Ραψωδία Ζ, στίχ.466 | Αλέξανδρος Κεφαλάς

ak

Δέκα ολόκληρους μήνες είχε να μάθει νέα του η Ανδρομάχη. Φθινόπωρο του ‘73. Υποχρεωτική στράτευση με διαταγή του ίδιου του Γεώργιου Παπαδόπουλου. Η φοιτητική του αναβολή διεκόπη αιφνίδια τα Χριστούγεννα του ‘72. Το περίμενε… Πάντα πρωτοστατούσε στις φοιτητικές οργανώσεις. Χαρακτηρισμένος αριστερός, τον είχαν συλλάβει κιόλας στην κηδεία του Παπανδρέου. Είχε γυρίσει την πλάτη του στους αστυνομικούς και φώναζε συνθήματα… Πάντα έτσι λειτουργούσε εν θερμώ. Δεν υπολόγιζε κανέναν, δε φοβόταν κανέναν. Αυτό, όμως, ήταν και μέρος της γοητείας του. Γι’ αυτό τον είχε ερωτευτεί, όταν τον πρωτογνώρισε στο Πολυτεχνείο. Ατρόμητος, αντισυμβατικός. Τα σγουρά του τα μαλλιά στο χρώμα του μελιού και τα γαλανά του μάτια δεν την είχαν αφήσει ωστόσο ασυγκίνητη. Οι γονείς της, χουντικοί μέχρι το μεδούλι, δεν τον ήθελαν. Κλέφτηκαν, παντρευτήκαν στα κρυφά. Ακόμα της το κράταγαν μανιάτικο οι δικοί της. Σαν ήρθαν από τη στρατονομία να τον πάρουν, ήταν τριών μηνών έγκυος. Δεν είχε λάβει μήνες γράμμα του, δεν της είχε τηλεφωνήσει, έχασε εν μια νυκτί τα ίχνη του. Στην αρχή νόμιζε πως τον είχαν στείλει στη Λέρο, δεν ήξερε πού να αποταθεί, δεν ήξερε ποιον να πιστέψει. Κόντεψε να τρελαθεί. Από τη θλίψη παρ’ ολίγον να χάσει και το παιδί. Γέννησε μονάχη της τον γιο τους. Η μάνα της ήρθε να της συμπαρασταθεί σαν ήταν λεχώνα. Είχε γλυκάνει με την έλευση του εγγονού. Ο πατέρας της όχι. Δεν την έμελλε, ο καιρός θα τον μαλάκωνε, έπρεπε να έχει υπομονή. Υπομονή… Σάμπως έκανε και τίποτε άλλο δέκα ολόκληρους μήνες; Read more

Κουβέντα περί ποιήσεως του Γιώργου Χριστοδουλίδη με τον Τάσο Γαλάτη

galatis

Πόσοι μας ξέρουν πραγματικά; H μάνα μας. Αυτοί/-ες που μας ερωτεύτηκαν. Και όσοι μας διάβασαν. Η μάνα μας, επειδή μας γέννησε. Όσοι/-ες μας ερωτεύτηκαν, επειδή μας ξαναγέννησαν. Και εκείνοι που μας διάβασαν, επειδή, γεννηθήκαμε ακόμα μια φορά, μέσα τους. Τολμώ να πω, λοιπόν, ότι ξέρω τον Τάσο Γαλάτη, τον ποιητή, για τον τρίτο λόγο. Τον διάβασα και τον ένιωσα να ξαναγεννιέται μέσα μου. Read more

Όπου ουρανός πατρίδα | Γιώργος Σαράτσης

gs

Οι φόβοι
κορδόνι στο λαιμό
Τα πρόσωπα ταιριάζουν μ’ άλλα πρόσωπα
ωραίες προτομές, καλλίγραμμοι φαλλοί,
αρχαϊκές μύτες
δέντρα φυτρώνουν από έξω
προς τα μέσα
το Ιόνιο σπίθα
που κατοικεί στα ορεινά

Κάποιο αγόρι
γέννησε την ανάγκη της νοσταλγίας
το αυτογέννητο παρόν των ανθρώπων
να κοιτάς
και να βλέπεις θάλασσα
όπου θάλασσα στεριά
κι όπου ουρανός πατρίδα
διπρόσωπες ανάγκες
σαν προετοιμασία
για την μεγάλη έξοδο

Στο τραπέζι
μια μπουκιά ξερό ψωμί
κι ένα χάπι
για τον πονοκέφαλο
Όσοι βρέθηκαν σ’ απόσταση
δεν ζούνε πια –
χθες και σήμερα
λεπίδες τα δάχτυλα
χαμόγελα σκόνη
σε οθόνες

Απ’ τη βροχή μένει μόνο η θλίψη
κέρασμα αγνώστου θαμώνος
άσπρο πάτο –
γνωρίζουμε τον κόσμο
χωρίς γλώσσα
και νόημα

[εικόνα: Curtis Moffat, Nature morte, marteau et masque, 1920]

Dorothy Parker, 12 ποιήματα | μτφρ: Ασημίνα Λαμπράκου

dp

I Shall Come Back

I shall come back without fanfaronade
Of wailing wind and graveyard panoply;
But, trembling, slip from cool Eternity-
A mild and most bewildered little shade.
I shall not make sepulchral midnight raid,
But softly come where I had longed to be
In April twilight’s unsung melody,
And I, not you, shall be the one afraid.

Strange, that from lovely dreamings of the dead
I shall come back to you, who hurt me most.
You may not feel my hand upon your head,
I’ll be so new and inexpert a ghost.
Perhaps you will not know that I am near-
And that will break my ghostly heart, my dear.

Χωρίς να καυχιέμαι θα επιστρέφω
Θρήνος του ανέμου, του κοιμητηρίου αρματωσιά·
Αλλά, τρέμοντας, από τη ψυχρή αιωνιότητα ξεφεύγω –
Μια ήπια και εντελώς μπερδεμένη μικρή σκιά.
Το μεσονύχτι πένθιμη δεν θα κάνω επιδρομή,
Μα απαλά θα έρθω όπου είχα επιθυμήσει να ‘μαι
Στο λυκόφως του Απρίλη την ατραγούδιστη φωνή
Και, εγώ όχι εσύ, θα είμαι αυτός που θα φοβάμαι.

Π’ απ’ τα υπέροχα των νεκρών ονειροπολήματα, παράξενο αυτό
Σε σένα, που πιότερο με πλήγωσες, να γυρνώ.
Πιθανά στη κεφαλή σου πάνω, το χέρι μου να μη νοιώθεις,
Ένα αδέξιο και νέο τόσο, φάντασμα θα είμαι.
Κι ίσως, να μη ξέρεις πως βρίσκομαι κοντά–
Κι αυτό αγαπητέ, θα σπάσει τη στοιχειωμένη μου καρδιά. Read more

5 ποιήματα | Θανάσης Πάνου

petr

Ο Αμφίγειος

Μόνος είμαι και αμφικεάζω την νόηση,
αμφιδεής, όταν αμφικνεφής
είναι η καθημερινότητά μου.
Όμως,
όταν αμφιδέρκομαι όλη την μαγεία
της ποιητικής θάλασσας
αμφικαθέργω στην ψυχή μου αμφίαλος,
το αμφίτριτον φώς και αμφιστένω
με μουσικούς φθόγγους που αμφιχορεύουν,
αμφιέλεκτοι σιμά μου
διότι είναι η ώρα που αμφιφώς
μεσούντος του ήλιου
ως αμφηβατήρ και ως αμφιφαής…

Μόνος είμαι και κόπτω στα δυο την νόηση,
γεμάτος φόβο,
όταν σκοτεινή είναι η καθημερινότητα.
Όμως, όταν περισκοπώ όλη την μαγεία
της ποιητικής θάλασσας περικλείω στην ψυχή μου
το υπό της θαλάσσης περιβαλλόμενο ,
το διάτρητο φώς,
και βογκίζω εκ βάθους με μουσικούς φθόγγους
που χορεύουν πέριξ, ως τροχός σιμά μου.
Είναι η ώρα που ο ουρανός
φωτίζεται από τα δυο ουράνια σώματα,
ήλιο και φεγγάρι.
Μεσούντος του ήλιου,
ως υπερασπιστή στην πέριξ του νεκρού μάχη
για να μην σκυλευτεί.

Ο πλησιόχωρος, Γείτων… Read more