m

«Ο Όμηρος είχε ένα σκύλο
Το ίδιο κι ο Οδυσσέας
Που γνώριζαν καλά
Την άδολη και σιωπηρή
Αγάπη»

Ήταν το πρώτο μας ταξίδι. Τ’ ονειρευόμουνα από καιρό. Πήγαιναν πολλά χρόνια από τότε που είχα πάει στο νησί. Η τελευταία φορά, αν θυμάμαι καλά, ήταν στο θάνατο της Αθανασίας. Μας είχε μεγαλώσει τον αδερφό μου κι εμένα. Είχαν προηγηθεί οι γονείς μας. Γι’ αυτό και δε μου ‘λεγε τίποτα να γυρίσω στα πάτρια εδάφη. Άλλωστε, παρόλο που είχα πολλούς συγγενείς εκεί, σπίτι δικό μου δεν είχα. Ένιωθα πραγματικά ορφανός κι η ορφάνια γίνεται βαριά κι ασήκωτη εκεί που τη γνώρισες και την έζησες.

Μια πρόσκληση από τον τοπικό σύλλογο των Γυναικών του νησιού για μια σειρά διαλέξεων, μ’ έκανε ν’ αναθεωρήσω τις απόψεις μου για τα συναισθήματά μου-άλλωστε, είχε σ’ αυτό βοηθήσει πολύ και το πέρασμα του καιρού. Αλήθεια, γιατί η πρώτη εντύπωση του ωραίου τοπίου, η ενός αγαπημένου προσώπου να μη μένει το ίδιο έντονη στη μνήμη και στην καρδιά, όπως στην αρχή;.. Άρωμα κολόνιας σ’ ένα μπουκάλι από καιρό ανοιγμένο…

Το ταξίδι δεν ήταν τόσο εύκολο. Ενώ άρχισε καλά, φεύγοντας από το σπίτι για τον Πειραιά με το ταξί του Θανάση που λάτρευε το Βαλ –είχε κι αυτός σκυλί, κι έτσι «ουδέν πρόβλημα»,το ίδιο δεν συνέβη και στο πλοίο. Μετά τον έλεγχο των εισιτηρίων και την αναγνώριση της θέσης μου, κοντά στο παράθυρο-κάτι που απόφευγα εντελώς και επιμελώς στα αεροπλάνα- ήρθε η συνοδός για να μου πει «Το σκυλάκι σας»- ευτυχώς που δε μου είπε «το σκύλο σας», μ’ εκείνο τον ιδιαίτερο τόνο που βάζουν σ’ αυτή τη λέξη πολλοί στη φωνή τους, «θα πρέπει να μπει στην κλούβα»!

«Εγώ μπορεί να μπω… αυτό εδώ όμως ποτέ! Αλλιώς βγαίνω αμέσως από το πλοίο!» Ήταν τόσο κατηγορηματικός ο τόνος μου, το χρώμα και τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου, που η συνοδός καταλάγιασε λίγο κι άρχισε να λέει « Αν δεν ενοχλεί τους πλαϊνούς σας…» Ως εκ θαύματος, οι πλαϊνοί μου ήταν νέα φιλόζωα παιδιά που εν χωρώ είπαν: «όχι… όχι καθόλου!» Ευτυχώς που το συμβάν έληξε εκεί. Ο Βαλ, ο οποίος έχει μια διαίσθηση οξύτερη από ανθρώπινη, είχε αντιληφθεί τα πάντα. Ένιωσα ότι δεν του άρεσε αυτό που είχε γίνει, και παρόλο που είναι φιλικός με τους ανθρώπους, τούτη τη φορά όμως ήταν επιφυλακτικός. Δεν ήθελε να μου δημιουργήσει κανένα νέο πρόβλημα. Ποτέ δεν κατάλαβα την γελοία αντίδραση πολλών, ιδίως των μεγάλων, απέναντι στα σκυλάκια. Ναι.., ναι.., ξέρω… Άλλοτε δεν τα πρόσεχαν τα αφεντικά τους.., υπήρχαν αρρώστιες.., ήταν άγρια και δάγκωναν.., και πολλά άλλα τέτοια. Υποτίθεται όμως, ότι όσο μεγαλώνουμε, τόσο και πιο σοφοί γινόμαστε. Επιτρέπεται, σήμερα. ν’ ακούς παρατηρήσεις σαν αυτή που μου έκανε μια «κυρία» σε ένα μαγαζί, μπροστά στο ταμείο, όπου και προηγείτο: «Το ξέρετε ότι απαγορεύεται να μπαίνετε εδώ μέσα με σκύλους; (λέξη τονισμένη όπως είπα παραπάνω) «Γιατί κυρία μου;» την ρωτώ. «Διότι βγάζουν τρίχες που πετάνε εδώ κι εκεί!» Ήταν κοντή, χοντρή μ’ ένα μεγάλο κεφάλι, που φαινόταν μεγαλύτερο .από ένα βαμμένο κοκκινόξανθο και κακοχτενισμένο μαλλί σαν τζίβα. «Εσείς ξέρετε πόσες τρίχες αιωρούνται σε τούτο εδώ το χώρο από τα δικά σας μαλλιά, από την ώρα που μπήκατε μέχρι τώρα;.. Ζήτησα εγώ γι’ αυτό να μη μπαίνετε στο μαγαζί;…» Δε ξέρω αν είχε προλάβει να πληρώσει, αλλά θυμάμαι ότι μάζεψε γρήγορα τα ψώνια της κι έφυγε τρέχοντας, μουρμουρίζοντας λόγια ακατανόητα.

Όταν ήμουν στη Νέα Υόρκη, κάθε πρωί, πηγαίνοντας στο γραφείο συναντούσα στο δρόμο μου ένα λεπτό νεαρό φοιτητή (πώς το ‘ξερα;.. ήταν πασίγνωστο ότι οι φοιτητές μόνο έκαναν τούτη τη δουλειά) να κρατάει στο χέρι του κάπου δέκα λουριά, που στις άκρες τους ήταν δεμένα δέκα σκυλιά διαφορετικού μεγέθους και ράτσας. Όλα ράτσας! Μπροστά πήγαιναν τα μεγάλα, κι ακολουθούσαν τα άλλα ανάλογα με το μέγεθός τους, όπως τότε στο σχολείο που μας έβαζαν στη σειρά για τη σχολική παρέλαση. Είχα προσέξει ότι κάθε μέρα τα τελευταία ήσαν δυο λευκά πανομοιότυπα σκυλάκια με αυτιά και ουρά σηκωτά. Αλλά δεν ήταν αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους που μ’ εντυπωσίασαν τόσο, όσο η τρέλα τους. Εξηγούμαι: ενώ τα άλλα μέλη της παρέας, ιδίως οι μεγαλόσωμοι μπροστάρηδες, ήταν βαρείς κι ασήκωτοι, τούτα δω τα τελευταία ήταν κάτι άλλο! Γαύγιζαν στο παραμικρό, τραβούσαν τα λουριά για να γυρίσουν το κεφάλι τους εκεί που άρεσε σ’ αυτά… Νόμιζα ότι κάθε πρωί ήθελαν να παίξουν μαζί μου. Ρώτησα τον Τομ, έτσι έλεγαν τον “doggy walker”, τον περιπατητή σκυλιών, για τη ράτσα αυτών των δυο τελευταίων. «Γουέστ Χάιλαντ Γουάιτ Τεριέ» (West Highland White Terrier) ή κοινώς Γουέστι (Westie) μου απάντησε, που σημαίνει Άσπρο Τεριέ (αυτό είναι το όνομα της οικογένειας) των Δυτικών Υψιπεδίων (βρίσκονται στη Σκωτία). Οπότε οι «φίλοι» μου είναι Σκωτσέζοι, σκέφτηκα, γελώντας, μπαίνοντας στο γραφείο μου. Έτρεξα αμέσως στο κομπιούτερ να βρω περισσότερα γι’ αυτή την οικογένεια. «Τα τεριέ ανεπτύχθησαν κυρίως στα Βρετανικά νησιά και το όνομά τους προέρχεται από το λατινικό τέρα (terrα) που σημαίνει «γη»,και είναι πολύ αγαπητά κυρίως λόγω της χάρης και της εξυπνάδας τους.» Έλεγε πολλά άλλα και διάφορα για τα χαρακτηριστικά και την εμφάνισή τους, αλλά εκείνο που μου προξένησε έκπληξη, όχι ευχάριστη πρέπει να ομολογήσω, ήταν το σημείο εκείνο που έλεγε: «Τα Γουέστι είναι για νέους ανθρώπους», εγώ είμαι κοντά στη σύνταξη σκέφτηκα απογοητευμένος και έτοιμος να παραιτηθώ από το όνειρο μου ν’ αποκτήσω ένα, όταν παρακάτω διευκρίνιζε ότι «…με νέος εννοούμε δυνατός, με κουράγιο και υπομονή…», ε, όχι όλα αυτά τα διαθέτω ακόμα, μονολόγησα, και ξαναγύρισα στην επιθυμία μου ν’ αποκτήσω μια τέτοια άσπρη «μπαλίτσα», κι ας δινόμουνα στην υπερκινητικότητα και την επιθυμία του για παιγνίδι. Άλλωστε πως θα γέμιζα τη μέρα μου, όταν δε θα δούλευα.

Η Νέα Υόρκη δεν άργησε να γίνει ανάμνηση. Η Αθήνα έλαμπε κατακόκκινη και μυρωδάτη από τα πασχαλινά αυγά και τα τσουρέκια. Ήταν η πρώτη φορά, ύστερα από πολύ καιρό που θα γιόρταζα το Πάσχα, που τόσο αγαπούσα, στην Ελλάδα! Η σκέψη των μικρών Γουέστι δε με είχε εγκαταλείψει. Έπρεπε, όμως, να περιμένω. Πού θα τριγυρνούσε αυτός ο «κύριος» στο σπίτι με τις τεράστιες κούτες της οικοσκευής; Αυτό όμως δε μ’ εμπόδισε να ψάχνω στο μεταξύ τις μικρές αγγελίες.

Τον βρήκα στη Χαλκίδα. Τηλεφώνησα, μου είπαν ότι ήταν δυο μηνών, και λεπτομέρειες για την καταγωγή του, όσο όμως το σπίτι δεν ήταν έτοιμο δίσταζα να πάρω την απόφαση. Ύστερα από δυο μήνες, αφού όλα τακτοποιήθηκαν, τηλεφώνησα εκ νέου για να μάθω αν ήταν πάντα διαθέσιμος. Η απάντηση ήταν καταφατική. Το καλοκαίρι βρισκόταν στο ζενίθ του. Πήρα δυο φίλες μου που λάτρευαν τα σκυλάκια. Η μια είχε δυο, κι η άλλη τρία. Σε χρόνο ρεκόρ βρεθήκαμε στον Ισθμό του Ευρίπου. Δε με κράταγε τίποτα. Έπρεπε το γρηγορότερο να σφίξω στην αγκαλιά μου το νέο μου σύντροφο. Όταν μου τον έφεραν, σκεπασμένο σε μια χνουδωτή πετσέτα, απογοητεύτηκα. Μόλις τον είχαν βγάλει από το μπάνιο, βρεγμένος σαν ποντίκι, χωρίς αυτιά και ουρά σηκωτά, σιωπηλός και ήρεμος. Μα τούτος δεν είναι αυτό που ονειρευόμουνα!, είπα μέσα μου, γεμάτος απογοήτευση. Δεν άργησε όμως να γίνει σαν το Γουέστι της Νέας Υόρκης, κι ακόμη καλύτερο αφού το κλίμα της Ελλάδας το ευνόησε πολύ!

«Με συγχωρείτε..» μου λέει, μια μέρα, μια κυρία που έπινε καφέ με μια φίλη της στην καφετέρια του πεζόδρομου της γειτονιάς μας, όπου κάναμε συνήθως τη βόλτα μας, « έχετε διάλογο με το σκυλάκι σας;» Πράγματι, εκείνη τη στιγμή ο Βαλ είχε σταματήσει, όπως κάνει σχεδόν πάντα, να μυρίσει ένα δέντρο, απ’ όπου είχε περάσει κάποιος, ή μάλλον κάποια, ομόφυλός του, όταν του φωνάζω, για να του υπενθυμίσω αυτό που του είχα πει πριν φύγουμε από το σπίτι, ότι δηλαδή σήμερα η βόλτα θα ήταν σύντομη γιατί ήμουν βιαστικός πολύ. Εκείνος σταμάτησε το «έργο» του, σήκωσε το κεφαλάκι του και με κοίταζε με τα μεγάλα, εκφραστικά του μάτια καλά-καλά. Αμέσως μετά, σταμάτησε και πήρε μαζί μου τον ίδιο γοργό βηματισμό.

Το νησί ήταν στις ομορφιές του. Έλαμπε πεντακάθαρο κάτω από τον ήλιο του Απρίλη. Το Πάσχα δεν είχε έρθει ακόμη, αλλά ούτε κι οι «βάρβαροι». Οι βάρκες και τ’ άλλα μικρά πλεούμενα λιαζόντουσαν νωχελικά στη θάλασσα. Τα δρομάκια άδεια από αυτοκίνητα και μηχανάκια. Ακουγόντουσαν καθαρά οι φωνές των περαστικών κι ιδίως οι καλημέρες εκείνων που γνωριζόντουσαν. Εμένα δε μ’ αναγνώριζε κανείς. Ίσως, κάποιος συγγενής, αλλά τούτη την ώρα ήσαν στις δουλειές ή στα σπίτια τους. Έτσι, ένιωθα πιο άνετα να περπατάω ανέμελα, και τίποτα να μη διακόπτει το συλλογισμό μου.

Το μνημείο των Ηρώων, μια κολώνα μ’ έναν αετό στην κορυφή της, απλό κι απέριττο, σαν τούτο τον τόπο, έστεκε κει να θυμίζει σε μένα πράγματα όχι πολύ ευχάριστα. Ήταν εδώ που είχα πέσει ηρωικά μαχόμενος κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και την κατοχή των Γερμανών. Σκαρφαλωμένος πίσω από ένα μικρό στρατιωτικό φορτηγό, παίζοντας τον σαμποτέρ, σε ένα απότομο φρενάρισμα του οδηγού του, έπεσα στο δρόμο με αποτέλεσμα να σκίσω το φρύδι μου και να γεμίσω όλος αίματα. Θα παραλείψω την εικόνα και τις κραυγές της μάνας μου όταν με είδε σ’ αυτά τα χάλια. Το σημάδι το έχω ακόμα, αλλά αν θα παρατηρήσετε στο Ηρώον την πλάκα με τα ονόματα των επιφανών ανδρών πεσόντων υπέρ πατρίδος, πουθενά δε θα δείτε το δικό μου, παρόλο που έπεσα εκεί! Αχάριστη πατρίδα! Έτσι ανταμείβεις τα παιδιά σου;

Η διάλεξη με τους μαθητές του Λυκείου πήγε ανέλπιστα καλά. Λέω, ανέλπιστα, γιατί οι εμπειρίες μου σ’ αυτό τον τομέα ήταν διαφορετικές. Μαθημένος από τα παιδιά του εξωτερικού, όπου δίδαξα αρκετό καιρό στο Πανεπιστήμιο, με ενδιαφέροντα πολλά, και μια παιδεία διαφορετική από τη δική μας, περίμενα κάτι εντελώς άλλο, ίσως αδιάφορο, υποτονικό, τελικά όμως, προς μεγάλη μου χαρά διαψεύστηκα. Με άκουσαν με προσοχή, κορόιδεψαν λιγάκι, στο σκοτάδι, τη γαλλική προφορά μου, όταν ανέφερα γαλλικά ονόματα, όπως άλλωστε έκανα κι εγώ στην ηλικία τους με τη καθηγήτρια των γαλλικών, κι αυτό το χάρηκα, ασχέτως αν δεν το έδειξα. Στο τέλος οι ερωτήσεις τους ήταν καίριες και θαρραλέες, ιδίως από τα κορίτσια. Τ’ αγόρια δεν έχουν ακόμα ξεπεράσει το ζυγό της Ελληνίδας μητέρας.

Οι μέρες κύλησαν γρήγορα μ’ αυτά και άλλα, και ήρθε η Κυριακή. Το απόγευμα θα έφευγα. Σκέφτηκα ότι τόσες μέρες στο νησί είδα τόσο κόσμο, γνωστούς, φίλους συγγενείς, αλλά όχι τους δικούς μου. Ήταν πρωί, γύρω στις οκτώ, όταν, μετά τη βόλτα μας με το Βαλ στην παραλία, αποφάσισα να πάω στο νεκροταφείο. Ήσαν όλα τόσο ήρεμα εκεί μέσα! Και έρημα. Κανείς. Ούτε ο φύλακας, που ως συνήθως ασχολείται πάντα με κάτι σ΄ αυτό το χώρο.

Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινα στο νεκροταφείο του νησιού μου παρέα με το Βαλ. Αυτό που μ’ εντυπωσίασε πολύ ήταν ότι δε σταμάτησε, ούτε μια φορά να κάνει την κλασσική του κίνηση με το ένα πόδι σηκωμένο μπροστά σ’ ένα δέντρο ή ένα τάφο.

Ο χώρος όλος είναι περίπου τέσσερα στρέμματα. Ένα δρομάκι κεντρικό πηγαίνει μέχρι το τέλος στη μάντρα. Στα δυο τρίτα του περίπου κόβεται από ένα άλλο ίσως λίγο πιο μικρό Η αριστερή πλευρά του πηγαίνει στη μάντρα που είναι κοντά στο δρόμο κι η δεξιά του στην εκκλησία, με την άλλη μάντρα πιο κει. Ψηλά κυπαρίσσια, και στις δυο πλευρές του κεντρικού δρόμου, στέκονται ακοίμητοι κι ακίνητοι φύλακες της διατάραξης της ησυχίας Το «σπίτι» μας είναι λίγο πριν το τέλος, δεξιά, του δρόμου, δυο σειρές πριν τη μάντρα. Το τρίτο δεξιά. Ακούγεται το ελαφρύ μουρμουρητό της πρωινής θάλασσας που έρχεται να γλείψει τη μάντρα. Είναι κάτι που άρεσε πολύ στον πατέρα μου. Άραγε να τ’ ακούει; Ο χώρος, αρκετά μεγάλος, ανήκε σ’ εκείνους τους θείους που μεγάλωσαν τη μάνα μας. Καθώς δεν είχαν παιδιά όλα έγιναν δικά της, ακόμη κι αυτό το κομμάτι γης. Ο πατέρας μου δεν ήθελε μεγαλεία. Μια πλάκα με μια σκαλισμένη άγκυρα, ήταν βλέπεις, ναυτικός και περήφανος γι’ αυτό, κι ήθελε να το δείχνει, κι ένα σταυρό. Δεν του άρεσαν άλλα στολίδια. Θα ήταν φαίνεται οικογενειακό, γιατί ο μεγάλος του αδελφός που ήταν και παπάς δεν ήθελε ούτε καντήλι. «Αυτά είναι βλακείες», έλεγε, «να φωτίζει τι;» Η μάνα έφυγε νέα, μετά ήρθε η σειρά της ψυχοκόρης και τέλος ο πατέρας. Τους είχα φτιάξει ωραίες φωτογραφίες λιμόζ που δε τις πειράζει ούτε ο ήλιος, ούτε η βροχή. Στέκονται εκεί και μας κοιτάζουν όταν πηγαίνουμε, σαν σήμερα, κι εμείς βλέπουμε αυτούς, λες κι είναι στην εξοχή πολύ καιρό μόνοι κι έχουν ξεχάσει να μιλάνε.

Μόλις έστριψα το δρομάκι δεξιά, άφησα να πέσει χάμω το λουρί του Βαλ για να νιώσει λεύτερος. Εδώ άλλωστε δεν υπήρχε κανένας φόβος. Όλοι οι γύρω τάφοι, πολλοί, ήσαν σαν γείτονες που είχαν βγει να πάρουν ήλιο. Άλλοι φρεσκοπλυμένοι, άλλοι γεμάτοι φύλλα και ξεχασιά, άλλοι εγκαταλελειμμένοι. Ο Βαλ, σαν από καιρός μαθημένος, λες κι ερχόταν κάθε μέρα εδώ, προχώρησε, όχι δειλά, κατ’ ευθείαν προς τον τάφο των γονιών μου, ανέβηκε στην πλάκα, που ήταν λίγο πιο ψηλά απ’ το χώμα και πήγε κοντά στις φωτογραφίες, λες και τις φιλούσε, και μιλούσε μαζί τους. Ύστερα ξάπλωσε στη συνηθισμένη, χαριτωμένη του στάση: τα μπροστινά πόδια απλωμένα μπροστά και τα πισινά απλωμένα πίσω ,σαν λιοντάρι.Ερχόμενοι προς τα δω είχα πάρει από τη βρύση ένα μεγάλο ποτιστήρι νερό για να πλύνω τον τάφο, όπως έκανα κάθε φορά., γιατί το κυπαρίσσι που τους έκανε παρέα, καθώς ήξερε ότι στους δικούς μου άρεσαν πολύ τα λουλούδια, τους πέταγε τις βελόνες και τα μήλα του.

Σαν είδα το θέαμα αυτό με το Βαλ κοκάλωσα! Ένιωσα κάτι σαν κεραυνό που ‘πεσε πάνω μου και με ξέρανε. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα τα λόγια της Κικής Δημουλά: «Το άσπρο πάνω στο λευκό γίνεται μαύρο», κι άρχισα να κλαίω, όπως οι άντρες κλαίνε, όταν ξέρουν ότι κανείς δε τους κοιτάζει. Πραγματικά, μόνο η θάλασσα με κοίταζε εκείνη τη στιγμή και μου ‘στελνε το νερό της στα μάτια μου. Το ποτιστήρι έπεσε απ’ τα χέρια μου… κι ενώ δε νομίζω ότι είχα την πρόθεση να κλάψω-είχαν περάσει αυτοί οι καιροί, η λύπη τώρα είχε γίνει γαλήνη, μια αλοιφή που απαλύνει τα πάντα- άρχισα να τρέμω, κυρίως η μύτη μου, απ’ όπου άρχισαν να κυλούν υγρά, πολλά δε περισσότερα από τα μάτια μου. Ένας βουβός γόος έβγαινε από το στόμα μου που είχα σκεπάσει με τα δυο μου χέρια. Πώς είναι δυνατόν ο Βαλ να ήξερε πού έμεναν οι δικοί μου; Τι ήταν αυτό που τον οδήγησε κατ’ ευθείαν σ’ αυτούς; Ένιωσε την αγάπη, τη λατρεία που είχαν κι οι τρεις τους για τα σκυλάκια; Το DNA;.. μυρίζει;..

Η ώρα είχε προχωρήσει. Η πλαζ, πίσω από τη μάντρα, ήταν γεμάτη κόσμο. Ακουγόντουσαν τα γέλια και οι φωνές των παιδιών, αλλά κι αυτές των μανάδων:
«Κωστάκη, πρόσεχε..,μη πέφτεις απότομα, το νερό είναι ακόμα κρύο!»
«Γιαννάκη..,έβαλες τα μπρατσάκια σου;..»
Ο φύλακας του νεκροταφείου άνοιγε λίγο πιο κει ένα καινούριο τάφο.
«Καλημέρα» μας είπε στο πέρασμα μας.

Η ζωή είχε αρχίσει. Έπρεπε να την ακολουθήσουμε. Άλλωστε σε λίγο το πλοίο θα σαλπάριζε. Το ταξίδι μας θα συνεχιζόταν.


Ο Γιάννης Σουλιώτης γεννήθηκε στον Πόρο. Πρώην Βοηθός Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Νίκαιας (Γαλλία) και πρώην Πρεσβευτής Σύμβουλος στο Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδας. Συγγραφέας – Ποιητής –  Μεταφραστής. Έχει δημοσιεύσει μελέτες, άρθρα για θέματα διεθνούς δικαίου, δικαίου θαλάσσης, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κ. ά… Επίσης λογοτεχνικά έργα, πεζά, ποίηση, θέατρο και μεταφράσεις βιβλίων, ποιημάτων και θεάτρου. Γνωρίζει αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά και ιταλικά. Ζει στην Αθήνα.

[Εικαστικό: Gerrit Dou, 1650]

Advertisements

One thought on “Μια Κυριακή πρωί | Γιάννης Σουλιώτης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s