sun

Κείνο το καλοκαίρι το είχα πάρει απόφαση, δεν θα πήγαινα διακοπές. Μάταια φίλοι και συγγενείς προσπαθούσαν να πείσουν το ξερό μου κεφάλι για το αντίθετο…Όχι με τίποτα, ήμουν ανένδοτος, αποκλείεται… Θα έμενα στην Αθήνα που ήταν άδεια και ήσυχη.

Ήμουν στο μπαλκόνι χυμένος στην ξαπλώστρα και ίσως ο μοναδικός ακροατής της φιλαρμονικής των τζιτζικιών όταν άκουσα ένα ακορντεόν και κάποιον να διαλαλεί κάτι, πολύ κοντά μου, αλλά δε έβλεπα τίποτα. Κοίταζα, κοίταζα, μα του κάκου, στραβομάρα να ‘χα;

Στην τσέπη του πουκαμίσου μου είχα το μονόκλ που μου το είχε δώσει ξέρετε ποιος, το στερεώνω στην άκρη του ματιού μου και βλέπω θάλασσα μπροστά μου. Δεν είμαστε καλά, η κοντινότερη πηγή ιωδίου ήταν χιλιόμετρα μακριά και η μύτη μου δε με γελά ποτέ σε κάτι τέτοια.

Από το ένα μάτι έβλεπα Αθήνα και από το άλλο νερό, μπα σε καλό σου. Τα πλάνα μου μάτια άχρονα και άτοπα μεταξύ τους, το λοιπόν αποφάσισα με την μια παλάμη να κλείσω το μάτι που έβλεπε την πρωτεύουσα και να κοιτώ με το άλλο που είχα στερεώσει το μονόκλ. Είτε με τα δύο είτε με το ένα μονόφθαλμοι είμαστε έτσι κι αλλιώς στη ζωή μας.

Εν μέσω αφρών και κυμάτων διέκρινα κάτι σαν καρουζέλ πάνω σε μια βραχονησίδα και έναν μικροσκοπικό ανθρωπάκο με ένα ακορντεόν, ένα δεκανίκι και μια ντουντούκα να φωνάζει «Για περάστε, για περάστε, στη Λοταρία των Στιγμών». Το καρουζέλ αυτό δεν ήταν με άλογα όπως ξέρουμε αλλά με κλουβιά. Ναι, ναι, καλά διαβάσατε!

Παίρνω την πρώτη βάρκα που βρίσκω στην ακτή και πλησιάζω προς το μέρος του νάνου. «Ψιτ κύριος θέλεις να δοκιμάσεις την τύχη σου στις στιγμές;» μου λέει με ύφος συνωμοτικό. «Δηλαδής;» τον ρωτάω μάγκικα μη με περάσει για στραβάδι. «Δηλαδής μίστερ, μπαίνεις σε ένα από αυτά τα κλουβάκια και ζεις στιγμές από πολύ ωραίες, μέχρι πολύ άσχημες, δεν διαρκούν για πάντα, αλλά δεν απέχουν από την πραγματικότητα καθόλου, θα είναι λες και τις ζεις στ’ αλήθεια, τι λες; Πάμε;»

Αν και δεν φημίζομαι για τα ρίσκα που παίρνω του είπα εντάξει. Το καρουζέλ με τα κλουβάκια γύρναγε γύρω γύρω και όταν ήθελα να σταματήσει για να μπω σε ένα θα του το έλεγα και αυτός θα τράβαγε το μοχλό που είχε μπροστά του. Έτσι και έγινε. Μπήκα μέσα σε ένα από αυτά και η πόρτα έκλεισε ερμητικά, τότε…

Βρέθηκα να παλεύω με τα κύματα κάτω από το νερό, κολυμπώντας έφθασα σε μια παραλία όπου εστίες φωτιάς τη φωτίζανε. Βγήκα στην ακτή με ένα κορμί λες το ‘χε σμιλεύσει ο Φειδίας -Θεέ μου τι παρωδία-, σωστός Κούρος.

Γυναίκες, πολλές γυναίκες, πανέμορφες με κοιτούσαν με βλέμμα λάγνο, γυμνές από τη μέση και πάνω. Λευκές, μαύρες, από όλες τι φυλές χορεύανε σε κρουστών ρυθμούς, μου φέρανε χυμό καρύδας για να ξεδιψάσω και ύστερα με φίλησαν στα χείλη μία μία . Με δαγκώνανε απαλά σε όλο το κορμί και με χαϊδεύανε σε σημεία που μου προκαλούσαν ρίγος. Ήταν τέλεια, μια από αυτές (κάπου την είχα ξαναδεί) με πλησιάζει και μου δίνει να δαγκώσω ένα μήλο αφού πρώτα το είχε δαγκώσει αυτή και τότε όλα άρχισαν να περιστρέφονται γύρω μου.

Τσούπ, να ‘μαι πίσω στη θάλασσα να προσπαθώ να βγω έξω για να πάρω ανάσα…Ρίχνω μια ματιά στους βράχους, πάντα το είχα απορία, μου φαινόντουσαν ξένοι, σα τσόντα στο σκισμένο τοπίο μιας πρωτεύουσας σκιών.

Έβγαλα το μονόκλ, το επέστρεψα στη θέση του, κοιμήθηκα και ξύπνησα με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά… Καλό Καλοκαίρι!!!

[φωτογραφία]

Advertisements

3 thoughts on “Θερινή αμαρτία | Σταμάτης Γκαβέτας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s