φχ

Το χαμόσπιτο βρισκόταν στην άκρη της πόλης και στην άκρη τού κόσμου και στην άκρη τού σύμπαντος. Ένας χώρος από σκουπίδια και σκόνη. Χώμα, λάσπες και βρωμιά. Αιώνια και αμετάβλητη. Κι ένας ουρανός από χιλιοειπωμένα πράγματα. Ένα δειλινό γιγαντιαίο σα γαρούφαλο ανάμεσα από συντρίμμια, παλιοσίδερα και ερείπια. Μια ερημιά από καπνούς, απελπισία και ξερό χορτάρι. Παράγκες και μισοτελειωμένες ισόγειες οικοδομές από τσιμέντο. Ένας καταυλισμός από κοριτσίστικα βλέμματα. Από τρυφερά μάτια, μαντρωμένα σε οικόπεδα δίχως φράχτες. Σόμπες άχρηστες παρατημένες στις αυλές. Κήποι με χαμομήλια και ανεμώνες. Ξεβαμμένα μπαούλα σα μνήματα και μπουγάδες απλωμένες πάνω απ’ τη σκοτεινή χαράδρα της φτώχειας. Σπιτάκια με σπασμένα παράθυρα, φορτωμένα με τα υπολείμματα του παραδείσου των άλλων. Άχρηστα σεσουάρ για μαλλιά, τηλεοράσεις χωρίς σπλάχνα, πλυντήρια δίχως κάδους και κουζίνες δίχως μάτια. Σπίτια σκοτεινά γεμάτα μύγες και μαυρισμένους τοίχους και ζωγραφιστούς ήλιους, παραμορφωμένους και πορφυρούς από παιδικά δάχτυλα.

Η πόρτα ανοίγει. Μια γυναίκα που τα μάγουλά της δεν είχαν σοκολατένιο χρώμα και τα μαλλιά της ήταν αχτένιστα και μπερδεμένα μάς είπε, περάστε. Μας έβαλε να καθίσουμε σε δυο λευκές πλαστικές καρέκλες δίπλα στο παράθυρο. Έξω φαινόταν στο πίσω μέρος της αυλής ένα παρτέρι με μαρούλια μισοφαγωμένα απ’ τις κότες. Δυο παιδιά που οδηγούσαν αυτοκίνητο καθισμένα πάνω σε αναποδογυρισμένους κουβάδες μάς χαμογέλασαν. Χάιδευαν κάθε τόσο τα γεννητικά τους όργανα και γελούσαν και πάνω στις επικίνδυνες στροφές πλάγιαζαν κι έπεφταν στο τσιμέντο. Και μάλωναν και πάλευαν και γελούσαν ξανά.

Η γυναίκα μάς πρόσφερε νερό και λουκούμι. Τα δυο μπροστινά δόντια της έλειπαν και τα υπόλοιπα είχαν κιτρινίσει. Είχε κρεμασμένα μάγουλα, ρυτίδες και κουρέλια αντί για ρούχα. Φλέβες πέταγαν στην μύτη της, τα μάτια της ήταν κατακόκκινα. Ο λαιμός της ζαρωμένος. Στο κεφάλι φορούσε για στέκα ένα βρομερό κουρελάκι. Κάτω απ’ το ριχτό ύφασμα διαγραφόταν τα τεράστια κρεμασμένα στήθια της, η χοντρή κοιλιά και οι μηροί της. Τα νύχια της ήταν μαύρα απ’ τη βρόμα. Πήρε βαθιά ανάσα, φύσηξε τη μύτη της και σκούπισε τις μύξες στα ρούχα της. Σκέφτομαι πως κάποτε μ’ έπιανε τρέλα με τη βρομιά και την έλλειψη αποστείρωσης. Και πως, πολιτισμός σημαίνει αποστείρωση και ζεστό νερό. Και πως η φτώχεια είναι μια τρέλα. Κι ότι κάνουν οι φτωχοί για να ζήσουν είναι καθαρή τρέλα. Όμως εδώ οι γυναίκες είναι σκληρές. Γεννούν συνέχεια σα σκυλιά, στο πάτωμα. Λες και ζουν σε διαφορετικό πλανήτη ή σε άλλον αιώνα.

Μητέρα, βρομιά, θεοί, γέροι, αρρώστιες, παιδιά. Οι άντρες γίνονται κλέφτες και πλανόδιοι πωλητές. Πατάτες, γλάστρες, κοπριά, κρεμμύδια. Οι άντρες φεύγουν το πρωί και γυρνούν το βράδυ. Οι άντρες φορούν ένα λευκό πουκάμισο και ψυχορραγούν. Αιωνίως οι άντρες είναι γύφτοι και οι γυναίκες γύφτισσες.

Κάποιοι ψάχνουν να βρουν που θάβουν οι γύφτοι τούς γύφτους. Οι ρομαντικοί λένε πως οι γύφτοι θάβουν τούς αγαπημένους τους νεκρούς στην καρδιά τους για πάντα. Οι φασίστες λένε πως τους βράζουν σε μεγάλα τσουκάλια οι συγγενείς τους και τούς τρώνε. Οι παπάδες λένε πως τους κηδεύουν και τους θάβουν δίπλα στις μάντρες των νεκροταφείων. Οι θάνατοι των γύφτων είναι στατιστική. Βλέπω κιόλας το τρεμούλιασμα ενός γυφτόπουλου μπροστά στο θάνατο. Τα ποδαράκια του που ξεγαντζώνονται. Τη φωνή του που τη σβήνει ο θρήνος της μάνας μέσα σ’ αυτό το κενό της πτώσης και της εκμηδένισης. Βλέπω κορμιά νόστιμα και κορμιά ευλαβικά. Τους μηρούς της κόρης γυμνούς και τα χαλασμένα δόντια της μάνας. Το νεροχύτη με το πράσινο σαπούνι κολλημένο. Μαύρα ανήσυχα μάτια. Αναμμένα κάρβουνα. Και χνώτο μέσα στο αυτί. Πάνω σε ξεμαλλιασμένα στρώματα στο πάτωμα. Σώματα. Κορμάκια. Δίπλα σε σανίδες, κουτιά και τσόφλια.

Η γυναίκα μάς κοιτούσε και μάς μιλούσε. Της δώσαμε το μεγάλο σάκο με τα παιδικά ρούχα. Μερικά τετράδια και χρώματα. Της δώσαμε συμβουλές και τη μαλώσαμε γιατί δεν κάνει εμβόλια στα παιδιά. Τα μεγάλα μάτια της είχαν στυλωθεί επάνω μας. Κατασκότεινη και φοβισμένη, αργή και μεγαλόπρεπη.

Η γυναίκα κατέβασε απ’ τον τοίχο δίπλα της ένα τεράστιο μολύβι, σχεδόν διακοσμητικό, κάτω από ένα ημερολόγιο πιασμένο με σπάγκο από ένα μαύρο καρφί. Να κοιτάξτε αυτό το μολύβι μας είπε, κραδαίνοντάς το σα γιαταγάνι, μ’ αυτό τα διαλύω όλα, μ’ αυτό διαγράφω τα πάντα.

Εγώ και η γυναίκα μου εγκαταλείψαμε την κουβέντα μας άρον άρον, διότι όπως χειρονομούσε μπροστά στα μάτια μας μ’ αυτό το τεράστιο μολύβι φαινόταν ότι εμάς θα διέγραφε από στιγμή σε στιγμή, μια για πάντα και χωρίς οίκτο.

[φωτογραφία]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s