marian 3

[ποίηση: 1956 – 2003]

Θὰ στρίψεις τὸ λαιμὸ τοῦ ποιήματος

Θὰ στρίψεις τὸ λαιμὸ τοῦ ποιήματος
ὅταν πληροφορηθεῖς ὅτι αὐτὸ γράφει γιὰ ὅλους ἐκτὸς
ἀπὸ σένα;
Ἐπώδυνη ἐξέλιξη χωρὶς ἀντικείμενο.
Μὴν φοβᾶσαι:
πάντα ὑπάρχει κάποιος
(ἕνα στόμα κολλῶδες)
νὰ σοῦ ψιθυρίσει τὴν ἀλήθεια τοῦ αὔριο
καὶ τὴν ἱστορία μὲ τὴν ὄπισθεν.

***

Μία, ἐνοχὴ καὶ φόβος

Μία ἐνοχὴ καὶ ὁ φόβος
μπροστὰ στὶς στραγγαλισμένες ἀλήθειες!
Ποιός μάρτυρας θὰ καταθέσει
γιὰ τὰ εἰς βάρος μας ἐγκλήματα;
Ἁπλὰ λόγια τοῦ τώρα
βιδωμένα σὲ ἕνα καὶ μόνο σῶμα,
τὸ ὁποῖο μπορεῖτε νὰ προσφέρετε στὸ θάνατο,
θὰ σᾶς κάνει καλύτερους;
Δὲν εἶμαι μιὰ ἠθικὴὕπαρξη.
Ποιός, ζῶντας, θὰ μποροῦσε νὰ παραμείνει
καθαρὸς καὶ εἰλικρινής;
Ἀλλὰ μερικὲς φορές, τὶς ζεστὲς καλοκαιριάτικες νύχτες,
ὅταν ἀρχίζουν νὰ κατεβαίνουν τὴ σκάλα τῆς ἐξέλιξης τέτοιων εἰδῶν,
σκέφτομαι καὶ βλέπω μὲ τὸ μάτι στὸ μέτωπο,
μόνη καὶ καταλυπημένη.

Τότε ἀκούγονται ἄσματα καὶ κατάρες
σὲ μιὰ γλώσσα ποὺ ἄλλοτε ὀνειρευόμασταν…

***

Στὸ τέλος μένει πάντα ὁ φόβος

Στὸ τέλος μένει πάντα ὁ φόβος
καὶ αὐτὸ τὸ συναίσθημα τῆς ἐρημικῆς μοναξιᾶς
τῶν παραμέτρων
ἀνάμεσα σ’ ἕνα σάπιο καὶ σὲ ἕνα ὑγιὲς μῆλο.
Ἂν ἅπλωνες τὸ χέρι,
θὰ μποροῦσα νὰ εἶμαι σίγουρη γιὰ τὴν ὕπαρξή μου
μεταξὺ τοῦ ἐπινικελωμένου καθίσματος καὶ τοῦ παράθυρου.
Ἂν μαστίγωνες τὴ συνείδησή μου
θὰ μποροῦσε νὰ ἀναδυθεῖ κι ἕνα καλὸ πράγμα,
‒ μιὰ χούφτα ἀρωματικὲς στάχτες σπινθιρίζουσες,
ποὺ θὰ σκορπιστοῦν καὶ πάλι στὸν κόσμο …

Ἀλλὰ κανεὶς δὲν πλησιάζει στὸ ἐπινικελωμένο κάθισμα τοῦ παραθύρου
Ξέρω: τὸ χῶμα δὲν προσμένει παρὰ μονάχα κρέας ὠμό,
τὸ ὁποῖο ποτὲ δὲν θὰ ξαναγυρίσει μέσα στὸν κόσμο, ὡς …

***

Ἀρνήθηκα

Ἀρνήθηκα
τὴν ἐκτροφὴ μεταξοσκώληκα
ὅπως τὴν τελευταία νύχτα, ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ κοιτάξουμε τὸν
οὐρανό.
Ἀρνήθηκα τὴν ἀνάμνησή σου
ὅπως τὴν πιὸ ἀγαπημένηἐμμονή:
«ἐγώ», παιδάκι, σὲ μιὰ πόλη ἐπαρχιακή,
σφίγγοντας ἀργότερα τὰ δόντια τὰ φρέσκα μήλα του δάσους.
Ἕνας θάνατος!
Ἀρνήθηκα τὴν γλυκύτητα τοῦ μαχαιριοῦ σας,
ὅπως τὰ μοιρολόγια τῶν θλιμμένων γερόντων
μέσα στὰ ὁποῖα ἀκόμη γελᾶ
ἡ προσφορὰ – τῶντριῶν ἡμερῶν πεθαμένου …

[Ποιήματα ἀπὸ τὸ βιβλίο “Πέντε” – ἀνθολογία ποίησης στὴν ὁποία συμμετέχουν Ghiu Bogdan, Ion Bogdan Lefter, Mariana Marin καὶ Alexandru Musina, Ἐκδόσεις Litera, Βουκουρέστι, 1982]


Nicolae Manolescu

«Ἀπρίλη, ἐσένα σὲ φοβᾶμαι!»

[…Αὐτὸς ὁ στίχος τῆς Ἐλεγείας V ἀναδείχθηκε σὲ προαίσθηση: Ἡ Mariana Marin ἀπεβίωσε ξαφνικά, τὴν τελευταῖα ἡμέρα τοῦ Μαρτίου [σ.τ.μ.: 2003]. Δὲν πρόλαβε τὸν μήνα ποὺ φοβόταν. Συμπλήρωνε μόλις τὰ 47 της χρόνια. Ἦταν ἄρρωστη, ἀλλὰ δὲν ἔκλαιγε. Τὴν τελευταία φορὰ ποὺ τὴν εἶδα στα Γραφεῖα μας ξεχείλιζε ἀπὸ χαρά. Μὲ μιὰ ὕποπτη πληθωρικότητα προσπαθοῦσε νὰ μὴν μᾶς ἀφήσει νὰ παρατηρήσουμε κάποιον φόβο. Ἀντιθέτως, ἡ ποίησή της, δὲνἔκρυψε ποτὲ τὸ δράμα της. Δὲν εἶναι ἀπαραίτητη ἡ σχέση ἀνάμεσα στὸν τρόπο τοῦ ζεῖν ἑνὸς ἀνθρώπου (φαινομενικὰ πάντα) μὲ τὴν λογοτεχνικὴ ἔκφρασή του. Ἡ βαρύτητα τῆς ποίησης τῆς Mariana Marin ἦταν προφανὴς ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ὅταν πρωτοπαρουσιάστηκε, στὶς ἐκδηλώσεις τοῦ Ποιητικοῦ Κύκλου,ἔκανε μιὰ ἐντυπωσιακὴ ἐμφάνιση. Δὲν ἦταν, τρόπος τοῦ λέγειν, σὲ ἁρμονία μὲ τὴν γενιά της, τὴν ὁποία, ὅπως ἔλεγε, ἔμαθε ἀργότερα νὰ ἀγαπᾶ. Δὲν εἶχε διάθεση νὰ παίξει. Εἶχε κάτι νὰ πεῖ καὶ τὸ εἶπε στὰ ἴσια. Ἡ ποίησή της δὲν ἔχει σκοτεινὰ σημεῖα. Ἔχει μονάχα ξέφωτα. Εἶναι ἕνα εἶδος συνεχοῦς ἐλεγείας.

Μιὰ ἐλεγεία εἶναι κι αὐτὴ ἡ σελίδα τοῦ περιοδικοῦ ποὺ τὴν λάτρεψε. Ἡ πρώτη μετὰ τὴν ἀναχώρησή της. Μέσα σὲ μιὰ βαθειὰ θλίψη δὲνμποροῦμε νὰ ἐπεκταθοῦμε περισσότερο. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα θὰ παίξει τὸν κρίσιμο ρόλο της ἡ κριτικὴ καὶ ἡ ἱστορία τῆς λογοτεχνίας. Ἡ Mariana Marin εἶναι μιὰ ἐξαιρετικὴ ποιήτρια…]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s