12508950_928189690597433_8545773156182563792_n

πως γερνά ο άνεμος αποδράσκοντας
θα σου έλεγα Νεφέλη μα εσύ είχες
ήδη φύγει πάνω στα λυτά σου μαλλιά
με δυο μάγουλα ιστία προς το μέλλον
το άλλο μέλλον των γυναικών των αγα-
πημένων και λησμονημένων κι ήταν το
νερό που έλειψε απ’ τα τριαντάφυλλα
που σε φώναζε να επιστρέψεις.

***

ολάνθιστα και πώς τολμάς έτσι τα στήθια σου να δείχνεις
λόφους μικρούς κι οι κορυφές καρποί εις τους σπουργίτες
και του ποταμού τους τ’ ανάμεσα στα δάχτυλα λαγούμι όπως
στη κατεβασιά τ’ ιδρώτα τους γυρεύουν να τα πνίξουν πουλιά
κι αετούς και βλέφαρα και μάτια όπως σε καταπίνουν γλείφοντας
(αχόρταγα) κι εσύ, α, εσύ Νεφέλη! στων γυναικών να μη λυγάς
τη ξεδιάντροπη λιγούρα και των γλουτών σου την ορμή και της
κοιλιάς την άλμη σα νιούτσικο ζωάκι να κοιτάς πως να τους
προσφέρεις και να γλεντάς το πάθος τους και το ζήλο το μεγάλο
ποια να σ’ αγγίξει το μπορεί και ποια δεν το τολμάει μον’ μένει
η άμοιρη τα δικά της να κορφολογάει στήθια κοιλιά και κείνη τη
πηγή που ξεχασμένη έχουν άντρες κι όσες την άγγιξαν στο
παρελθόν γυναίκες

κι αν άντρας στο μεταξύ σε δει διόλου δε διστάζεις τα πόδια
το ανάμεσα στα μάτια του ν’ ανοίξεις κι όπως φωτιά σε κάνανε
των γυναικών τα χάδια εκεί να στάξεις αναστεναγμό τα μάτια σου
να λάμπουν και το χρυσό σου του κορμιού λιωμένο να τινάξεις
στα μάτια του τις κόγχες του και των χειλιών την άκρη να το γευτεί
να πλανηθεί τα πόδια να φιλήσει και των μηρών τη κορυφή με πάθος
να σου αγγίξει όπως τη φλόγα σου το λιώμα σου το στάγμα και το
μύρο θα δίνεις στο προσκυνητή σαν Εύα τ’ άγιο μήλο

πως έρωτας είσαι να σου πω ήθελα Νεφέλη
μ’ εσύ είχες ήδη ανοίξει τα πανιά στα άλλα
μονοπάτια τ’ άπιαστα τ’ αγύριστα των γυναικών
των άλλων π’ αγάπη δίνουνε αγάπη για να παίρνουν
κι όπως τον έρωτα γλυκά τον ξεγελάνε πλανεμένες
βγαίνουνε και το δικό τους ξεγελάνε τον εαυτό
τον κύριο το μέλλον και το γένος

***

βρύα οι λέξεις να δείχνουνε χειμώνα κι η γλώσσα τσόχα
σε τραπέζι στοιχημάτων∙ το σ’ αγαπώ να σου πω γύρεψα
πρωί κι ήμουν παιδί σε σχήματα που δε γνώριζαν τα
περιεχόμενα οι έννοιες∙ κι έγινα πλήθος να ‘ναι πολλά
τα μάτια που σε κοιτάζουνε να ‘χει παρόν και μέλλον
ο καθρέφτης στο μέσα της ψυχής
κανείς δε θα μπορέσει ποτέ να δει τη φλούδα να γελά
όπως εγκαταλείπει το δέρμα στο σώμα που τη γέννησε…

***

αι Νεφέλη! αι!
μιαν εικόνα σου να μην έχω να σου απευθύνομαι
πώς μαλλιά μάτια πώς στήθη χείλη η καμπύλη των
ποδιών της κοιλιάς η μέση νύχια δάχτυλα πώς και
τα δοντάκια σου περιστεράκια του Βοσπόρου στις
πόες των κυμάτων αι Νεφέλη! μιαν εικόνα σου να
μην έχω κι απουσία να σε βλέπω στου προσώπου
του τη ζέση σκοταδάκι στο μέσα των χειλιών και
των ματιών του τις βρυσούλες δίψα κι όπως των
αφτιών σου τη συμπάθεια θα φτάνω άρπαξε Νεφέλη
να φωνάξω και συ ν’ ακούσεις το ε του έρωτα από
τους ώμους μπήξτο στο εσύ κι απ’ των φιλιών σου
τη γεύση κλωστές φτιάξε το και κι έπειτα ξανά το ε
του έρωτα στο εγώ κάρφωσε ίσα να δω ίμερο η φλόγα
στο σώμα του ν’ ανάβει και τις λέξεις του α! οι λέξεις του!
λατρεμένες πόσο! πόσο! να ζωντανεύουν…
να…
ξανά

***

είμαι η σερβιτόρα σε παράδρομο
στη πλατεία Καραϊσκάκη
δουλειά μου να του σερβίρω λέξεις
τέσσερεις λέξεις και δυο τελείες
άργησα πολύ. μού έλειψες.
τις αρνείται
επιστρέφω το δίσκο γεμάτο
δε με θέλει πόρνη

πρέπει να εφεύρω άλλον τρόπο για το σ’ αγαπώ.

***

έτρωγε ο δρόμος τ’ άλογα και νύχτα σχίζοντας και σύννεφο αέρα
κι άνεμο και προορισμό που έκαιγε σκοτάδι κι όνειρο
ρίγησαν τα τριαντάφυλλα στον κήπο κι η κίσσα βόγκηξε αγρίμι
με ιδρώτα άσπρο το πρώτο και το δικό μου στήθος κόκκινο
κι αίμα στη ζεστή κοιλιά του ρυάκια όπως δάκρυα βρόχινα
ή κεφάλι αετού φτερά χτυπημένα και τ’ άσπρο του
ματιού κόκκινο αγωνίας κόκκινο και φόβου τ’ άλογο
κι ανέβαινε όλο ανέβαινε σχίζοντας άνεμο κι όνειρο και μάτια
ανοικτά διάπλατα ψυχή να διατρυπούν λίμες να κόβουν
σίδερα κι ούτε δυο κυκλάμινα βουνού στα πλάγια του δρόμου
να κόψουν την αγωνία ώσπου κατηφόρα να ‘βρουν αλλά φεγγάρι
λειψό κι αστέρια και κεφάλι πίσω καρφωμένο και στήθος πέτρα
χέρια τεντωμένα σπαθιά και χούφτες μέταλλο ψυχρό ανάγγιχτο κι
εγώ σε σκεφτόμουν Νεφέλη με μαργαριτάρια στα δυο σου τα αφτιά
σταγόνες όμορφο σπέρμα και ρουμπίνια στα χείλη σου που τ’ άντλησαν
και πως σου πάει η ομορφιά του ξένου ο σύγκλινος δεν θα αντιληφθεί
έτσι φροντισμένος όπως στέκεται και το βλέμμα αλλού την αιδημοσύνη
κόρη τράβα από την έγνοια του και πέτα πέτα αλόγου πέλμα κι ουρά και
στήθος και κοιλιά ζεστή του ξένου που σε περιμένει τα μεσημέρια πέτα

***

για τα ψάρια ήθελα να σου μιλήσω Νεφέλη
μα εσύ είχες αυτό το γέλιο στη φωνή και
τόση βιάση στην ανάσα από χαρά που τον
πόνο στους σπονδύλους θα τον ένοιωθες
όταν πια εκείνοι θα σε κοίταγαν νεκρή
ξαπλωμένη ανάσκελα στο πιάτο να σε φάνε

***

δορκάδες αντιλόπες ελαφίνες
γυναίκες του υπερήφανου κορμού της κεφαλής
των μακρυών λεπτών βοστρύχων γυναίκες της μαύρης
κώμης των λιμναίων οφθαλμών με στήθη αγαλμάτων
γυναίκες των τολμηρών βλεμμάτων και των χειλέων της αυθάδειας
του κορμού των λεωφόρων γυναίκες με τ’ ασπράδι στο βλέφαρο
και τα γεφύρια φρύδια γυναίκες των λεόντων των αστερισμών
και των ανθέων της κνήμης από δόντι ύαινας στη τρίαινα του
Ποσειδώνα γυναίκες των μηρών κίονα Κορινθιακού και των γλουτών
από υλικό καμπύλης Πανσελήνου γυναίκες με δυο ρώγες σταφύλι
στο φιλί σας οδόντας τις άσπρες του Αιγαίου εκκλησίες και δυο
καρπούς ελιάς των ματιών σας βολβούς… γυναίκες

νικηθήκαμε νικηθήκαμε σου ψιθύριζα Νεφέλη
μ’ όπως το βλέμμα σήκωνα στο δικό σου ν’ ακουμπήσω
άντρες είδα στο πέριξ των χρόνων των δικών σου
στο στήθος σου γάλα να θηλάζουν και γονιδίωμα μητέρας
και στα μαλακά του δέρματός σου στέρξη ν’ αρμέγουν κι έρωτα
κι όπως δύναμη έπαιρναν από όρκο δεσίματος με τη σάρκα
που επέστρεφε τιμή στ’ αρσενικό τους
απέστρεψα το βλέμμα κι έγειρα στο πλάι να κλάψω το μάταιο
και το ανείπωτο του λόγου και της αιτίας όλων κι άναψα κερί
στο μέλλον που θα με καλούσε να τρυγήσω θάνατο κι αλμύρα

[εικόνα: Pierre Boucher]

Advertisements

6 thoughts on “Νεφέλες | Ασημίνα Λαμπράκου

  1. Καλή, έως πολύ καλή… η ποίηση που αναδύεται από το ποίημά σας κυρία Λαμπράκου. Τα τελικά -ν λιγάκι να προσέχετε. Σας ευχαριστώ για την απόλαυση της πρωινής αναγνώσεως που μου προσφέρατε. Να είστε καλά.

    Μου αρέσει!

  2. αν απαντώ καθυστερημένα είναι γιατί δεν είμαι εξοικειωμένη με την πλατφόρμα του wordpress
    κυριε Ρεούση, κύριε Ψαραδάκη, ευχαριστώ για τη ματιά σας και την επισήμανση. Να είστε καλά, ομοίως, και οι δύο.

    Μου αρέσει!

  3. πολύ καλά. με όλα τα ν. ή τα Μανσουρικά κόλπα. θα έλεγα είναι ΑSSIMINA. πολλές οι στιγμές απογείωσης. το κλίμα μεθυσμένο. μέσα σε ομίχλες καθαρά γεννημένες από αναπνοές που μυρίζουν άνθος γυναίκας.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s