a

Στην Πουτανιά της

Η πουτανιά της υπό κανονικές συνθήκες
δεν διέφερε πολύ των υπολοίπων θηλυκών.
Ήταν όμως μαστόρισσα στο χειρισμό της!
Αρρωστημένα χαρισματική,
δικαίως αρχιέρεια του απόκρυφου ναού των παραισθήσεων.
Η τέχνη της δεν διδασκόταν, ταξίδευε με τα γονίδια,
σπάνια αρχέγονη κληρονομιά.
Γι’ αυτόν το λόγο άλλωστε,
ελάχιστος ως τώρα παραμένει ο αριθμός
των ικανών μαστόρων.
Γνώριζε βέβαια εξ αρχής
πως αν μπερδευόταν στη ρόκα της
θα τρυπιόταν απ’ άκρη σ’ άκρη.
Κι έτσι που έπαιζε παντού σ’ όλο το γήπεδο
θα μάζευε συνέχεια το τόπι απ’ τα δίχτυα.
Φυσικά και το έκανε όπως έπρεπε.
Δεν ήταν δα και λίγος παίχτης.
Έγινε εραστής και μέντοράς της,
κάτω απ’ την επιρροή του η πουτανιά της.
Πέρασε θριαμβευτικά τα σύνορα,
πήρε το Nobel
και βραβεύτηκαν μαζί δίπλα στη μητέρα Τερέζα.

(1982)

***

Ευ-δόκιμο Παραμύθι

Αφηγούμαι το άγος της Ευδοκίας.
Που με σάπια μήτρα ξύπνησε ένα πρωί γκαστρωμένη.
Και σαστισμένη στο απερινόητο θάμα ξόρκισε το θεό
και το διάβολο. Μετά έκρυψε τη κοιλιά της στα φαρδιά
αποφόρια της πεθαμένης μάνας της ώσπου γέννησε
κρυφά ένα μπάσταρδο όνειρο. Χωρίς φύλο.
Με δυο σάρκινες πτέρυγες.
Έναν δύσμορφο άγγελο
ένα λιπόβαρο βρέφος
ένα στόμα φαφούτικο
που τσίριζε διαρκώς σα στρουθί.

Αφηγούμαι της Ευδοκίας την άτη.
Που αγάπησε το αλλόκοτο γέννημα της. Για λίγο.
Ώσπου αποστρέφοντας το πρόσωπο του ’στριψε
το λαρύγγι. Με δαγκαμένα χείλη και δάχτυλα άτρεμα.
Για να το ρίξει τη νύχτα στο στερεμένο Πηγάδι. Σαν Πέτρα.
Σαν δόντι που έσπασε στους υπερήχους ενός βωβού ουρλιαχτού.

Αφηγούμαι το απροσήγορο ποίημα.
Για μια στέρφα γη που κατάπιε τον καρπό τον αδόκητο.
Και παντρεύτηκε μετά από έρωτα ένα μόρτη γαμιά
που την όργωνε μεθυσμένος με πέτρινο αλέτρι.
Και ούτε πια σκεφτόταν το που ’κανε.
Κι όπως δεν ξανάπιανε σπόρο ο ζευγάς γρήγορα τη βαρέθηκε.
Και τη ξαπόστειλε στο σπίτι που μάνα δεν τη περίμενε.
Στο δρόμο με το κρίμα ζωντανό στο κατόπι της.
Να καταριέται την ώρα που το πέταξε σα σκυλί.
Να ξεριζώνει τα μαλλιά της.
Να γδέρνει το πρόσωπό της ολοφυρόμενη.
να ζητιανεύει μ’ ένα τσίγκινο πιάτο την τιμωρία
και να εισπράττει συμπόνια σε κέρματα.

Μου αφηγείται η κοιλιά του άρρητου λόγου.
Πως σάλεψε ο νους της και ρίχτηκε στο πηγάδι να το ‘βρει.
Πως την περίμενε μοσχοβολώντας Ανθόγαλα.
Πως φτέρωμα θρόιζε στιλπνό στις πτέρυγές του
στο χρώμα του αχάτη.
Και τρέχανε τα μάτια της νερό γλυφό. Χωρίς σταματημό.
Με τα φτερά του να διυλίζουν τα δάκρυα.
Μέχρι που γιόμισε η τρύπα ως απάνω.
Κι έγινε το ξεροπήγαδο μια κρουσταλλοπηγή αστείρευτη
να ξεδιψούν ονειροβλάσταρα αγέννητα ακόμα.

(2013)

***

Για το νησί στη λίμνη
                                       στους Γέητς και Πάουντ

Καταμεσίς στη λίμνη μου, ένα νησάκι κάθε τόσο ξεμυτά:
Έχω το ξύλινο καλύβι μου εκεί, τη μαύρη πετριά σπαρμένη τρία στρέμματα
σίκαλη και καλαμπόκι, έφτιαξα δίπλα ένα μποστάνι καταπράσινο∙
Πέρα στο μοσχομύριστο θυμάρι βουίζουν οι κυψέλες μου με τ’αγριόμελο,
και μια ντουζίνα ελιές που ξεκουράζονται στο σύσκιο τους τα λιμνοπούλια.

Δροσόσταλο το δείλι αργοπέφτει, αργεί ο καφές στη χόβολη,
τρεις κούπες στέκουν στο βαρέλι αντικρύ με το ουίσκι∙
Έρχεστε με βάρκα μονοκάταρτη σταβέντο,
συμπότες του πικρού πιοτού και του ξερού ταμπάκου,
συνταξιδιώτες, ναύκληροι, του ποντισμένου ιμέρου.

Μιμόζες «μη μου άπτου» σώματα, με φούσκαλα τ’ αχείλη, χαιρετάτε,
γιατί στα χαμοπήγαδα γλυφίζει το νερό και απ’ τα μεθυστικά πιοτά
πίνει μοχάχα ο ψυχαδράχτης κι οι ρουφιάνοι του.
Για ποίηση κουβέντα, μόνο ακούμε το σάλεμα στα λιόφυλλα,
το κρώξιμο των γλάρων και την αμφίβια των φρύνων τη σονάτα.

Και πίνουμε βουβά απ’ το ατόφιο μαλτ, το χρόνια ωριμασμένο,
και ντουμανιάζει το καλύβι στον καπνό το σέρτικο,
τους αστρικούς σας ώμους αγκαλιάζω όπως της μάνας μου παλιά,
ο Έζρα παίζει στο βιολίγια τον οικοδεσπότη ένα της κάτω νύχτας κάντο,
σκαρφαλωμένο στα 9/8 της σεβνταλούς Ανατολής.

Αχ, πόσο μικραίνει η νύχτα στο χαρμόλυπο το γλέντι.
Χαράζει και δεν ρώτησα αν βρίσκουνται οι ποιητές στον Άδη,
μήτε αν απαντήσατε τον αηδονόλαλο το Ρούσο τον Σεριόζα
που ’κανε το ταξίδι σας νωρίς, ούτε είπα πως μεθώ τριάντα χρόνους
με τον γλυκόπιοτο τον πόνο που αφήσατε αμανάτι.

Το πρωινό αηδόνι λέει αντίο με μια τρίλλια πριν σωπάσει∙
Αυτό το σώμα, που ντύνει κάθε μέρα η φθορά, αιθεροβατεί
πετώντας χαμηλά σαν πέρδικα να σας ξεπροβοδίσει.
Τώρα σηκώνετε πανί και το φουσκώνει ο νόστος,
κι ο μπάτης μ’ έναν ψίθυρο μου φέρνει τη φωνή σας.

Ο ένας που ζωντάνευε κάτω απ’ την αντάρα των σπαθιών,
αν λησμονήθηκαν τα ξεστρατίσματά του με ρωτά.
Ο άλλος που αντάριαζε με τις σπαθιές του έρωτα,
αν τις καρδιές των ποιητών οι κοπελιές τρυπούν ακόμη…
Και ‘γω πως τίποτε τους απαντώ δεν άλλαξε.

Έζρα, Γουίλι, αγαπημένοι θηρευτές σας δίνω λόγο:
Όταν βουλιάξει πάλι το νησί μου δεν θα το περιμένω να φανεί.
Όπως ο μέρμηγκας τ’ ασήκωτο φουντούκι, ένα βαρέλι ουίσκι θα ζωστώ,
και θα κινήσω να σας βρω ωσάν πορνοβοσκός κι αγύρτης, σέρνοντας ένα τσούρμο σφιχτοκάπουλα κορίτσια του μπουρλέσκ.

Την ακριβή πραμάτεια μου λαθραία θα περάσω από το σκύλο τον τρικέφαλο,
και μες στο χαροκόπι μας τον Άδη θα ρουφήξουμε ως τον πάτο,
όπως μονάχα οι ποιητές και οι τρελοί τον πίνουν.
Για ποίηση ούτε λέξη.
Χρεία καμιά δεν θα ’χομε απ’ την πλανεύτρα πουτανιά της.

(2014)

***

Η μπαλάντα του Μπωντλαίρ
                                                      στην Μ.Π.

Όποιος στην ποίηση βαπτίστηκε με βία,
μωρός θα ήταν ή βαριά κριματισμένος,
στου Σιλωάμ την κολυμβήθρα η αμαρτία
ξεπλύθη. Όμως γυρνά αιώνια γελασμένος,
πως στα νερά της Στύγας είν’ λουσμένος.
Μποέμ, ανέστιος, μπαλάντα ενός φλανέρ,
που άτρωτος περνιέται ο καημένος
και μαχαιρώνεται στους στίχους του Μπωντλαίρ.

Μεταλαβαίνει μια γλυκόπιοτη αγωνία
χωρίς ποτέ φως θεϊκό να ’χει δωρίσει,
τα σωθικά του σκίζουν ράμφη με μανία
που μαύρος οίστρος πάλι θα γεννήσει,
τον έχει ακοίμητο σκουλήκι ροκανίσει,
σημαδεμένης τράπουλας τρελός ζογκλέρ,
που έχει άδοξα στο βράχο μαρτυρήσει
και μαχαιρώνεται στους στίχους του Μπωντλαίρ.

Για φεγγαρόσκιωτους κι ανήλιους τόπους,
βάζει στα φέρετρα πανιά και ταξιδεύει.
Συντρίμμι από ναυάγιο σώζει ανθρώπους,
καθώς η άβυσσο κρυφά παραμονεύει,
τον αστρολάβο του ν’ αρπάξει που χορεύει
στις κυματοκορφές. Ληστής κι αδέξιος κομπέρ,
με τα μπουλούκια του έρωτα περιοδεύει
και μαχαιρώνεται στους στίχους του Μπωντλαίρ.

Σβιούν οι ανέμοι στην ψυχή και τονε σέρνει
μέσα της η γη. Ψεύτικο γνέφει «ατού τα λερ»,
με τη στερνή μπαλάντα του στην πλώρη γέρνει
και μαχαιρώνεται στους στίχους του Μπωντλαίρ.

(2014)

***

Χορογραφία

Την ώρα που νεαροί γερανοί χορεύουν στην τάιγκα –
από τη σιβηρική τούντρα ως τα βάθη της Μαντζουρίας,
η βαρύτητα γκρεμίζει τον pagliaccio di Dio στην τρέλα,
και ο κύκνος με τα κυρτά, άκαμπτα πόδια πεθαίνει από ζήλεια.

Την ίδια ώρα ο δανδής Σερζ
(ο πιο ιδιοφυής homo padrone μετά τον Ουάιλντ),
στο γούνινο παλτό του αναρωτιέται
αν ερωτοτροπούν με τσαλίμια ή χορεύουν πραγματικά
τα αδέξια πουλιά που κλέβουν τη λάμψη των αστεριών του,
θέλοντας να εμφυσήσει a ses poulains την ουσία
που δεν αιχμαλωτίζουν οι λέξεις ή ο φακός της κάμερας
παρά γλυστρά απ’ τα δόκανα αφήνοντας ένα κομμάτι ουρά∙

οι γερανοί χορεύουν όπως τα χνούδια της λεύκας στον άνεμο,
όπως η χαρά των παιδιών ερήμην των κηδεμόνων
αφήνεται έρμαιο στην παιγνιώδη διάθεση της σαγήνης,
είναι το πινέλο των αυτοκρατορικών καλλιγράφων στο Πέι τσιν,
η τυρβώδης ροή των νιφάδων στη χιονοθύελλα,

την ώρα που οι pointes της Παύλοβα
(χωρίς τους ξύλινους πάτους) κρέμονται στο καρφί,
ο Βάσλαβ περιφέρει τον Φαύνο του στα τρελάδικα
και στέκεται μετέωρος στον αέρα για χίλιες ανάσες,

με τα φτερά των γερανών στην τρύπια ψυχή,
άστρο ματαιωμένο στο θάμβος του
που οι δικές του το καταπίνουν δίνες.

(2015)

***

Ονειροσκόπηση
                                 στον Β.Λαλιώτη

Ονειρεύομαι συχνά το παλιό μου σπίτι
να περιμένει θλιμμένο τις μπουλντόζες της αντιπαροχής.
Εσύ βαδίζεις στην κεραμοσκεπή
με πέλματα οικόσιτης αιγυπτιακής γάτας
καταβροχθίζοντας χοντρές μπουκιές σκοταδιού.
Μου λες: “Το πάθος δεν είναι φωτιά,
είναι ο άνεμος που τη φουντώνει
για να σκορπίσει μετά τ’ απομεινάρια της δώθε κει.
Είναι η πνοή στα πανιά ενός καραβιού
καρφωμένου στη γυάλινη θάλασσα…”

Τα απαράλλαχτα λόγια σου δίνουν κάθε φορά
στην ικεσία μου χροιά προσταγής:
“Φύσηξε Ζέφυρε, φύσ’ Απηλιώτη στη ξεκομμένη σπίθα,
να λαμπαδιάσουν τα λίθινα δάση,
να σκορπίσει η λασπερή σκόνη της ερημίας
που φράζει τα ρουθούνια της απαντοχής”

Πίνω τα χρόνια μου σαν το γλυφό νερό.
Ρουφώ όλη τη σιωπή από τη βρύση του θεού.
Φωτιές αχάιδευτες απ’ τους ανέμους
τρώνε το δέρμα μου χωρίς να φτάσουν στο κόκαλο.
Με καίνε φλόγες πάγου που σβήνουν στον εαυτό τους
κι όταν ανοίγει τον ασκό του ο Αίολος,
άλλο δεν βρίσκει να σαρώσει από στάχτες.

(2015)

Advertisements

One thought on “6 Ποιήματα | Δημήτρης Νικηφόρου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s