292340_452597964779816_566326316_n

#011 ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΧΡΗΣΙΜΕΥΟΥΝ ΝΑ ΚΑΘΑΡΙΖΕΙΣ ΠΑΤΑΤΕΣ ΚΑΙ ΨΑΡΙΑ

«Και τώρα τι να κάνω;» με ρωτούσε φίλος ποιητής στο τηλέφωνο. Είχε μόλις διαβάσει την πρώτη του «συνέντευξη» σε αθηναϊκή εφημερίδα κι είχε μείνει αποσβολωμένος. Πάνω στην άνθιση των ιστολογίων, το 2008 αν θυμάμαι καλά, η αγαπητή μου φίλη Ελπίδα Πασαμιχάλη μου είχε ζητήσει να τις βρω πέντε «μπλογκεράδες» να απαντήσουν στο ερωτηματολόγιό της για τα μπλογκ, έρευνα που δημοσιεύθηκε ολοσέλιδη στον τότε «Ελεύθερο Τύπο».

«Τώρα, να πάρεις τη συγκεκριμένη σελίδα της εφημερίδας και να καθαρίσεις ψάρια», του λέω «κι αν δεν έχεις ψάρια, να καθαρίσεις πατάτες. Να τυλίξεις τις φλούδες και να πετάξεις εφημερίδα και περιεχόμενο στα σκουπίδια», καταστρατηγώντας το έθιμο που θέλει τους ποιητές να κρατάνε προσωπικό αρχείο με τις δημοσιεύσεις τους, ή έστω με την απλή αναφορά του ονόματός τους στον ημερήσιο τύπο.

Λέγαμε παλιά για διάφορους ομότεχνους πως «δοξάστηκαν κρυπτόμενοι, και γελοιοποιήθηκαν εμφανιζόμενοι», πόσο εύκολο είναι να εγκαταλείψεις την ολύμπια αταραξία σου και να σε ξεφωνήσουν οι δημοσιογράφοι. Τώρα, που όσο εύκολο είναι να δημοσιεύσεις άλλο τόσο πανεύκολο είναι να γράψουν οι εφημερίδες για σένα, και έχουμε το φαινόμενο ανύπαρκτοι λογοτέχνες να έχουν τεράστιο προσωπικό αρχείο με δημοσιεύσεις, δεν χρειάζεται να έχεις ένα κι εσύ: τσαλάκωσε το φύλλο της εφημερίδας που φιλοξενεί το λόγο σου, ή καθάρισε τα ψάρια σου σ’ αυτό.

***

#012 Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΜΙΜΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Αντέγραψε από τους κλασικούς, όσους βρίσκονται κάτω από τη μύτη όλων. Θα συμπλήρωνα πως δεν τους διαβάζει κανένας, αλλά το θεωρώ αυτονόητο. Πέρυσι δοκίμασα στον τοίχο μου στο φμπ, Καζαντάκη και Φιτζέραλντ: δεν το κατάλαβαν. Τα θεώρησαν δικά μου στιχουργήματα και απέσπασαν πάνω από πενήντα λάικ, αριθμός αστρονομικός για μένα.

Αντέγραψε από τα βιβλία που όλοι αναφέρουν, αλλά παραμένουν αδιάβαστα: είναι πιο εύκολο να σε καταλάβουν αν αντιγράψεις έναν μέτριο σύγχρονο, παρά έναν πασίγνωστο (σε αναφορές, μόνο, όπως είπαμε), συγγραφέα. Ισχύει κι εδώ ο νόμος του διαδικτύου: μπορείς να βγεις στο σύνταγμα γυμνός και να μην σε πάρει χαμπάρι κανένας, αλλά από τη στιγμή που καλωδιώνεσαι στο ίντερνετ, σε βλέπουν όλοι.

Μιμήσου τους μέγιστους: θα έχεις τουλάχιστον τη φιλοδοξία του ύψους. Αν αντιγράψεις τους ανύπαρκτους, πόσο πιο χαμηλά μπορείς να πέσεις; Το ύψος έχει οριστεί εδώ και αιώνες. Οι αξίες δεν είναι σημερινή εφεύρεση. Προσπάθησε, η ποίηση είναι κατ’ εξοχήν μιμητική τέχνη. Ήδη, ο Ρόμπερτ Μούζιλ είχε επισημάνει πως στις μέρες του τα ποιήματα ήταν επιδόσεις αποκλειστικά των αγράμματων. Μπορείς να κάνεις ποιητική τέχνη μιμούμενος απλώς τους άλλους, μιμούμενος τους μεγάλους μπορεί να γίνεις και ποιητής.

Δεν χρειάζονται προσωπικές γνώσεις, ούτε πάθος για το απόλυτο στη γλώσσα. Εμπρός!

***

#013 ΠΕΡΙ ΑΝΑΠΟΔΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΚΙ ΑΛΛΩΝ ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΩΝ

Τίποτα δεν παλιώνει πιο γρήγορα από το νέο. Όταν έγραφε ο Μπόρχες το συγκεκριμένο αφορισμό, είχε κατά νου του τις διάφορες πρωτοπορίες που ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια στις αρχές του εικοστού αιώνα, τους διάφορους μικρούς –ισμούς. Είχε θητεύσει και ο ίδιος στο δικής του έμπνευσης «ουλτρα-ισμό», και με τα χρόνια είχε καταλήξει στην άποψη πως το παλιό είναι πιο ανθεκτικό από το καινούριο στη λογοτεχνία.

Στην εποχή μας όπου δεν υπάρχουν λογοτεχνικά κινήματα φυτρώνουν διάφορα λετριστικά παιγνίδια. Ποιητές διαφόρων ηλικιών επιμένουν να προωθούν μια λανθασμένη άποψη του καινούργιου που συνίσταται σε διάφορα τεχνάσματα με την τυπογραφική απεικόνιση των στίχων και κυρίως με τις γραμματοσειρές: αλλάζοντας γραμματοσειρά από στίχο σε στίχο νομίζουν πως προσδίδουν αξία στα πενιχρά συνήθως λεγόμενά τους. Το ποίημα και ανάποδα να το γράψεις δεν θα μείνει αν δεν έχει κάτι να πει. Η πρόσθετη αξία του δεν είναι ο τρόπος εμφάνισής του ούτε ανανεώνεις τη λογοτεχνία με αυτό τον τρόπο. Ο καινούργιος τρόπος βρίσκεται πάντα στην εκφορά του λόγου κι όχι στην τυπογραφική του απεικόνιση.

Φίλος πεζογράφος προτίμησε να αποσύρει τη συνεργασία του από ηλεκτρονικό περιοδικό επειδή δεν του είχαν τηρήσει κάποια μεσοδιαστήματα στη δημοσίευση του κειμένου του. Δεν ήξερε πως ο νεοτερισμός της γραφής του δεν βρισκόταν στην τυπογραφική του αναπαράσταση αλλά στα γραφόμενά του.

***

#014 ΤΟ ΚΑΤΕΞΟΧΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΤΡΑΠΟΝ

Νέος ακόμη στα λογοτεχνικά άκουγα με θαυμασμό και περισσή απορία το Μιχάλη Γκανά να μου λέει πως αρνήθηκε, είπε ΟΧΙ, στον καθηγητή Δ. Ν. Μαρωνίτη. Η πρόταση του καθηγητή, που τότε μεσουρανούσε στα ΜΜΕ και ασκούσε τεράστια εξουσία στην αξιολόγηση των Ελλήνων λογοτεχνών (ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε εκείνος κι ατυχώς πολλοί από τους ευνοϊκά κρινόμενους…), ήταν ούτε λίγο ούτε πολύ να προλογίσει τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, τα «Μαύρα Λιθάρια». Ο φίλος μου ο Γκανάς δεν δέχτηκε και δεν μπορούσα τότε, να καταλάβω το γιατί. Σκεφτόμουν από μέσα μου, πως εγώ θα δεχόμουν πολύ ευχαρίστως το στραπόν από τον αξιότιμο καθηγητή.

Θυμάμαι την ιστορία κάθε φορά που ανοίγω ένα βιβλίο νέου συγγραφέα και βλέπω να τον προλογίζουν συνήθως οι…φίλοι του, ή κάποιος φιλόλογος μεγαλοφροντιστηράς ή ακόμη πιο διακριτικά τάχα μου, να γράφουν τιμητικά λόγια στον επίλογο… Καμία αξία δεν προσθέτει «η παρουσίαση» στο κείμενο. Το κείμενο πρέπει να μπορεί να σταθεί μόνο του στα πόδια χωρίς τα δεκανίκια τρίτων. Να μιλάει από μόνο του και να παίρνει κεφάλια, χωρίς την επεξήγηση κανενός, ούτε καν του ίδιου του συγγραφέα.

Με τον καιρό αρνήθηκα πολλές φορές να γράψω τέτοιου είδους σημειώματα, αν κι απ’ ότι βλέπω οι πρόθυμοι να υποβληθούν σε στραπόν αυξάνονται με γεωμετρική μέθοδο.

Έφτασα μάλιστα στο άλλο άκρο: να μην θέλω πια ούτε οπισθόφυλλα (αυτή η συγκαλυμμένη επιβολή κύρους έξωθεν του κειμένου) στα βιβλία μου.

***

#015 ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΕΡΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΙΝΕΙ ΣΤΟ BOOKCHALLENGE!

Το #bookchallenge (ένα διαδικτυακό παιγνίδι με τους εξής κανόνες: 1) Γράφεις στο status σου μια λίστα με 10 βιβλία που σου ‘χουν μείνει στο μυαλό. 2) Μην το πολυσκεφτείς, δράσε αυθόρμητα. 3) Δεν χρειάζεται να είναι τα μεγαλύτερα έργα της λογοτεχνίας μόνο βιβλία που σ’ έχουν επηρεάσει), σε επίπεδο μιας φάτσο-ελαφρότητας (που λέει κι ο φίλος μου Παναγιώτης Τριτάρης), αποδείχτηκε εν τέλει αληθινά χρήσιμο.

Ανάμεσα στην προσπάθεια να κρύψεις φανερώνοντας και να φανερώσεις κρύβοντας, βγάλαμε κάποια πρόχειρα συμπεράσματα: πρώτο, πως η ομοιομορφία στη γραφή οφείλεται στην ομοιομορφία των αναγνωσμάτων. Δεύτερο, πως οι πραγματικές ανακαλύψεις που κάνει ο αναγνώστης παραμένουν κρυφές όπως και παλιότερα. Οι συνομήλικοι φίλοι μου δεν ανακοινώναμε ποτέ τις ανακαλύψεις μας, τις κρατούσαμε κρυφές, μόνο για τον εαυτό μας φοβούμενοι πως αν τις μοιραστούμε με τους άλλους, θα έχαναν κάτι από τη μαγεία τους.

Τρίτο συμπέρασμα: η υποψία μας περί ναρκισσισμού για έναν εκδότη-ποιητή επιβεβαιώθηκε. Στα δέκα βιβλία ο αθεόφοβος έχει συμπεριλάβει το της γυναίκας του, και το δικό του… (παρέχοντάς μας τα πειστήρια πως η αρχική μας διάγνωση ήταν ορθή).

Ένας άλλος ανεκδιήγητος ποιητής-εκδότης είχε στήσει ολόκληρη ανθολογία της γενιάς του εβδομήντα μόνο και μόνο για να συμπεριλάβει τον εαυτό του…

Τα παιδία αποκαλύπτονται πάντα μέσα από το παιγνίδι κι η άρνηση κάποιων να μην παίζουν υποδηλώνει απλά το φόβο τους να μη γελοιοποιηθούν…

***

#016 ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΣΑΣ

Έχετε βρει τα χρήματα (τα ποιήματα τα έχετε έτοιμα ήδη από την εφηβική σας ηλικία) λοιπόν, που σας ζήτησαν για να εκδώσετε το πρώτο σας βιβλίο, το εξώφυλλο, το οπισθόφυλλο έχετε γράψει κι ένα πληθωρικό βιογραφικό με τις εγκύκλιες σπουδές σας, τα μεταπτυχιακά και αποκρύβετε πως είστε άεργοι, και σας ζητούν και μια φωτογραφία για το αυτί του βιβλίου. Θα τη θέλατε να καλύπτει το εξώφυλλο, αλλά σας λένε πως δεν είναι θεμιτό, και στο οπισθόφυλλο τη βάζουν μόνον οι συγγραφείς των μπεστ-σέλερ. Οφείλετε να περιοριστείτε στο μικρό διάστημα πάνω αριστερά καθώς θα ανοίγετε το βιβλίο.

Έχετε στο νου σας φωτογραφίες μεγάλων συγγραφέων που στέκονται περήφανοι μπρος στη βιβλιοθήκη τους ή κάθονται στο γραφείο τους που κατακλύζεται από βιβλία και χαρτιά, πένες από κοκορόφτερα και μελανοδοχεία. Έχετε δει νεότερους να ποζάρουν με το προφίλ στα τρία τέταρτα και να ατενίζουν την αιωνιότητα λες και το αυχενικό τους βρίσκεται σε πολύ οξεία φάση. Παίρνεται το βλοσυρό ύφος που είχατε στις παιδικές σας φωτογραφίες που σας κάνει περισπούδαστο, εμβριθή διανοούμενο και απόμακρο. Πιστεύετε πως μια σοβαρή φωτογραφία θα κάνει τους άλλους να σας πάρει στα σοβαρά.

Όλα είναι ζήτημα ύφους ξέρετε, και οι τρόποι να γελοιοποιηθεί κάποιος απεριόριστοι όπως οι βουλές της Λογοτεχνίας.

***

#017 ΠΟΥ ΒΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΟΤΑΝ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Όταν μας επισκέπτεται λοιπόν, η «έμπνευση» καθόμαστε μπροστά στο πληκτρολόγιο (ελάχιστοι γράφουν πλέον με το μολύβι στο χέρι-και η διαφορά φαίνεται αμέσως): ο βαθμός δυσκολίας της ανάγνωσης προδικάζει την δυσκολία της γραφής τους. Εύκολα ποιήματα γράφονται με εύκολο τρόπο κατευθείαν στο πληκτρολόγιο και τα διακρίνεις αμέσως αν τα μεταφέρεις στο word. Δεν κοκκινίζει ούτε μια λέξη. Διαβάζοντας επαγγελματικά από ένα σημείο και μετά δεν χρειάζεται καν να περάσεις το κείμενο στο word, καταλαβαίνεις αμέσως πόσες «κοκκινισμένες» λέξεις που δεν αποδέχεται το Microsoft Word έχει το θάρρος να χρησιμοποιήσει ο ποιητής. Έρευνες έχουν αποδείξει την απόλυτη συνάφεια της χρήσης του συγκεκριμένου προγράμματος με την έκρηξη της γραφομανίας στην εποχή μας, και ειδικά με την αυξημένη παραγωγή πεζογραφίας. Τα μυθιστορήματα τα ξεπετάμε πλέον μέσα σε δυο μήνες το πολύ, και στο τέλος της χρονιάς μπορεί να έχουμε γράψει, εκδώσει και πουλήσει ακόμη κι έξι διαφορετικούς τίτλους.

Όπως καταλαβαίνουμε επίσης που βάζει το χέρι του ο ποιητής όταν γράφει: αν το βάζει στην καρδιά, στην κοιλιά ή (καλύτερα ακόμη) πιο κάτω. Αν ο συναισθηματισμός είναι το πρώτο σκαλοπάτι «έκφρασης» της πλούσιας κι ευαίσθητης καρδούλας σας, για να αρχίσετε να γράφετε όχι μόνο μετά τους χωρισμούς σας, αλλά με οποιαδήποτε κλιματολογική συνθήκη συναισθημάτων, είναι απαραίτητο να αρχίσετε να μετακινείτε το χέρι σας στην κοιλιά κι ακόμη καλύτερα στα αχαμνά σας. Τρέξτε να αγοράσετε επειγόντως μολύβια, χαρτιά και λεξικά.

***

#018 ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΚΟΚΟΡΑ

Στα θεμέλια του σπιτιού, οι παλιοί έσφαζαν πάντα έναν κόκορα. Θυμάμαι πέντε χρονών παιδάκι, τη γιαγιά να σφάζει έναν κόκορα να τον παραδίδει στα χέρια του πρωτομάστορα κι εκείνος να το περιχύνει στα φρεσκοσκαμμένα θεμέλια πριν πέσει το πρώτο μπετόν. Ο πατέρας μου χάραξε το έτος 1959 σε μια πλάκα στην είσοδο, κι έτσι θυμάμαι το έτος κατασκευής του σπιτιού, τέρμα Καραγάτση στη Λάρισα. Ή πάλι μπορεί να είναι μια πλαστή ανάμνηση: να θυμάμαι απλώς την τελετουργία από τις διπλανές οικοδομές, αργότερα, με την έκρηξη της ανοικοδόμησης που σημειώθηκε καθ’ όλη τη δεκαετία του 1960.

Με ρωτούσε σε προχθεσινό μέιλ κάποιος νέος ποιητής «αν μπορούσε να γράψει αναίμακτα ποίηση». Ήμουν έτοιμος να του απαντήσω πως αν δεν χυθεί αίμα από τις φλέβες του, αν δεν ματώσει προσωπικά ο ίδιος, δεν θα μπορούσε να γράψει ποτέ όχι ποίηση, αλλά ούτε ένα ποίημα που να αξίζει τον τίτλο του ποιήματος. Είπα όμως να είμαι ευγενικός απέναντί του και λόγω του πολύ νεαρού της ηλικίας του, και του απάντησα με το δημοτικό θρύλο για το γεφύρι της Άρτας: «αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη, παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα, που έρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα».

Μόνο δια της (αυτό-)καταστροφής δίδεται το προνόμιο της δημιουργίας.

***

#019 ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΙ Ο ΜΠΟΥΜΠΚΑ

Το βράδυ της Παρασκευής βρέθηκα καλεσμένος σε ένα τραπέζι φίλων. Απέναντί μου ακριβώς έτυχε να καθίσουν δυο καθηγητές γυμναστικής, που τα απογεύματα συμπληρώνουν τα εισοδήματά τους κάνοντας τους προπονητές: ο ένας στην ενόργανη κι ο άλλος στο στίβο. Όταν με ρώτησαν με τη σειρά τους τις δικές μου ασχολίες και τους ανέφερα τη λογοτεχνία, δήλωσαν αμήχανα πως και οι δύο δεν έχουν διαβάσει βιβλίο στη ζωή τους. Ο ένας εκ των δύο μου εξομολογήθηκε πως διαβάζει μόνον μια αθλητική εφημερίδα μια φορά την εβδομάδα, ο άλλος δεν διαβάζει ούτε αθλητικό τύπο. Με υπερηφάνεια και οι δύο μου δήλωσαν πως ένας τρίτος συνάδελφός τους άρχισε να διαβάζει λογοτεχνία μόλις βγήκε στη σύνταξη, κι επειδή ήταν στα πρόθυρα της συνταξιοδοτήσεως και οι δύο, μου το εξομολογήθηκαν λες και δεν ήμασταν στο περιφερειακό ταβερνείο μετά λαϊκής κομπανίας, αλλά επί του φοβερού βήματος.

Άγνωστος πάντα ο χρόνος που θα συναντήσουμε τη λογοτεχνία. Κι ένας στίβος το λογοτεχνικό άθλημα. Τους μίλησα, επειδή μου ήταν συμπαθέστατοι, πως και η λογοτεχνία έχει σχέση με τη δουλειά τους: είναι ένας μαραθώνιος, δρόμος μεγάλων αποστάσεων και μετ’ εμποδίων, και δεν είναι δρόμος ταχύτητος. Πως οι λογοτέχνες και ιδιαιτέρως οι ποιητές δεν είναι σαν τον Μπούμπκα που κάθε φορά που πηδούσε στο άλμα επί κοντώ έκανε και παγκόσμιο ρεκόρ. Οι ποιητές δεν είναι ρέκορντμαν, μια συλλογή τους μπορεί να είναι κατώτερη από μια προηγούμενη, γιατί μετράει το σύνολο του έργου κι όχι το ρεκόρ. Η ποίηση είναι σαν το πένταθλο.

***

#020 Η ΩΡΑ ΚΑΙ Η ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Μία από τις πιο διαδεδομένες παιδικές ασθένειες μεταξύ λογοτεχνών, είναι η αποτύπωση της ημερομηνίας στο τέλος κάθε πονήματος, ως σφραγιδόλιθο της γραφής τους. Γράφοντας όμως «Τετάρτη 26/7/2010» π.χ., εγώ ο αναγνώστης το λαμβάνω ως συστατικό στοιχείο του ποιήματος το οποίο παραμένει αδρανές στα χέρια μου γιατί τίποτα δεν παραπέμπει σε «Τετάρτη» και η «Τετάρτη» δεν προκύπτει από τους στίχους του ποιήματος. Λίγα τα ποιήματα για Τετάρτες, ρωτήστε και τον Έλιοτ.

Κανένας δεν νοιάζεται πότε γράψατε το ποίημα ή το πεζό. Αν ήταν Τετάρτη ή Σάββατο. Αν ήταν μεσημέρι ή απόβραδο. Αν χιόνιζε ή αν είχε λιακάδα. Στο ποίημα ειδικά που είναι έκφραση απόλυτης οικονομίας των λέξεων οποιοδήποτε στοιχείο που δεν στοχεύει στην έκπληξη και το θαυμασμό απορρίπτεται παρευθύς. Ούτε υπάρχουν φιλόλογοι που θα σκύψουν πάνω από το έργο σας να επισημάνουν τις διαφορετικές γραφές των ποιημάτων σας, τις προσθήκες, τα σβησίματα και τις διαγραφές. Έχουμε ήδη τα αυτόγραφα του Σολωμού και γνωρίζουμε πως γράφεται το ποίημα.

Όλοι κάπως έτσι ξεκινήσαμε να γράφουμε: αποτυπώνοντας την ώρα και τη στιγμή που νοιώσαμε αυτή την ιδιαίτερη διαδικασία διέγερσης του νευρικού μας συστήματος, προϊόν της ευαίσθητης ιδιοσυγκρασίας μας. Κι αν θέλετε, μόνο και μόνο για να ξανανιώσετε αυτή την ανατριχίλα στον αυχένα γράφετε και ξαναγράφετε απελπισμένα. Δεν χρειάζεται λοιπόν να κοινοποιείτε την στιγμή και την ώρα. Είναι γελοίο όπως ένα ενήλικας που αρρωσταίνει από ιλαρά.

Advertisements

One thought on “Νέο Savoir-vivre #11-20 | Σωτήρης Παστάκας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s