mg

(Κάθε χωριό ή μικρό νησί έχει την εκκλησία, τον παπά και τον τρελό του. Ενδεχομένως να λείπει ο γιατρός ή ο δάσκαλος (συχνά και οι δυο), αλλά αυτοί αναπληρώνονται εκ των ενόντων. Στις μεγάλες πόλεις οι ζαβοί χάνονται μέσα στο πλήθος και διαφεύγουν της προσοχής, όπως οι τρομοκράτες. Ωστόσο σε χώρους απομονωμένους και περίκλειστους (χωριά, νησιά, στρατός ή φυλακή), αν έχεις το παραμικρό κουσούρι, σπεύδουν να σε αποκάνουν οι εχέφρονες. Σ’ αυτή τη συμπαθή ομοταξία ανήκει κι ο Τηλέμαχος Χαρίτος, ο ήρωάς μας).

– Γιατί κρέμεται, Θοδωρή, στην πόρτα κόκκινο λαμπάκι;
– Έμπα, Μάχο, μέσα κι άσε τις πολλές κουβέντες.
– Θανάση, πού με πάτε;
– Μη νοιάζεσαι, Τηλέμαχε. Προχώρα.
– Σαν το γιατρείο του κυρ-Παύλου του Γαζή, στη Χώρα, είναι εδώ. Άρρωστοι είναι όλοι αυτοί στους καναπέδες;
– Περιμένουνε να ’βγει η γιατρίνα και να τους φωνάξει.
– Βάζει κι ετούτη, όπως ο κυρ-Παύλος, στο λαιμό κουτάλι;
– Όχι, ρε Μάχο, μη φοβάσαι. Εδώ εσύ έχεις το κουτάλι και το βάζεις όπου θέλεις.
– Δεν έφερα κουτάλα.
– Μη σκας. Πού είναι τα λεφτά σου;
– Στην κωλότσεπη.
– Πρόσεχε μην τα χάσεις.
– Λοιπόν, Τηλέμαχε. Θυμάσαι το έργο που είδαμε στον κινηματογράφο;
– Εκειό με τους καβαλαραίους;
– Όχι, μωρέ. Το άλλο με τις βυζούδες;
– Ναι.
– Θυμάσαι τι έκανε ο αράπης, όταν μπήκε μες στην κάμαρα;
– Αμέ!
– Αυτός είσαι, Τηλέμαχε. Το ίδιο έργο θα παίξουμε κι εδώ.
– Και πού είναι ο μαύρος;
– Άσε τον μαύρο, ρε. Τώρα θα κάνουμε εμείς όσα μας έδειξε.
– Δεν βλέπω γυναίκες. Εδώ είμαστε όλοι αρσενικοί.
– Μη νοιάζεσαι. Είναι στο διπλανό δωμάτιο. Σαν έρθει η σειρά μας, θα τις δεις.

Ήταν μπαρκαρισμένοι και οι τρεις στον Άγιο Νικόλαο, το γρι-γρι του καπετάν-Γεράσιμου. Ο Θοδωρής της Μαριγούλας, ο Θανάσης του παπά και ο Τηλέμαχος – μόλις είχαν απολυθεί απ’ τον Στρατό, παλικαρόπουλα στα είκοσι και κάτι τους. Σαλπάρισαν μέσα Ιούλη από το νησί και κατέβηκαν στα Στροφάδια. Βρήκανε ψάρι αρκετό (σαυρίδια, καλαμάρι και σαρδέλα), είχαν καλές ψαριές. Καλάριζαν κάθε νύχτα γύρω από τα ερημόνησα σχεδόν μια βδομάδα.

Παρακαλούσε η μάνα του Τηλέμαχου τον καπετάν-Γεράσιμο να πάρει στη δούλεψή του τον μοναχογιό της. Έκανε τον δύσκολο στην αρχή ο καπετάνιος, αλλά υποχώρησε. Ο Μάχος ήταν δουλευταράς, υπάκουος και ήξερε τη θάλασσα· είχε φυσικά και τις αδύναμες πλευρές του. Ελλόχευε ανά πάσα στιγμή ο κίνδυνος από υπερβάλλοντα ζήλο, σε συνδυασμό με τη σύμφυτη ζαβάδα του, να περάσει πάνω απ’ το καΐκι σαν μπουρίνι δίχως να νιώθει τον χαμό που αφήνει πίσω του. Αυτό φοβόταν ο Γεράσιμος και ήταν στην αρχή διστακτικός. Λυπήθηκε όμως τη μάνα ο καπετάνιος –ήταν μακρινή ξαδέρφη του– κι είπε ας κάνω ένα ψυχικό. Γι’ αυτό και ο Αϊ-Νικόλας, που βλέπει όλη τη θάλασσα και ευλογεί το καλό, του έδωσε μπουνάτσες και καλές ψαριές και προστάτευε εκείνον, το τσούρμο του και το καΐκι όλο το καλοκαίρι. Όσο μπορούσε, βέβαια, κι αυτός – δεν είναι δα Θεός!

Γιατί τι να σου κάνει ένας Άγιος, έστω και θαλασσινός, αν κάποιος από τους γνωστικούς του πληρώματος αναθέσει στον Τηλέμαχο να βγει στη στεριά και να βάλει (επί λέξει) στο νησί φωτιά για να βράσουνε νερό για τις πατάτες. Υπάκουος ο Τηλέμαχος και πρόθυμος υλοποίησε τις εντολές που είχε λάβει κατά γράμμα και την άναψε! Παραλίγο τότε να καούν τα Στροφάδια, μα ο καπετάν-Γεράσιμος, πάντα δίκαιος, κατσάδιασε αυτόν που είχε τη φαεινή ιδέα να δώσει την επίμαχη εντολή χρησιμοποιώντας τη συγκεκριμένη φράση και μάλιστα απευθυνόμενος στον Μάχο. Φωτιά στα μπατζάκια σου, τσογλάνι, άμα το ξανακάνεις, είπε στον άλλο. Κι ευτυχώς που δεν άκουσε τον διάλογο ο Τηλέμαχος. Γνώριζε, βέβαια, ελληνικά, αλλά δεν κάτεχε πολλά από μεταφορές.

– Λοιπόν, Τηλέμαχε, να τα πούμε απ’ την αρχή: Στη διπλανή κάμαρα είναι μια γυναίκα κι ένα κρεβάτι. Όταν θα έρθει η σειρά σου, θα μπουκάρεις και θα κάνεις ό,τι έφτιαχνε στο σινεμά ο αράπης.
– Και άμα βάλει τις φωνές;
– Μη φοβάσαι. Δεν θα πει κουβέντα. Τη δουλειά της κάνει.
– Τι; Δουλειά είν’ ετούτη!
– Αμ’ δα. Είδες που μαθαίνεις. Την πληρώνεις και αυτή σου κάνει τα χατίρια.
– Και γιατί να μην πληρώνουμε τις χωριανές μας που τις ξέρουμε;
– Επειδή εκειές δεν κάνουν τέτοια πράγματα.
– Γιατί; Λωλές είναι;
– Αυτές το κάνουν, όταν θέλουν, τζάμπα.
– Κι εμείς γιατί ήρθαμε στην τρύπα του διαβόλου να πληρώσουμε.
– Θα μας τρελάνει ο ρουφιάνος!
– Κοίτα που παίρνει ανάποδες στροφές, ο λούστρος, άμα θέλει.

Προφανώς, αν ο Θοδωρής της Μαριγούλας διέθετε πλουσιότερο λεξιλόγιο, θα χρησιμοποιούσε τη λέξη εκλάμψεις για να αποδώσει ακριβώς την έκπληξη που του προκάλεσε η απάντηση του Τηλέμαχου, μα και πάλι θα αστοχούσε. Ένας προσεκτικός παρατηρητής θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι οι παραπάνω στοχασμοί αποτελούσαν φυσικό επακόλουθο της ευθύγραμμης λογικής και άκαμπτης συλλογιστικής με την οποία ήταν προικισμένος κληρονομικά ο Τηλέμαχος. Απ’ όλα όσα συνέβαιναν γύρω του λάμβανε υπ’ όψη μόνο όσα αυτός κατανοούσε και τα οποία στη συνέχεια ταχτοποιούσε με την τάξη και σειρά που του επέτρεπε ο περίπλοκος εγκέφαλός του, ενώ αγνοούσε επιδεικτικά εκείνα που δεν καταλάβαινε: Τραβάς της γάτας την ουρά και νιαουρίζει, βλέπεις χωροφύλακα και φεύγεις, ανεβαίνει τα σκαλιά γυναίκα κι εσύ στέκεσαι να κάνεις μπανιστήρι, πας στην εκκλησιά και κάνεις το σταυρό σου, παρατρώς και στομαχιάζεις, δεν καταλαβαίνεις τι σου λένε –το αγνοείς, μιλάει η δασκάλα– νανουρίζεσαι, χωνεύεις τα φασόλια και αερίζεσαι, κουνάει η θάλασσα, ζαλίζεσαι. Αντιδράσεις ταχτοποιημένες, καθαρές!

Μα ήταν φορές που παρασυρόταν στη δίνη αξεδιάλυτων καταστάσεων. Ξύπναγε κάποιες νύχτες και εύρισκε το σώβρακό του μουσκεμένο, φούσκωνε η τσουτσούνα μέρα μεσημέρι και του στένευε το παντελόνι, έβλεπε το καλοκαίρι τις μισόγυμνες τουρίστριες και λιγωνόταν. Προβληματίστηκε, παιδεύτηκε κομμάτι παραπάνω από τα άλλα παιδιά, μα στο τέλος βρήκε κι αυτός μετά από έρευνες, αυτοψίες και πειράματα τη λύση του αινίγματος και το ενέταξε στην κοσμοθεωρία του: Σου σηκώνεται, την παίζεις. Βέβαια τον βοήθησαν κάποια σαΐνια στον στρατό, όμως με τον καιρό διαμόρφωσε ο ίδιος το προσωπικό του στυλ. Και δεδομένου ότι αποτελούσε προϊόν πείρας προσωπικής, ακούραστων προσπαθειών και συστηματικών παρατηρήσεων δεν ντρεπόταν μήτε αισθανόταν ενοχές. Ενέταξε την πράξη στις φυσιολογικές ανάγκες: χέσιμο, ρέψιμο, κατούρημα, τρομπάρισμα…

Τα βράδια που έμενε μονάχος του στη βάρκα δεν είχε και πολλές επιλογές. Σαν έπεφτε το σκοτάδι, άναβε τη λάμπα και ακουμπούσε στην κουπαστή. Δεν κοιμόταν. Τον είχε φοβερίσει ο καπετάνιος πως θα τον έριχνε στη θάλασσα, αν τυχόν και σβήσει η λάμπα. Κοίταζε το φως, λοιπόν, ώσπου τα μάτια του γεννάγανε μυγούλες και θολώνανε. Συνήθως μες στη βάρκα οι περισσότεροι κοιμούνται, κάποιοι μετρούν τα αστέρια και ονειρεύονται, άλλοι παίρνουν μαζί κανένα περιοδικό, μα στον Τηλέμαχο όλα τούτα ήταν απαγορευμένα. Δεν σήκωνε τα μάτια απ’ την λάμπα, νανουριζόταν απ’ το μπότζι και κουτούλαγε μα δεν υπέκυπτε στα καλέσματα του Μορφέα.

Μια νύχτα ανακάλυψε στο αμπάρι ένα περιοδικό, που είχε ξεχάσει κάποιος προηγούμενος. Χαρτί με γράμματα, άχρηστο πράγμα, περιττό – το αγνόησε. Το άλλο βράδυ έσκισε κάποια φύλλα και τ’ άπλωσε στην κουπαστή, γιατί είχε υγρασία. Κάθισε, μα όταν σηκώθηκε διαπίστωσε πως το χαρτί είχε και ζωγραφιές. Πήρε το περιοδικό και το έφερε κοντά στη λάμπα. Παραπάτησε, κόντεψε να πέσει μες τη θάλασσα ο δόλιος… Γιομάτο τσίτσιδες γυναίκες – έξω κώλοι, μπούτια και βυζιά σαν τα μπαλόνια που ήτανε δεμένα στις κολόνες της πλατείας κάθε Αποκριά. Μία ξανθιά νταρντάνα έπιανε το πράμα της και τ’ άνοιγε με δυο δάχτυλά της – έσκυψε ο φουκαράς για να το δει καλύτερα από άλλη οπτική γωνία, αλλά δεν έγινε σοφότερος. Γύρισε από πίσω το χαρτί μπας και φαινόντουσαν τα οπίσθια… Τζίφος. Πρώτη φορά, ωστόσο, που σελίδα τυπωμένη είχε επίδραση στα συναισθήματα και στους στοχασμούς του Μάχου.

Ήταν γυαλί η θάλασσα, αλλά σε λίγο η βάρκα του μποτζάριζε. Είχε ξαπλώσει στο αμπάρι ο Τηλέμαχος και απέδιδε τις δέουσες τιμές στη γενναιόδωρη, πληθωρική κυρία, που αποκάλυπτε για χάρη του τις άγνωστες πτυχές ενός αντικειμένου μέχρι τότε σκοτεινού και ανεξερεύνητου πλην όμως επιθυμητού. Κάποιος από το καΐκι είδε τη λάμπα που κουνιόταν και ειδοποίησε τον καπετάνιο. Πήρε τα κιάλια ο Γεράσιμος (εκείνα, που είχε φέρει από την Αμερική και βλέπανε στη νύχτα), κεντράρισε, κοίταξε κάμποσα δευτερόλεπτα ακίνητος, ύστερα έφτυσε τη θάλασσα, μούγκρισε: Αϊ-σιχτίρ, μου μαγαρίζει τη βάρκα ο ρουφιάνος, κι έδωσε έπειτα στον διπλανό το κιάλι. Είδανε όλοι. Έπιασαν τότε οι νεότεροι να επαναλαμβάνουν ρυθμικά το όνομά του Τηλέμαχου ακολουθώντας το ρυθμό που έδινε εκείνος. Κάποιος ακομπανιάριζε τις ιαχές τους με την τσιμινιέρα. Δεν ίδρωνε το αυτί του Μάχου, μόνο η χούφτα του. Λίγο πριν τελειώσει, σημάδεψε την τρύπα της ξανθιάς, μα αστόχησε λιγάκι και τη βρήκαν τα ζουμιά στα μάγουλα. Φαφάτιασε το ιλουστρασιόν χαρτί και ζάρωσε κομμάτι η μάπα της, μα το κορμί παρέμενε αλώβητο κι ωραίο. Μετά σηκώθηκε, πλύθηκε, καθάρισε το περιοδικό, τεντώθηκε και κατούρησε στη θάλασσα. Ο Θοδωρής και ο Θανάσης τον κιαλάρανε απ’ το καΐκι και αναμετέδιδαν με κάθε λεπτομέρεια τα τεκταινόμενα. Ξαλαφρώνοντας ο Μάχος συνειδητοποίησε την παρουσία των θεατών, μα δεν τον ένοιαξε, άλλωστε ήξερε πως τίποτα κακό δεν είχε κάνει. Αγνοώντας τους επιδεικτικά βρακώθηκε, κάθισε ξανά στην κουπαστή και κοίταζε πάλι τη λάμπα, ώσπου να γλαρώσει.

– Και θα είναι όμορφη γυναίκα, Θοδωρή;
– Άλλο που να σου λέω, Μάχο.
– Όπως εκείνη στις φωτογραφίες που άνοιγε το πράμα της;
– Να μη σου πω καλύτερη. Εσύ όμως ξέρεις τι θα κάνεις;
– Ναι, αμέ! Θα κάτσω από πάνω της μέχρι που να την καταβρέξω.
– Όχι, μωρέ παπάρα. Αλλιώς τα είπαμε. Δεν θυμάσαι; Έτσι κάνουμε όταν είμαστε μονάχοι. Άμα η γυναίκα είναι αληθινή μπροστά μας, τότε…
– Τη φιστικώνουμε, όπως ο αράπης.
– Άι γεια σου.

Καθόντουσαν και οι τρεις στο βρόμικο ξεκοιλιασμένο καναπέ – στη μέση Τηλέμαχος. Η όλη κουβέντα, το περιβάλλον, η προσδοκία του επερχόμενου μοιραίου γεγονότος είχαν επίδραση ψυχοσωματική στον Μάχο. Φτερούγιζε η καρδιά, μάγουλα κατακόκκινα, μασχάλες ιδρωμένες και –όσο να πεις– του είχε σηκωθεί. Έβαλε ανάμεσα στα μπούτια του τις χούφτες απλωμένες, μα δε μπόρεσε να κρύψει τη φουσκοδεντριά. Οι άλλοι τον κοιτούσαν και χαμογέλαγαν υπόγεια ανταλλάσσοντας βλέμματα πονηρά πάνω απ’ το κεφάλι του. Και τότε… Άνοιξε μια πόρτα. Όλα τα μάτια στράφηκαν εκεί.

– Ο επόμενος.

Η ιδιοκτήτρια της επιχείρησης (αχτένιστη, τσιμπλιάρα, νύχια μπλάβα ξεφτισμένα) έριξε μια διερευνητική ματιά στο θάλαμο αναμονής. Ήτανε η σειρά του Μάχου, μα το αγνοούσε. Τον πλησίασε – κρεμόταν απ’ τα χείλη πίπα, τα μάτια της μισόκλειστα μέσα σε μαύρους κύκλους, στη μύτη μια ελιά γεμάτη τρίχες. Φοβήθηκε ο φουκαράς. Πετάχτηκε σαν ελατήριο και έτρεξε προς την εξώπορτα. Τον πρόφτασε στη σκάλα ο Θοδωρής.

– Άσε με να φύγω, Θοδωράκη.
– Πού πας, μωρέ; Ήρθε η σειρά μας.
– Δεν τηνε θέλω εγώ τη βάβω. Σκιάζομαι.
– Γριά να πεις τη μάνα σου, μαλακισμένο. Έχεις δει τα μούτρα σου στον καθρέφτη, ρε λεχρίτη;

Είχε ανοίξει το βρομόστομά της και τον έλουζε. Αγριεύτηκε ο Μάχος, σκιάχτηκε και ζάρωσε στον καναπέ – οι άλλοι δυο τον είχανε στριμώξει ανάμεσά τους σφίγγοντάς τον με λεκάνες κι ώμους.

– Παράδες έχεις, ρώτησε η τσατσά, όταν ηρέμησε.
– Έχει. Απάντησε για λογαριασμό του Μάχου ο Θανάσης.
– Να δω φως. Επέμενε η γριά.

Έβαλε ο Θοδωρής το χέρι στου Τηλέμαχου την τσέπη κι έβγαλε κάμποσα χαρτονομίσματα τσαλακωμένα.

– Να περάσει. Αποφάνθηκε εκείνη κι έκανε στην άκρη.

Το βλέμμα του Τηλέμαχου θολό, όπως τότε που τον παρακάλαγε η δασκάλα του να μπει στην τάξη.

– Δεν ήταν στον κινηματόγραφο ετούτη, μουρμούριζε δίχως διόλου να σηκώσει το κεφάλι.

Ούτε και στον κινηματογράφο ήθελε το απόγευμα να μπει, αλλά μετά το ευχαριστήθηκε. Όταν το φεγγάρι έγινε δεκατριών ημερών, έδεσε το καΐκι στο Κατάκωλο – δεν ψαρεύουν τα γρι-γρι με την πανσέληνο. Το τσούρμο Βρήκε ευκαιρία να ξεκουραστεί και να ξεσκάσει. Πλύθηκαν, λούστηκαν με γλυκό νερό, ξυρίστηκαν, φόρεσαν καθαρά πουκάμισα και βγήκαν στο λιμάνι. Ο Μάχος πήρε το κατόπι τον Θανάση και τον Θοδωρή. Στο νησί, κάθε φορά που τον συναπαντούσαν, δεν έχαναν την ευκαιρία να τον κοροϊδέψουν ή και να του σκαρώσουν χωρατά και πλάκες. Άλλαζε δρόμο ο φουκαράς για να τους αποφύγει. Όμως εκεί, στο ξένο μέρος, τους ακολουθούσε σα σκυλί. Προσπάθησαν να ξεγλιστρήσουν – κρυβόντουσαν σε στενά, έμπαιναν σε μαγαζιά και τάχα ψώνιζαν, έβγαιναν μετά από ώρα, αλλά τον έβλεπαν στην άλλη τη γωνία ξανά μπροστά τους. Στο τέλος –θες καταλάβανε πως δεν μπορούσαν πλέον να ξεφύγουν, ίσως τον συμμερίστηκαν που τριγυρνούσε ολομόναχος– κοντοστάθηκαν και τον πήραν στην παρέα τους.

Περπάτησαν, χάζεψαν τα πλεούμενα, πήρανε το κατόπι δυο τουρίστριες, δεν ήξεραν τι να τους πουν όταν τις πρόλαβαν, ήπιαν σε καφετέρια φραπέ, ξαναπήρανε τους δρόμους. Στάθηκαν έξω από έναν κινηματογράφο. Έμειναν ασάλευτοι μπροστά από το ταμπλό πάνω από ένα ολόκληρο λεπτό – δεξιά ο Θοδωρής, αριστερά ο Θανάσης και στη μέση, λίγο χαμηλότερα, ο Τηλέμαχος. Μια μεγάλη, έγχρωμη αφίσα κατατόπιζε για το περιεχόμενο της προβολής. Σήμερον. Δύο έργα: Ο Αχόρταγος και Ο Καβαλάρης της ερήμου. Βέβαια ο Τηλέμαχος δεν ήξερε να διαβάζει, αλλά και οι άλλοι, που είχαν τελειώσει το δημοτικό, δεν χρειάστηκε να επιστρατεύσουν τις γνώσεις τους. Μιλούσε η εικόνα από μοναχή της. Ένας τεράστιος γυναικείος πισινός ξεβράκωτος φωτογραφισμένος από κάτω χαμηλά και πλάγια κι ανάμεσα από τα σκέλια της να τους κοιτάει ανάποδα και λάγνα μια ξανθιά σκυμμένη και αναμαλλιασμένη· στο αριστερό άκρο της αφίσας ένας νέγρος τσίτσιδος· κι ανάμεσα στο ζευγάρι ένα μακρύ, παραλληλόγραμμο και με στρογγυλεμένες άκρες χασαπόχαρτο καρφιτσωμένο με χρωματιστές πινέζες (ξεκινούσε απ’ την κοιλιά του μαύρου κι έφτανε μέχρι το κέντρο των ευτραφών οπίσθιων) κάλυπτε εύγλωττα το αυστηρώς ακατάλληλο θέαμα. Έχεις λεφτά, Τηλέμαχε; Ψιθύρισε ξεροκαταπίνοντας ο Θανάσης. Έβγαλε το χέρι του στην τσέπη εκείνος, μα το ξανάβγαλε σχεδόν αμέσως. Τον είχε φοβερίσει η μάνα του να τα φυλάει καλά μήπως και του τα κλέψουν. Οι άλλοι πίστεψαν πως βρήκανε την ευκαιρία για να τον ξεφορτωθούν. Καθώς τους έβλεπε ο Τηλέμαχος να προχωρούν προς το ταμείο, ταλαντεύτηκε, κοντοστάθηκε, μα ο πειρασμός ήταν μεγάλος και τους ακολούθησε. Έκοψαν τρία εισιτήρια και μπήκαν – Η αίθουσα κλιματίζεται, έγραφε μια επιγραφή πάνω από την πόρτα, μα δεν ήταν αυτό που βάρυνε ώστε να πάρουν την απόφασή τους.

– Πάμε, ρε Μάχο, και θα δεις. Δεν παίζει η γριά στο έργο, ψιθύρισε ο Θοδωρής για να τον ηρεμήσει.
– Κι οι τρεις μαζί; Ρωτάει η τσατσά.
– Θα τον πάμε ως την πόρτα. Είναι άμαθος
– Αλλού αυτά. Αν θέλετε να πάρετε μάτι να πληρώσετε από μισή βίζιτα ο καθένας.
– Δε σφάξανε.
– Να πάει τότε μοναχός του.

Διάβηκε για δεύτερη φορά μια πόρτα εκείνο το απόγευμα ο Τηλέμαχος και βρέθηκε πάλι σε μέρος σκοτεινό, δίχως ετούτη τη φορά να κλιματίζεται η αίθουσα.

– Ονομάζεστε Γεράσιμος Σκιαδάς;
– Μάλιστα, κύριε Διοικητά.
– Πλοιοκτήτης του αλιευτικού σκάφους Άγιος-Νικόλαος;
– Ο ίδιος, κύριε Διοικητά.
– Αναγνωρίζετε τους τρεις κατηγορούμενους;
– Βεβαίως. Δικοί μου είναι.
– Να τους χαίρεστε!
– Τι έκαναν πάλι;
– Συνεπλάκησαν με ιεροδούλους, κύριε Σκιαδά.
– Δηλαδή;
– Εκάνανε τον οίκο ανοχής μπορδέλο, καπετάνιε.
– Λεχρίτες. Θα σας κρεμάσω στο κατάρτι. Τι σκαρώσατε μωρέ; Για δεν μιλάτε; Λέγε Θανάση. Κοίτα με στα μάτια Θοδωρή.
– Θα σας τα ειπώ εγώ, κύριε Σκιαδά. Οι τρεις κατηγορούμενοι εισήλθαν περί ώραν ογδόη απογευματινή εις οίκον ανοχής, ευρισκόμενον επί της οδού Κολοκοτρώνη 69. Εννέα και δεκαπέντε εκλήθημεν από περιοίκους, οι οποίοι άκουσαν να εξέρχονται εκ του κτηρίου ύβρεις, θορύβους και κραυγάς. Έσπευσε πάραυτα επί τόπου ο ανθυπασπιστής Φραγκίσκος Λιοντάκος επικεφαλής τριών ανδρών. Έχω στα χέρια την αναφορά του και σας πληροφορώ εκ των προτέρων ότι είναι άκρως επιβαρυντική. Διαβάζω: Σήμερον, Εικοστήν τετάρτην του μηνός και τα λοιπά και τα λοιπά… Συμφώνως των καταθέσεων αυτοπτών μαρτύρων… Δεν μας ενδιαφέρει, πάμε παρακάτω… Λοιπόν… Εδώ είναι το ζουμί. Ο εκ των κατηγορουμένων Τηλέμαχος Χαρίτος του Οδυσσέως εισήλθε στις οκτώ και είκοσι πέντε εις ιδιαίτερο δωμάτιο μετά της ιεροδούλου ονόματι Μίνας με σκοπόν τον αγοραίο έρωτα. Όπως προκύπτει εκ της καταθέσεως ετέρας ιεροδούλου, ονομαζομένης Τίνας και εργαζομένης εις παρακείμενον χώρο, ηκούοντο εκ του δωματίου φωνές και βογκητά εις τοιαύτην όμως έντασην και διάρκειαν που ουδαμώς εδικαιολογούντο ακόμα και στην εν λόγω περίστασην. Ενισχυομένων των κραυγών τρέχει η δευτέρα ιερόδουλος (Τίνα) προς βοήθεια και αντικρίζει τη συνάδελφό της δεμένη μπρούμυτα επί του ντιβανίου, φιμωμένη και τον Τηλέμαχο Χαρίτο να ασελγεί πάρα φύσην και παρά τη θέληση της γυναικός. Εις ερώτησίν της: Τί κάνεις στο κορίτσι, ρε; απαντά θρασύτατα: Ό,τι και ο αράπης. Και παρευθύς αρπάζων και την ίδια από τα μαλλιά την δένει χρησιμοποιών τα υπόλοιπα σεντόνια δίπλα ακριβώς από την ετέρα εταίρα, ανάσκελα όμως αυτήν, και συνεχίζει γαυριάζοντας αλληλοδιαδόχως και κράζοντας συνεχώς: Όπως ο αράπης… Ελθούσα η ιδιοκτήτρια του πορνείου (τσατσά) είδε, εφοβήθηκε και απήλθε καλούσα εις βοήθειαν, αποφεύγοντας ούτως την μανία του Χαρίτου, πράγμα που δυστυχώς δεν συνέβη και στην περίπτωση ετέρου υπαλλήλου του πορνείου (Ντίμη), ο οποίος είχε την ίδια τύχη με την πρώτη από τις δυο γυναίκες (Μίνα). Αφιχθέντες εύρομεν τον Τηλέμαχον Χαρίτον ενδεδυμένο και αφοπλισμένο, στρυμωγμένο σε μια γωνία υπό των ετέρων δυο κατηγορουμένων. Επελήφθημεν επιβάλοντες πάραυτα την τάξην. Ήτα προέβημεν εις την λήψην καταθέσεων απάντων των παρισταμένων. Οι ζημιές συμφώνως με δήλωσην της ιδιοκτήτριας του οίκου ανέρχονται εις τρία σεντόνια ξεσχισμένα, μια κανάτα γυάλινη σπασμένη, ένα τζάμι ραγισμένο, επί πλέον υπάρχει η απαίτησης καταβολής διπλής βίζιτας, δι’ εκάστην ιερόδουλον, και αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη. Σε αντίθετη περίπτωση η ιδιοκτήτρια θα υποβάλει μήνυση. Ο νεαρός δεν πρόβαλε αξιώσεις, ούτε κατέθεσε εις βάρος του κατηγορουμένου για λόγους προφανείς.

– Θα σας την κόψω σύριζα, ρε;
– Δεν φταίμε, καπετάνιο, εμείς. Ο Μάχος…
– Σκασμός. Μη βγάλει κιχ κανένας. Τί χρωστάμε κύριε Διοικητά;

[εικόνα: Photo of 5 samurai, 1860-65]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s