, 15 / XV, 16 / XVI, 17 / XVII, 18 / XVIII, 19 / XIX, 24 / XXIV, 25 / XXV), έχουν αυτόνομο τίτλο,
ενώ 11 (3, 4, 5, 7, 8, 12, 20 / XX, 21 / XXI, 22 / XXII, 23 / XXIII, 26 / XXVI), δεν έχουν, αλλά μόνο την αρίθμηση, διπλή από το ποίημα 15 / XV και μετά.

Το υπ’ αρ. 17 / XVII αριθμεί δύο σκέλη που έχουν υπότιτλους. Διπλό είναι και το υπ’ αρ. 23 / XXIII, κανένα σκέλος του δεν έχει υπότιτλο.
Στα περισσότερα ποιήματα τής συλλογής, ο Λαπαθιώτης σημειώνει αναλυτικότερα τον χρόνο γραφής χρησιμοποιώντας πάλι διπλό τρόπο στην αρίθμηση των μηνών.

Σε 9 συνολικά ποιήματα (3, 4, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 21 / XXI), οι μήνες σημειώνονται με αραβική αρίθμηση,
ενώ σε 13 (13, 14, 15 / XV, 16 / XVI, 17 / XVII, 18 / XVIII, 19 / XIX, 20 / XX, 22 / XXII, 23 / XXIII, 24 / XXIV, 25 / XXV, 26 / XXVI), οι μήνες σημειώνονται με λατινική.

Ανεξιχνίαστο παραμένει το γιατί της διπλής αυτής επιλογής. Εκτός από 4 που είναι παντελώς αχρονολόγητα (1, 2, 5, 6), τα υπόλοιπα 22 (+ 2) ποιήματα είναι επακριβώς χρονολογημένα.
Τα 26 (+ 2) ποιήματα εκτείνονται σε 8 φύλλα χαρτιού γραμμένα με μαύρο μελάνι σε λυτές κόλλες αναφοράς, με γραμμές, μεγέθους Α4 – 16 δηλαδή συνολικά σελίδες, οι οποίες είναι γραμμένες μπρος πίσω, στο πρωτότυπο χειρόγραφο που ξεφυλλίστηκε κι εξετάστηκε (με πολύ μεγάλη προσοχή και συγκίνηση), το οποίο φέρει τον γραφικό χαρακτήρα του Λαπαθιώτη, τη μονογραφή του σε αρκετά (σε 15, αν όχι σε 18 από τα επιμέρους ποιήματα), αλλά και συνήθως τη σφραγίδα του Ε.Λ.Ι.Α. Κανένα από τα επιμέρους λυτά χειρόγραφα δεν αριθμείται ανά σελίδα.

II. Το πεζό

Το άλλο μέρος του χειρογράφου, το αναπόσπαστο συνοδευτικό υλικό της ανέκδοτης έντυπα σατιρικής ποιητικής συλλογής του Ν. Λαπαθιώτη με τίτλο: Μονόλογοι του καημένου του Αντωνάκη!, είναι μικρότερο σε έκταση, 3 μόλις σελίδες χωρίς αρίθμηση. Και αυτές έχουν τη σφραγίδα του Ε.Λ.Ι.Α. στις δύο από τις τρεις σελίδες, όχι όμως –για ευνόητους λόγους– και τη μονογραφή του ποιητή.
Επομένως, ολόκληρο το ανέκδοτο ποιητικό –κατά κανόνα– χειρόγραφο του Ν. Λαπαθιώτη με τίτλο: Μονόλογοι του καημένου του Αντωνάκη!, εκτείνεται σε 16 + 3 = 19 σελίδες, γραμμένες και 1 λευκή∙ ή 10 φύλλα μεγέθους Α4, με γραμμές και χωρίς αρίθμηση των επιμέρους λυτών φύλλων και σελίδων από τον ποιητή.
Το (καταχρηστικά) δεύτερο μέρος του χειρογράφου δεν είναι λόγος ποιητικός, αλλά (άκρως γλαφυρός και μουσικός) πεζός λόγος. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μιαν εντελώς απροσδόκητη, ανάλαφρη, «αφελή» και αναιδέστατη επιστολή, υπό τη μορφή αίτησης μηνυτήριας αναφοράς, γραμμένη στα ελληνικά. Μία μόνο συντομότατη τυπική και συνηθισμένη γαλλική φράση που δηλώνει οικειότητα τη διανθίζει.
Υποτίθεται πως η «μήνυση» αυτή έχει γραφτεί από τον πρωταγωνιστή των Μονολόγων, τον καημένο πράγματι Αντωνάκη∙ αλλά, σύμφωνα με μια σημείωση του ποιητή, επειδή είναι γεμάτη από ορθογραφικά και συντακτικά λάθη, έχει διορθωθεί από τον Λαπαθιώτη. Το ειδικότερο περιεχόμενό της αφενός είναι πάρα πολύ αστείο, για την ακρίβεια του λόγου: εντελώς γελοίο (αν λάβουμε υπόψη τον αυστηρό τύπο και την ουσία, με τα οποία πρέπει να περιβληθεί το συγκεκριμένο δημόσιο έγγραφο), αφετέρου μας προσφέρει απροκάλυπτα μα τεχνηέντως το πλαίσιο και το θέμα της συγκεκριμένης προσωπικής -και όχι μόνο, ευτυχώς- σάτιρας

(Συνεχίζεται…)

6 Ποιήματα | Δημήτρης Νικηφόρου

a

Στην Πουτανιά της

Η πουτανιά της υπό κανονικές συνθήκες
δεν διέφερε πολύ των υπολοίπων θηλυκών.
Ήταν όμως μαστόρισσα στο χειρισμό της!
Αρρωστημένα χαρισματική,
δικαίως αρχιέρεια του απόκρυφου ναού των παραισθήσεων.
Η τέχνη της δεν διδασκόταν, ταξίδευε με τα γονίδια,
σπάνια αρχέγονη κληρονομιά.
Γι’ αυτόν το λόγο άλλωστε,
ελάχιστος ως τώρα παραμένει ο αριθμός
των ικανών μαστόρων.
Γνώριζε βέβαια εξ αρχής
πως αν μπερδευόταν στη ρόκα της
θα τρυπιόταν απ’ άκρη σ’ άκρη.
Κι έτσι που έπαιζε παντού σ’ όλο το γήπεδο
θα μάζευε συνέχεια το τόπι απ’ τα δίχτυα.
Φυσικά και το έκανε όπως έπρεπε.
Δεν ήταν δα και λίγος παίχτης.
Έγινε εραστής και μέντοράς της,
κάτω απ’ την επιρροή του η πουτανιά της.
Πέρασε θριαμβευτικά τα σύνορα,
πήρε το Nobel
και βραβεύτηκαν μαζί δίπλα στη μητέρα Τερέζα.

(1982)

***

Ευ-δόκιμο Παραμύθι

Αφηγούμαι το άγος της Ευδοκίας.
Που με σάπια μήτρα ξύπνησε ένα πρωί γκαστρωμένη.
Και σαστισμένη στο απερινόητο θάμα ξόρκισε το θεό
και το διάβολο. Μετά έκρυψε τη κοιλιά της στα φαρδιά
αποφόρια της πεθαμένης μάνας της ώσπου γέννησε
κρυφά ένα μπάσταρδο όνειρο. Χωρίς φύλο.
Με δυο σάρκινες πτέρυγες.
Έναν δύσμορφο άγγελο
ένα λιπόβαρο βρέφος
ένα στόμα φαφούτικο
που τσίριζε διαρκώς σα στρουθί.

Αφηγούμαι της Ευδοκίας την άτη.
Που αγάπησε το αλλόκοτο γέννημα της. Για λίγο.
Ώσπου αποστρέφοντας το πρόσωπο του ’στριψε
το λαρύγγι. Με δαγκαμένα χείλη και δάχτυλα άτρεμα.
Για να το ρίξει τη νύχτα στο στερεμένο Πηγάδι. Σαν Πέτρα.
Σαν δόντι που έσπασε στους υπερήχους ενός βωβού ουρλιαχτού.

Αφηγούμαι το απροσήγορο ποίημα.
Για μια στέρφα γη που κατάπιε τον καρπό τον αδόκητο.
Και παντρεύτηκε μετά από έρωτα ένα μόρτη γαμιά
που την όργωνε μεθυσμένος με πέτρινο αλέτρι.
Και ούτε πια σκεφτόταν το που ’κανε.
Κι όπως δεν ξανάπιανε σπόρο ο ζευγάς γρήγορα τη βαρέθηκε.
Και τη ξαπόστειλε στο σπίτι που μάνα δεν τη περίμενε.
Στο δρόμο με το κρίμα ζωντανό στο κατόπι της.
Να καταριέται την ώρα που το πέταξε σα σκυλί.
Να ξεριζώνει τα μαλλιά της.
Να γδέρνει το πρόσωπό της ολοφυρόμενη.
να ζητιανεύει μ’ ένα τσίγκινο πιάτο την τιμωρία
και να εισπράττει συμπόνια σε κέρματα.

Μου αφηγείται η κοιλιά του άρρητου λόγου.
Πως σάλεψε ο νους της και ρίχτηκε στο πηγάδι να το ‘βρει.
Πως την περίμενε μοσχοβολώντας Ανθόγαλα.
Πως φτέρωμα θρόιζε στιλπνό στις πτέρυγές του
στο χρώμα του αχάτη.
Και τρέχανε τα μάτια της νερό γλυφό. Χωρίς σταματημό.
Με τα φτερά του να διυλίζουν τα δάκρυα.
Μέχρι που γιόμισε η τρύπα ως απάνω.
Κι έγινε το ξεροπήγαδο μια κρουσταλλοπηγή αστείρευτη
να ξεδιψούν ονειροβλάσταρα αγέννητα ακόμα.

(2013)

***

Για το νησί στη λίμνη
                                       στους Γέητς και Πάουντ

Καταμεσίς στη λίμνη μου, ένα νησάκι κάθε τόσο ξεμυτά:
Έχω το ξύλινο καλύβι μου εκεί, τη μαύρη πετριά σπαρμένη τρία στρέμματα
σίκαλη και καλαμπόκι, έφτιαξα δίπλα ένα μποστάνι καταπράσινο∙
Πέρα στο μοσχομύριστο θυμάρι βουίζουν οι κυψέλες μου με τ’αγριόμελο,
και μια ντουζίνα ελιές που ξεκουράζονται στο σύσκιο τους τα λιμνοπούλια.

Δροσόσταλο το δείλι αργοπέφτει, αργεί ο καφές στη χόβολη,
τρεις κούπες στέκουν στο βαρέλι αντικρύ με το ουίσκι∙
Έρχεστε με βάρκα μονοκάταρτη σταβέντο,
συμπότες του πικρού πιοτού και του ξερού ταμπάκου,
συνταξιδιώτες, ναύκληροι, του ποντισμένου ιμέρου.

Μιμόζες «μη μου άπτου» σώματα, με φούσκαλα τ’ αχείλη, χαιρετάτε,
γιατί στα χαμοπήγαδα γλυφίζει το νερό και απ’ τα μεθυστικά πιοτά
πίνει μοχάχα ο ψυχαδράχτης κι οι ρουφιάνοι του.
Για ποίηση κουβέντα, μόνο ακούμε το σάλεμα στα λιόφυλλα,
το κρώξιμο των γλάρων και την αμφίβια των φρύνων τη σονάτα.

Και πίνουμε βουβά απ’ το ατόφιο μαλτ, το χρόνια ωριμασμένο,
και ντουμανιάζει το καλύβι στον καπνό το σέρτικο,
τους αστρικούς σας ώμους αγκαλιάζω όπως της μάνας μου παλιά,
ο Έζρα παίζει στο βιολίγια τον οικοδεσπότη ένα της κάτω νύχτας κάντο,
σκαρφαλωμένο στα 9/8 της σεβνταλούς Ανατολής.

Αχ, πόσο μικραίνει η νύχτα στο χαρμόλυπο το γλέντι.
Χαράζει και δεν ρώτησα αν βρίσκουνται οι ποιητές στον Άδη,
μήτε αν απαντήσατε τον αηδονόλαλο το Ρούσο τον Σεριόζα
που ’κανε το ταξίδι σας νωρίς, ούτε είπα πως μεθώ τριάντα χρόνους
με τον γλυκόπιοτο τον πόνο που αφήσατε αμανάτι.

Το πρωινό αηδόνι λέει αντίο με μια τρίλλια πριν σωπάσει∙
Αυτό το σώμα, που ντύνει κάθε μέρα η φθορά, αιθεροβατεί
πετώντας χαμηλά σαν πέρδικα να σας ξεπροβοδίσει.
Τώρα σηκώνετε πανί και το φουσκώνει ο νόστος,
κι ο μπάτης μ’ έναν ψίθυρο μου φέρνει τη φωνή σας.

Ο ένας που ζωντάνευε κάτω απ’ την αντάρα των σπαθιών,
αν λησμονήθηκαν τα ξεστρατίσματά του με ρωτά.
Ο άλλος που αντάριαζε με τις σπαθιές του έρωτα,
αν τις καρδιές των ποιητών οι κοπελιές τρυπούν ακόμη…
Και ‘γω πως τίποτε τους απαντώ δεν άλλαξε.

Έζρα, Γουίλι, αγαπημένοι θηρευτές σας δίνω λόγο:
Όταν βουλιάξει πάλι το νησί μου δεν θα το περιμένω να φανεί.
Όπως ο μέρμηγκας τ’ ασήκωτο φουντούκι, ένα βαρέλι ουίσκι θα ζωστώ,
και θα κινήσω να σας βρω ωσάν πορνοβοσκός κι αγύρτης, σέρνοντας ένα τσούρμο σφιχτοκάπουλα κορίτσια του μπουρλέσκ.

Την ακριβή πραμάτεια μου λαθραία θα περάσω από το σκύλο τον τρικέφαλο,
και μες στο χαροκόπι μας τον Άδη θα ρουφήξουμε ως τον πάτο,
όπως μονάχα οι ποιητές και οι τρελοί τον πίνουν.
Για ποίηση ούτε λέξη.
Χρεία καμιά δεν θα ’χομε απ’ την πλανεύτρα πουτανιά της.

(2014)

***

Η μπαλάντα του Μπωντλαίρ
                                                      στην Μ.Π.

Όποιος στην ποίηση βαπτίστηκε με βία,
μωρός θα ήταν ή βαριά κριματισμένος,
στου Σιλωάμ την κολυμβήθρα η αμαρτία
ξεπλύθη. Όμως γυρνά αιώνια γελασμένος,
πως στα νερά της Στύγας είν’ λουσμένος.
Μποέμ, ανέστιος, μπαλάντα ενός φλανέρ,
που άτρωτος περνιέται ο καημένος
και μαχαιρώνεται στους στίχους του Μπωντλαίρ.

Μεταλαβαίνει μια γλυκόπιοτη αγωνία
χωρίς ποτέ φως θεϊκό να ’χει δωρίσει,
τα σωθικά του σκίζουν ράμφη με μανία
που μαύρος οίστρος πάλι θα γεννήσει,
τον έχει ακοίμητο σκουλήκι ροκανίσει,
σημαδεμένης τράπουλας τρελός ζογκλέρ,
που έχει άδοξα στο βράχο μαρτυρήσει
και μαχαιρώνεται στους στίχους του Μπωντλαίρ.

Για φεγγαρόσκιωτους κι ανήλιους τόπους,
βάζει στα φέρετρα πανιά και ταξιδεύει.
Συντρίμμι από ναυάγιο σώζει ανθρώπους,
καθώς η άβυσσο κρυφά παραμονεύει,
τον αστρολάβο του ν’ αρπάξει που χορεύει
στις κυματοκορφές. Ληστής κι αδέξιος κομπέρ,
με τα μπουλούκια του έρωτα περιοδεύει
και μαχαιρώνεται στους στίχους του Μπωντλαίρ.

Σβιούν οι ανέμοι στην ψυχή και τονε σέρνει
μέσα της η γη. Ψεύτικο γνέφει «ατού τα λερ»,
με τη στερνή μπαλάντα του στην πλώρη γέρνει
και μαχαιρώνεται στους στίχους του Μπωντλαίρ.

(2014)

***

Χορογραφία

Την ώρα που νεαροί γερανοί χορεύουν στην τάιγκα –
από τη σιβηρική τούντρα ως τα βάθη της Μαντζουρίας,
η βαρύτητα γκρεμίζει τον pagliaccio di Dio στην τρέλα,
και ο κύκνος με τα κυρτά, άκαμπτα πόδια πεθαίνει από ζήλεια.

Την ίδια ώρα ο δανδής Σερζ
(ο πιο ιδιοφυής homo padrone μετά τον Ουάιλντ),
στο γούνινο παλτό του αναρωτιέται
αν ερωτοτροπούν με τσαλίμια ή χορεύουν πραγματικά
τα αδέξια πουλιά που κλέβουν τη λάμψη των αστεριών του,
θέλοντας να εμφυσήσει a ses poulains την ουσία
που δεν αιχμαλωτίζουν οι λέξεις ή ο φακός της κάμερας
παρά γλυστρά απ’ τα δόκανα αφήνοντας ένα κομμάτι ουρά∙

οι γερανοί χορεύουν όπως τα χνούδια της λεύκας στον άνεμο,
όπως η χαρά των παιδιών ερήμην των κηδεμόνων
αφήνεται έρμαιο στην παιγνιώδη διάθεση της σαγήνης,
είναι το πινέλο των αυτοκρατορικών καλλιγράφων στο Πέι τσιν,
η τυρβώδης ροή των νιφάδων στη χιονοθύελλα,

την ώρα που οι pointes της Παύλοβα
(χωρίς τους ξύλινους πάτους) κρέμονται στο καρφί,
ο Βάσλαβ περιφέρει τον Φαύνο του στα τρελάδικα
και στέκεται μετέωρος στον αέρα για χίλιες ανάσες,

με τα φτερά των γερανών στην τρύπια ψυχή,
άστρο ματαιωμένο στο θάμβος του
που οι δικές του το καταπίνουν δίνες.

(2015)

***

Ονειροσκόπηση
                                 στον Β.Λαλιώτη

Ονειρεύομαι συχνά το παλιό μου σπίτι
να περιμένει θλιμμένο τις μπουλντόζες της αντιπαροχής.
Εσύ βαδίζεις στην κεραμοσκεπή
με πέλματα οικόσιτης αιγυπτιακής γάτας
καταβροχθίζοντας χοντρές μπουκιές σκοταδιού.
Μου λες: “Το πάθος δεν είναι φωτιά,
είναι ο άνεμος που τη φουντώνει
για να σκορπίσει μετά τ’ απομεινάρια της δώθε κει.
Είναι η πνοή στα πανιά ενός καραβιού
καρφωμένου στη γυάλινη θάλασσα…”

Τα απαράλλαχτα λόγια σου δίνουν κάθε φορά
στην ικεσία μου χροιά προσταγής:
“Φύσηξε Ζέφυρε, φύσ’ Απηλιώτη στη ξεκομμένη σπίθα,
να λαμπαδιάσουν τα λίθινα δάση,
να σκορπίσει η λασπερή σκόνη της ερημίας
που φράζει τα ρουθούνια της απαντοχής”

Πίνω τα χρόνια μου σαν το γλυφό νερό.
Ρουφώ όλη τη σιωπή από τη βρύση του θεού.
Φωτιές αχάιδευτες απ’ τους ανέμους
τρώνε το δέρμα μου χωρίς να φτάσουν στο κόκαλο.
Με καίνε φλόγες πάγου που σβήνουν στον εαυτό τους
κι όταν ανοίγει τον ασκό του ο Αίολος,
άλλο δεν βρίσκει να σαρώσει από στάχτες.

(2015)

Aidas Marčėnas, 3 Ποιήματα | μετφ: Πηνελόπη Γιώσα

marc

Ας Μιλήσουμε για Εκδίκηση

Εάν είναι ήδη ένα ηλίθιο
συνήθειο το να πεθαίνεις
θα πεθάνω αιφνιδίως – να μην
έχουν χρόνο να καταλάβουν, θα τρέμω
μόνο θα τρέμω – πώς μπορεί να συμβαίνει
τον είδα εχθές, ήταν γεμάτος
σχέδια, ποιος
να το ‘λεγε, ή –
αυτό είναι γελοίο, τα είχαμε
συμφωνημένα, ναι ναι
ή όχι – θα πεθάνω αργά
κι επώδυνα, ώστε να δουν,
οι μπάσταρδοι, τι τους περιμένει.

[απόδοση από τα Λιθουανικά: Jonas Zdany |
απόδοση από τα Αγγλικά: Πηνελόπη Γιώσα]

***

Ένα Αληθινό Ποίημα

Συνέθλιψα ένα κουνούπι, πρησμένο
από το αίμα μου – η ζωή του ξεχύθηκε,
ώστε ένιωσα ακόμα και λύπη, γιατί
ποτέ, Αρούνα, τελικά, ποτέ
ποτέ δεν θα μπορούσα να δημιουργήσω τίποτε
πιο αληθινό από αυτό
το αιματηρό σημάδι, αυτό
το ποίημα, αυτό το πτώμα
που ρουφάει αίμα.

[απόδοση από τα Λιθουανικά: Laima Vince |
απόδοση από τα Αγγλικά: Πηνελόπη Γιώσα]

***

Ars Poetica

Ο κόσμος πλησιάζει στη συντέλεια, γι’ αυτό
πρέπει να γράφεις ποιήματα.
Κάθε μέρα, μόνιμα αποφασισμένος,
σαν να κάνεις έργο με νόημα,
δουλειά που μόνο εσύ κατανοείς,
δουλειά σαν το χτίσιμο ενός σπιτιού, ή
μιας βάρκας για την αποδεκατισμένη σου οικογένεια,
ή σαν αναστήλωση ιερού ναού
θρησκείας από καιρό νεκρής.
Πρέπει να γράφεις ποιήματα
ακόμα και τις Κυριακές, γιατί
η Κυριακή είναι αργία και γιατί το έργο σου
είναι σαν το έργο ενός ιερέα.
Και γιατί ο κόσμος πλησιάζει στη συντέλεια μέρα με τη μέρα
και μπορεί να λήξει ακόμα και μία Κυριακή.
Γι’ αυτό, πρέπει να γράφεις ποιήματα,
πρέπει να χτίζεις το σπιτικό σου, ακόμα κι αν
κανένας δεν υπάρξει για να το κατοικήσει
πρέπει υπομονετικά να βάζεις τα θεμέλια
μέρα με τη μέρα γιατί θα ‘ρθει συντέλεια
αν ο Θεός πεθάνει πριν τη γλώσσα
κι η γλώσσα πεθάνει πριν από τον κόσμο.

[απόδοση από τα Λιθουανικά: Laima Vince |
απόδοση από τα Αγγλικά: Πηνελόπη Γιώσα]


[Aidas Marčėnas: Λιθουανός ποιητής, κριτικός και δοκιμιογράφος γεννημένος το 1960 στο Κάουνας. Σπούδασε στο Κρατικό Ωδείο της Βίλνιους και της Κλάιπεντα. Είναι μέλος της Ένωσης Λιθουανών Συγγραφέων από το 1993. Το έργο του έχει βραβευτεί κατά κόρον από τη δημοκρατία της Λιθουανίας με αποκορύφωμα το Κρατικό Βραβείο που απέσπασε το 2005. Η ποίησή του έχει μεταφραστεί στη Ρωσική, την Πολωνική, τη Λετονική, την Αγγλική, τη Γερμανική, τη Σουηδική και άλλες]

Αμπαλάζ | Χρύσα Αλεξίου

fxts

δεν έχω ένα
χέρι
να κρατήσω σφιχτά
σαν από βελούδο
να αγγίξει μόνο
τα αιμοφόρα
στην ίδια κατεύθυνση
αίμα και δηλητήριο

***

έξω βρέχει
το τσιγάρο
έφτασε στη γόπα
κάηκε
ένα ολόκληρο σούρουπο
χωρίς να το δω
μπορεί να μαγείρεψα
λάθος
αλλά
κάτι θυμήθηκα

***

είχες λέει
μεγάλα μάτια
ορθάνοιχτα
σύννεφα

***

δεν ακούστηκε
λέξη
στο τραπέζι
έπαιζαν τα δάχτυλα
με το μαχαίρι
ολόκληρη πρόταση
με απαρέμφατο και μετοχές
είναι
η μαύρη μπλούζα που φοράω
χρώμα σίγουρο
αποκατάστασης

***

όνειρο
ήταν και πέρασε
εσένα σε κρέμασα
σ’ εκείνη την ντουλάπα
άφθαρτο
με τα ίδια ρούχα
το θαλασσί πουκάμισο
τα πλούσια μαλλιά
τα τεράστια μάτια
σε καραμέλωσα
απ’ έξω
γλυκό μου
πάθος
έγινες βιτρίνα
μιας μεσόκοπης
κυρίας
το βαρύ λεξοτανίλ

***

είναι αργά
να διορθώσουμε
τον έρωτα
να κόψουμε λίγο
τις πλευρές
αντιξοότητες
σε μπομπονιέρα
να στολίσουμε
κάτω απ’ το χιόνι
όλα είναι ελεύθερα
και οι νεκροί

***

υπάρχουν πράγματα
δεμένα
στο υπόγειο
στο παλιό το σπίτι
καταχωρούνται
πράξεις
ακατανόητες
στοίχημα και παράλογο
είμαι ένας απ’ αυτούς
που κέρδισαν
την πίστη
στο ανεπαρκές

***

σαν να σε ξέρασε
η θάλασσα
κοιμάσαι σε κολλαριστά
σεντόνια
ακίνητος πάνω στα
ψίχουλα
που κέρδισες
ετών εξήντα

***

πάει καιρός
που θέλω να
ξυρίσω το κεφάλι
να απαλλαχτώ
από τις τρίχες
να προεξέχει
μόνο η μύτη
και η λαβή
ενός ελεύθερου

***

έμοιαζα πολύ μικρή
μέσα στη θάλασσα
ένα κορίτσι άσπρο
από χιόνι
κάτι νοήματα του παφλασμού
έδεναν τη σκέψη σε
ακινησία
τόσα κόκαλα σε μια σειρά
σαν το βραχιόλι
να πέφτουν δεξιά
κοντά στο βράχο
εκεί που ξέχασα

***

δεν πονάει τίποτα
πια
ούτε το χέρι
το χαλασμένο
μια φωλιά από μυρμήγκια
έκατσαν στο στέρνο
οριστικά
έχω επιτέλους
παρέα

[φωτογραφία]

Αγαθοεργίες | Αντώνης Αντωνάκος

φχ

Το χαμόσπιτο βρισκόταν στην άκρη της πόλης και στην άκρη τού κόσμου και στην άκρη τού σύμπαντος. Ένας χώρος από σκουπίδια και σκόνη. Χώμα, λάσπες και βρωμιά. Αιώνια και αμετάβλητη. Κι ένας ουρανός από χιλιοειπωμένα πράγματα. Ένα δειλινό γιγαντιαίο σα γαρούφαλο ανάμεσα από συντρίμμια, παλιοσίδερα και ερείπια. Μια ερημιά από καπνούς, απελπισία και ξερό χορτάρι. Παράγκες και μισοτελειωμένες ισόγειες οικοδομές από τσιμέντο. Ένας καταυλισμός από κοριτσίστικα βλέμματα. Από τρυφερά μάτια, μαντρωμένα σε οικόπεδα δίχως φράχτες. Σόμπες άχρηστες παρατημένες στις αυλές. Κήποι με χαμομήλια και ανεμώνες. Ξεβαμμένα μπαούλα σα μνήματα και μπουγάδες απλωμένες πάνω απ’ τη σκοτεινή χαράδρα της φτώχειας. Σπιτάκια με σπασμένα παράθυρα, φορτωμένα με τα υπολείμματα του παραδείσου των άλλων. Άχρηστα σεσουάρ για μαλλιά, τηλεοράσεις χωρίς σπλάχνα, πλυντήρια δίχως κάδους και κουζίνες δίχως μάτια. Σπίτια σκοτεινά γεμάτα μύγες και μαυρισμένους τοίχους και ζωγραφιστούς ήλιους, παραμορφωμένους και πορφυρούς από παιδικά δάχτυλα.

Η πόρτα ανοίγει. Μια γυναίκα που τα μάγουλά της δεν είχαν σοκολατένιο χρώμα και τα μαλλιά της ήταν αχτένιστα και μπερδεμένα μάς είπε, περάστε. Μας έβαλε να καθίσουμε σε δυο λευκές πλαστικές καρέκλες δίπλα στο παράθυρο. Έξω φαινόταν στο πίσω μέρος της αυλής ένα παρτέρι με μαρούλια μισοφαγωμένα απ’ τις κότες. Δυο παιδιά που οδηγούσαν αυτοκίνητο καθισμένα πάνω σε αναποδογυρισμένους κουβάδες μάς χαμογέλασαν. Χάιδευαν κάθε τόσο τα γεννητικά τους όργανα και γελούσαν και πάνω στις επικίνδυνες στροφές πλάγιαζαν κι έπεφταν στο τσιμέντο. Και μάλωναν και πάλευαν και γελούσαν ξανά.

Η γυναίκα μάς πρόσφερε νερό και λουκούμι. Τα δυο μπροστινά δόντια της έλειπαν και τα υπόλοιπα είχαν κιτρινίσει. Είχε κρεμασμένα μάγουλα, ρυτίδες και κουρέλια αντί για ρούχα. Φλέβες πέταγαν στην μύτη της, τα μάτια της ήταν κατακόκκινα. Ο λαιμός της ζαρωμένος. Στο κεφάλι φορούσε για στέκα ένα βρομερό κουρελάκι. Κάτω απ’ το ριχτό ύφασμα διαγραφόταν τα τεράστια κρεμασμένα στήθια της, η χοντρή κοιλιά και οι μηροί της. Τα νύχια της ήταν μαύρα απ’ τη βρόμα. Πήρε βαθιά ανάσα, φύσηξε τη μύτη της και σκούπισε τις μύξες στα ρούχα της. Σκέφτομαι πως κάποτε μ’ έπιανε τρέλα με τη βρομιά και την έλλειψη αποστείρωσης. Και πως, πολιτισμός σημαίνει αποστείρωση και ζεστό νερό. Και πως η φτώχεια είναι μια τρέλα. Κι ότι κάνουν οι φτωχοί για να ζήσουν είναι καθαρή τρέλα. Όμως εδώ οι γυναίκες είναι σκληρές. Γεννούν συνέχεια σα σκυλιά, στο πάτωμα. Λες και ζουν σε διαφορετικό πλανήτη ή σε άλλον αιώνα.

Μητέρα, βρομιά, θεοί, γέροι, αρρώστιες, παιδιά. Οι άντρες γίνονται κλέφτες και πλανόδιοι πωλητές. Πατάτες, γλάστρες, κοπριά, κρεμμύδια. Οι άντρες φεύγουν το πρωί και γυρνούν το βράδυ. Οι άντρες φορούν ένα λευκό πουκάμισο και ψυχορραγούν. Αιωνίως οι άντρες είναι γύφτοι και οι γυναίκες γύφτισσες.

Κάποιοι ψάχνουν να βρουν που θάβουν οι γύφτοι τούς γύφτους. Οι ρομαντικοί λένε πως οι γύφτοι θάβουν τούς αγαπημένους τους νεκρούς στην καρδιά τους για πάντα. Οι φασίστες λένε πως τους βράζουν σε μεγάλα τσουκάλια οι συγγενείς τους και τούς τρώνε. Οι παπάδες λένε πως τους κηδεύουν και τους θάβουν δίπλα στις μάντρες των νεκροταφείων. Οι θάνατοι των γύφτων είναι στατιστική. Βλέπω κιόλας το τρεμούλιασμα ενός γυφτόπουλου μπροστά στο θάνατο. Τα ποδαράκια του που ξεγαντζώνονται. Τη φωνή του που τη σβήνει ο θρήνος της μάνας μέσα σ’ αυτό το κενό της πτώσης και της εκμηδένισης. Βλέπω κορμιά νόστιμα και κορμιά ευλαβικά. Τους μηρούς της κόρης γυμνούς και τα χαλασμένα δόντια της μάνας. Το νεροχύτη με το πράσινο σαπούνι κολλημένο. Μαύρα ανήσυχα μάτια. Αναμμένα κάρβουνα. Και χνώτο μέσα στο αυτί. Πάνω σε ξεμαλλιασμένα στρώματα στο πάτωμα. Σώματα. Κορμάκια. Δίπλα σε σανίδες, κουτιά και τσόφλια.

Η γυναίκα μάς κοιτούσε και μάς μιλούσε. Της δώσαμε το μεγάλο σάκο με τα παιδικά ρούχα. Μερικά τετράδια και χρώματα. Της δώσαμε συμβουλές και τη μαλώσαμε γιατί δεν κάνει εμβόλια στα παιδιά. Τα μεγάλα μάτια της είχαν στυλωθεί επάνω μας. Κατασκότεινη και φοβισμένη, αργή και μεγαλόπρεπη.

Η γυναίκα κατέβασε απ’ τον τοίχο δίπλα της ένα τεράστιο μολύβι, σχεδόν διακοσμητικό, κάτω από ένα ημερολόγιο πιασμένο με σπάγκο από ένα μαύρο καρφί. Να κοιτάξτε αυτό το μολύβι μας είπε, κραδαίνοντάς το σα γιαταγάνι, μ’ αυτό τα διαλύω όλα, μ’ αυτό διαγράφω τα πάντα.

Εγώ και η γυναίκα μου εγκαταλείψαμε την κουβέντα μας άρον άρον, διότι όπως χειρονομούσε μπροστά στα μάτια μας μ’ αυτό το τεράστιο μολύβι φαινόταν ότι εμάς θα διέγραφε από στιγμή σε στιγμή, μια για πάντα και χωρίς οίκτο.

[φωτογραφία]