lil

Είμαι πάλι τρελή; Πώς μπορώ κι ανεβοκατεβαίνω αυτό το σκοινί; Πέφτω, μα την τελευταία στιγμή, αφού έχω δει το χάος, συνειδητοποιώ ότι κρατώ το σκοινί. Και μιας και είμαι κατά φαντασία κουκλοπαίκτρια -μα στα αλήθεια μια απλή κούκλα, στο έλεος της ζωής αλλά προσοχή, κούκλα, όχι άνθρωπος, όχι όμορφη, αλλά κούκλα, στο έλεος κάποιου δεξιοτέχνη, ή μέτριου, ή ελεεινού κουκλοπαίκτη- ξανανεβαίνω και φτου κι από την αρχή. Λογική και παράλογο χέρι χέρι στο χορό του Ζαλόγγου. Έχω δει μια ταινία με αυτό το θέμα∙ δεν είναι δικιά μου ιδέα και όποτε το λέω αυτό προσθέτω και ένα: ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΕΝ ΛΕΩ ΠΟΤΕ ΨΕΜΑΤΑ, ΑΛΗΘΕΙΑ.

Είδα τη μαμά εχθές στον ύπνο μου. Στην αρχή δεν ήξερα πως ήτανε εκείνη, σε ένα πολύ μεγάλο φωτεινό σπίτι όπου έμενα. Πήγα στο δωμάτιό μου∙ στο κρεβάτι κοιμόταν κάποια με δύο μαύρες γόβες στα πόδια της. «Μα τί δουλειά έχει αυτός ο άνθρωπος σπίτι μου;» είπα και άρχισα να σηκώνω ένα ένα τα σκεπάσματα. Ένα, δύο, τρία, ήταν πολλά. Βλέπω τη μάνα μου σάπια, τα μαλλιά της μακριά, το δάκτυλο στο στόμα, έτσι την αναγνώρισα. «Δεν είναι δυνατόν, πέθανε η μαμά μου, σάπισε η μαμά μου;» είπα και συνέχισα να σηκώνω κι αλλά σκεπάσματα με αγωνία. «Όχι, δεν πέθανε η μαμά μου!» και να την, με όλο της το μεγαλείο, οι γόβες εξαφανίστηκαν μονομιάς. «Αυτό το σπίτι μας το παρέχει το γερμανικό κράτος επειδή δεν έχουμε καμιά περιουσία». «Μα εγώ έχω», σκέφτηκα με φόβο, «πάλι ψέματα λέει, ποιος ξέρει που έχουμε μπλέξει πάλι». Και ξύπνησα το πρωί και ήταν πολύ όμορφη μέρα, η Πινέζα έτρεμε. «Πήγαινε κοριτσάκι μου να κάνεις τα κακά σου στο μπάνιο και μόλις πιω τον καφέ μου θα πάμε βόλτα. Βλέπεις χθες δεν την είχα βγάλει βόλτα. Δεν έχω παιδιά και έτσι κακοποιώ ζώα. Η Πινέζα είναι η σκυλίτσα μου. Και αυτό το άγιο σκυλάκι πήγε στο μπάνιο και έκανε κακά της και εγώ τα μάζεψα και βγήκαμε βόλτα. ΜΕΧΡΙ ΕΔΩ ΚΑΛΑ.

Έλα που είχα κατεβάσει τα καδράκια από τον τοίχο κι όταν γύρισα το αυτοποτρέτο μου ήταν μες στη μούρη μου, πάνω στο τραπεζάκι, μπροστά στον καναπέ. Εγώ λέω πως είναι αυτοπροαίρετο. Δεν μου μοιάζει καθόλου. Στα αλήθεια νομίζω πως είναι μια αηδία αλλά βλέπε, βλέπε το αγάπησα…

Έλα εκεί σε αυτή τη ζωγραφιά υπάρχει και κάποιος άλλος. Κάποιο λάθος θα έκανα ή για να ισορροπήσω τη ζωγραφιά προέκυψε ένας άλλος στο αυτοποτρέτο μου. Και ‘γω ήμουν πολύ μόνη και ακόμα ψάχνω. Άλλους τους βρίσκω και τους χάνω ή τους διώχνω, ή έτσι συμβαίνει, τι να λέμε τώρα… Όμως η μέρα ήταν πολύ όμορφη και άρχισα να φαντασιώνομαι πως είναι όλα εφικτά και ‘γω έχω χρήματα να κυνηγήσω ό,τι άφησα στη μέση, να κάνω κάτι ακόμα που μου αρέσει, ότι είμαι 18 χρονών και μπορώ να ξεκινήσω τα πάντα κι είμαι όμορφη. Ο δάσκαλός μου είναι συμμαθητής μου και έχουμε όλη τη ζωή μπροστά μας και τη δύναμη να βρούμε ό,τι μας λείπει.

Και πήγα και του είπα αυτός είσαι εσύ κι αυτή είμαι ‘γω και είναι πολύ σημαντικό να έρθω ΕΔΩ γιατί η ζωγραφική σου με συγκινεί! Και ίσως μια φιλία ή ένας έρωτας να γεννιόταν άμα δεν έλεγα προηγουμένως ότι έχω μπει 4 φορές στο ψυχιατρείο και μάλλον πρέπει να ξαναμπώ, γιατί σε ζωγράφισα πριν σε γνωρίσω και αυτό κάτι σημαίνει αλλά δεν σημαίνει και τίποτα.

Σε τρόμαξα; Όχι, αλλά πάρε τα φάρμακα σου. Και πόσο θαυμάζω το θάρρος μου που σου είπα ότι αυτά τα λένε οι φασίστες, αλλά μετά δείλιασα πάλι και σου έστειλα μήνυμα ότι έχεις δίκιο.

Μα δεν με άφησες να σε γνωρίσω και μου λες τρίχες γιατί τρόμαξες αλλά ζωγραφίζεις πολύ ωραία. Εγώ παίζω κουκλοθέατρο και δεν είμαι ρεαλίστρια στη ζωγραφική, δεν ξέρω άλλωστε να το κάνω για να σε συγκινήσω εξίσου. Ελπίζω να βρω το κουράγιο να σε καλέσω σε καμιά παράσταση, αλλά τώρα πια εσύ βάζεις τη λέξη ψυχο- πρώτα, γιατί πολύ απλά το πρωί κοιμόσουν και δεν είδες πόσο ωραία μέρα είχε. Και άλλωστε τα φάρμακά μου τα παίρνω, αλλά αυτό δεν σε αφόρα, όπως δεν σε αφόρα ότι παίρνω τόσα ώστε να μη χάνω τον εαυτό μου και να μπορώ να ζωγραφίζω όπως ζωγραφίζω άτσαλα και να χάνω τη λογική μου μερικές φορές…

Είναι όλοι οι κουκλοπαίκτες μαζεμένοι, όλοι οι φίλοι μου. Και να σου, αρχίζει να παίζει μουσική και τον βλέπω χαρούμενο να τραγουδάει. Όλοι θέλουν να με χαιρετίσουν αλλά εγώ τους αποφεύγω. «Μα δεν μπορώ τώρα». Και σκέφτομαι πως είμαι θεότρελή, γιατί να ζωντάνεψε και είναι καλά. Μα εγώ το ξέρω πως τον κουβάλησα μέσα σε μια μαξιλαροθήκη και ήταν τα κανιά του τόσο μακριά… Έχει πεθάνει καιρό. Πάει έλιωσε και ‘γω τον κουβάλησα. Μάλιστα του έκλεψα και ένα τσιγάρο, μα τί πειράζει έχει πεθάνει από καιρό. Μα να, ζωντάνεψε πάλι κι είναι καλά. Πώς να εξηγήσω όλα αυτά, αυτό το παιχνίδι του μυαλού μου τι πάει να ισορροπήσει… Μα να ζωντάνεψε πάλι και είναι καλά…

Και μετά, είμαι στο ερειπωμένο κτήριο, χιλιάδες οι άνθρωποι και έχει γιορτή. «Είναι μεγάλο το βάρος» σκέφτομαι «θα αντέξει ο σκελετός;» Είναι παλιό το κτήριο και κοιτώ από την ταράτσα προς τα κάτω. Με τρομάζει το ύψος και ένας άνθρωπος κάνει το ίδιο απέναντι. Είμαι εγώ αυτός ο άνθρωπος; Μα αυτός είναι άντρας; Και να σου, που πηδάει, τον βλέπω να σωριάζετε στο τσιμέντο, να σκάει στο τσιμέντο. «Πάει πέθανε!» σκέφτομαι, μα την ίδια στιγμή σηκώνετε και σμίγει με το πλήθος.

Ε, λοιπόν, έχω δικαίωμα να ονειρεύομαι ό,τι θέλω.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s