tas

[Λύτας – Τασσοπούλου σημειώσατε Χ]

Χρόνια πριν, σε μια γειτονιά της Πρωτεύουσας που θυμίζει χωριό, δυο φίλοι συγγραφείς, γείτονες, έβαλαν στοίχημα. Με λέξεις συγκεκριμένες να γράψουν από ένα διήγημα ο καθένας. Σε χρόνο συγκεκριμένο. Mε κλεψύδρα τους τη νύχτα. Θα ξεκινούσαν τη Δύση και θα τελείωναν την Ανατολή. Εν συνεχεία, θα έδιναν τα ανυπόγραφα διηγήματά τους σε άλλους συγγραφείς. Να κρίνουν. Να διαλέξουν. Να ορίσουνε τον νικητή. Ιδέα εκείνου.

Οι λέξεις ρίχτηκαν απαλά στο τραπέζι. Χαρτάκια κομμένα σε μικρά παραλληλόγραμμα. Κάποιες δικές του, κάποιες δικές της, κάποιο σύνολο συγκεκριμένο όρισε την απομόνωση. Κλείστηκε ο καθένας σ’ ένα δωμάτιο. Στο σπίτι της. Ξεκίνησαν να γράφουν. Διέκοψαν για φαΐ, για χαμόγελο. Εκείνος έπινε ουίσκι. Εκείνη τελείωσε πρώτη. Του το πήγε. Το διαβάσανε. Της χαμογέλασε. Ξημέρωσε αργότερα. Λίγο αργότερα νύχτωσε βαθιά.

Τα διηγήματα δεν έφτασαν ποτέ στην κριτική επιτροπή τους και η ζωή ανέλαβε τις δικές της βραβεύσεις. Ο Χάρης μετοίκησε στον ουρανό και το διήγημά του πιθανότατα διαβάστηκε μονάχα απ’ τον ίδιον. Η Κωνσταντίνα παρέμεινε στη γη λίγο περισσότερο, προλαβαίνοντας να χαρίσει το δικό της διήγημα στους επισκέπτες των “Φτερών Χήνας”.


Πρεσβυωπία

Σκόνη. Διφορούμενη και παρεξηγημένη. Πάνω σε μαύρο δείχνει λευκή. Πάνω σε άσπρο μοιάζει σκούρα. Πάντα χαρακτηρισμένη βρώμα. Παντού χωμένη και κάτω της χωμένα τα πάντα. Ένα βροχερό Παρίσι σ’ επίχρυση κορνίζα, μια νεκρή φύση κρεμασμένη στραβά, κουρτίνες βαριές απ’ το βελούδο και την ακινησία, πολυέλαιοι που δε φωτίζουν πια. Δεν ενδιαφέρονται οι λάμπες ν’ αλλαχθούν, να φωτίσουν. Σελίδες μουσικής, η μια πάνω στην άλλη. Συντροφιά στο πάτωμα, αντί επίπλων. Μαζί, ρομαντικές και κλασσικές εποχές. Μαζί, ο πρόδρομος Μπαχ κι ο μοντέρνος Στραβίνσκι. Μαζί, η κώφωση του Μπετόβεν κι η μελαγχολία του Σοπέν. Παρέα ανάκατη, ασθένειες καλλιτεχνικές.

…καλέ, μην το χτυπάτε έτσι τ’ αριστερό…

Ενστάσεις, όποτε τον καλούσαν κριτική επιτροπή, Ιούνιο, Οκτώβριο, εξεταστικές.

…πιο σιγά, φυματικός ήταν ο Σοπέν, που να την βρει τη δύναμη να κοπανά έτσι τα πλήκτρα…

Τα πιο αγαπημένα ενός σπιτιού είναι αυτά που δεν προλαβαίνει να χιονίσει η σκόνη. Οι σειρές πλήκτρων στο ζευγάρι των πιάνων. Το μεγάλο με την ουρά και το μικρό, το επιτοίχιο. Το γυαλιστερό καφέ και το άλλο, με τα σκαλίσματα. Το ρωσικής κατασκευής και το γερμανικό, η αντίκα. Αυτό που έπαιζε ο μαθητής και το άλλο, που μελετούσε η μαθήτρια. Ο λατρεμένος κι εκείνη. Μουσικοί κι οι δυο, μα αλλιώτικοι. Γεννημένα ταλέντα. Ήχοι διαφορετικοί, από όργανα διαφορετικά, κι ας ονομάζονται και τα δύο πιάνα, κι οι δύο μαθητές.

Χάδια ζαρωμένα στη μελωδική σκακιέρα. Παίζει. Όχι κατιτίς συγκεκριμένο. Δίχως σκοπό, γεννά μουσικές. Απλά για τη γέννηση. Τρεμάμενη η μοίρα του πιανίστα. Γεμάτη τρίλιες. Για το άγχος πάντα της σκηνής. Πριν ανέβει σ’ αυτήν, κάποτε. Τώρα που κατέβηκε, πια. Έπεσε η αυλαία, οι δυνάμεις. Λίγα τα βήματα κι αυτά εντός σπιτιού. Αδύναμα. Αργά. Τα αναγκαία. Να κατουρήσει, να πλυθεί. Με προσοχή κρατιέται στην μπανιέρα μην πέσει. Πέφτει η ακοή και δυσκολεύεται να συνεννοηθεί με τους γύρω. Δυσκολευόταν και τότε που άκουγε, τώρα φαντάσου. Δεν κουβεντιάζει με κανέναν. Σχέσεις δεν έχει, δεν θέλει, μόνο με τη μάνα του ήθελε, μα κι αυτήν, τη θέλησε κι ο Θεός κάποια στιγμή. Του την ζήτησε. Του την πήρε. Του πέφτει η πίεση και με προσπάθεια στέκει ορθός. Κρατιέται πάντα απ’ το πιάνο. Πάντα απ’ το πιάνο κι απ’ την τέχνη του κρατιόταν. Θυμάται και πίνει εκείνο το χάπι καμιά φορά. Άλλες ξεχνιέται και γυρίζουν οι τοίχοι από την ορθοστατική.

Ρίχνει μπόλικο αλάτι στο ρύζι. Από το χονδρό, που αγόραζε κι η μάνα. Για παραπάνω νοστιμιά. Αλμυρές αναμνήσεις. Λύσσα σχεδόν. Έβραζε λαπά, καλή ώρα. Στραβή κι ανάποδη. Ρύζι Καρολίνα, να του καλμάρει το στομάχι. Χολές απ’ τα τσιγάρα και τους εμετούς. Μέρες δεν κατέβαζε μπουκιά. Μόνο το σάλιο του έπινε και γουλιές βερμούτ, που τις ξανάφτυνε στην παλιοεφημερίδα.

…ο μαθητής άφησε άφωνο το κοινό του Ηρωδείου χθες βράδυ…
…εξαιρετικός σε ένα αληθινά δύσκολο πρόγραμμα…
…έργα Γκρικ, Λιστ… Ντεμπυσσύ, Μουζόρσκι…
…πραγματικά μεγάλος καλλιτέχνης…

Θα έπρεπε να τον ονόμαζαν μονάχα εκτελεστή. Έβραζε λαπά, καλή ώρα. Κακή. Στο γκάζι του καφέ, σ’ ένα κατσαρολάκι που χωρά ίσα – ίσα δύο αυγά, μα ούτε αυγό δεν είχε αγορασμένο, ούτε ψωμί, ούτε γάλα. Κόβονται τα ιδιαίτερα μαθήματα το καλοκαίρι, τα ωδεία κλειστά, καθόλου έσοδα για μήνες. Είχε να πληρωθεί από Ιούνιο κι είχαν Σεπτέμβριο, αρχές. Αρχή μαθημάτων ξανά και με τη μαθήτρια. Ήρθε να κανονίσουν για μία φορά στις δεκαπέντε, να μπει στην τελική ευθεία για το δίπλωμα, τον βρήκε στην κουζίνα, στο τέλος του διαδρόμου, ν’ ανακατεύει ρύζι μην κολλήσει. Κόλλησε. Το γαλάζιο της βλέμμα στην ξύλινη κουτάλα, που δεν είχε τι ν’ ανακατέψει.

…Κύριε Καθηγητά, ήθελα να σας πω… Να σας ζητήσω δηλαδή αν μπορείτε…

Κόλλησε στο κατσαρολάκι, που άλλους δεν τους φτάνει ούτε για τον ελληνικό κι εκείνου του περίσσευε και για το μεσημεριανό του.

… έχω ατέλειες πολλές και θα ήθελα να τις δουλέψουμε μαζί… Αν γίνεται…

Κόλλησε, στην πόρτα του ψυγείου που μόλις έκλεινε και που δεν είχε τίποτα μέσα της να κλείσει.

…φυσικά αν προλαβαίνετε και δεν έχετε ακόμα κλείσει τις ώρες σας, να καταφέρουμε… Δύο ή και τρεις φορές μάθημα την εβδομάδα… Εντατικά… Μαζί…

Αλάτι είχε στη χούφτα και σκόρπισε. Γέμισε το μάρμαρο. Αλατισμένη μνήμη κι όμως άνοστη. Η εφημερίδα χαρτοπόλεμος. Κομμάτια η σελίδα με τα πολιτιστικά. Κομμάτια το όνομα του μαθητή, τα έντονα, χτυπημένα γράμματα. Εκείνος χτυπημένος, έντονα. Όταν οι γονείς του μαθητή βρέθηκαν άνεργοι, εκείνος τον δίδασκε δωρεάν και όταν είχε αρρωστήσει, εκείνος πήγαινε στο σπίτι του για να μην ταλαιπωρείται, για να συνεχίζει την εξάσκηση, να μη μένει πίσω στην ύλη και χαθεί το Πτυχίο. Όταν ο μαθητής έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ, δεν θυμήθηκε να τον καλέσει. Ντρεπόταν για τον δάσκαλο με τις ιδιαιτερότητες στο ντύσιμο, στον τρόπο, στη φωνή. Για τον δάσκαλο με το βαμμένο χρυσαφί μαλλί και τον ιδιαίτερο βηματισμό, τις εμπριμέ εσάρπες, τις κόκκινες, τις κροκί, που βόλταρε στην Αίθουσα Παρνασσός με τον σύντροφό του, αγκαζέ. Γεννούσαν κατάκριση τότε τ’ αλλιώτικα γούστα. Ντροπή. Ντράπηκε κι ο μαθητής, μα για λάθος λόγο. Ντράπηκε να τον εμφανίσει, όχι να τον αρνηθεί. Εκείνος, θα ντρεπόταν αν δεν του έδινε ότι μπορούσε. Μέχρι τη μέρα που βρώμισαν από μελάνι τα δάχτυλα, η ψυχή του, που τον ξέρασαν οι άρρωστες λέξεις. Σκυφτός τις διάβαζε, κι έπειτα έσκυψε, έγειρε. Τον πήρε η κάτω βόλτα. Ούτε που πρόλαβε να τινάξει από πάνω του τις συλλαβές. Εκεί έχουν μείνει ακόμα, σα σκόνη που έχει χρόνια εγκλωβιστεί στο χαλί.

Σκόνη. Η διφορούμενη και παρεξηγημένη. Αυτή που έχει σταθεί στο πρεβάζι και δείχνει μαύρη κι η άλλη που κατσικώθηκε στο ξύλινο παρκέ και φαίνεται λευκή. Πάντα βρώμα τ’ όνομά της. Παντού χωμένη και κάτω της χωμένα τα πάντα. Η παλιά παπουτσοθήκη με τα πέδιλα, αυτά που φόραγε με κάλτσες μοβ. Ο καλόγερος που δεν πήρε χαμπάρι ότι καλοκαίριασε για να πετάξει το παλτό. Τετράδια με πεντάγραμμα που γυρεύουν νότες. Δύο κηροπήγια ασορτί, δίχως κεριά. Τα ακουμπάει κάτω, σηκώνει το καπάκι του μεγάλου πιάνου, που έχει ήχο καθαρό. Αγγίζει σκόνη που δε βλέπει. Με τα δάχτυλα έτσι κι αλλιώς, πάντα κοίταζε καλύτερα. Με την αφή κρατούσε ρυθμό, τοποθετούσε χεράκια παιδικά σε ασπρόμαυρες σειρές, ψυχές παιδικές σε αγωνίες ενηλίκων. Με την αφή ένιωθε παλμούς κι ενστικτώδεις κινήσεις. Με την αφή έβλεπε, μα όχι πάντοτε σωστά. Συχνά, ο πιο αγαπημένος δεν είναι κι αυτός που το αξίζει. Συχνά, αυτός που δεν πολυσυμπαθείς κρύβει μεγαλύτερη αξία. Μα βρίσκεσαι κοντά για να καταφέρεις να το δεις. Πρέπει μακριά να σταθείς, για λίγο, ίσα να μπορέσεις να το διαβάσεις.

Έβραζε λαπά, καλή ώρα. Σταγόνες λεμόνι στο πιάτο, στο χέρι, πρόχειρα στυμμένες με πιρούνι. Κύλησαν κουκούτσια μέσα, δε βαριέσαι, για λάδι ούτε λόγος, πόσες δραχμές το μπουκάλι.

-Κλαίτε κύριε καθηγητά;
-Τι κλαίω μωρή; Λεμόνι στύβω και μου πετάχτηκε στο μάτι… Παίζε τις σκάλες σου εσύ γιατί, όχι δύο και τρεις, ακόμα και πέντε φορές την εβδομάδα να σ’ έχω, αποκλείεται να μάθεις πιάνο, δεν στρώνεις εσύ… Και βγάλε και τούτες τις μπογιές και τις μάσκαρες που φοράς… Ούτε να κλάψεις σωστά δε μπορείς… Παίζε λέω…

Σταγόνες λεμόνι στο μάγουλο, ξινότερες απ’ των ματιών. Πιο αλμυρές, κι ας μην έχουν από το χονδρό αλάτι, αυτό που προτιμούσε η μάνα για παραπάνω νοστιμιά. Ώσπου να βράσει τούτο το ρημαδόρυζο, θα παίξει μια σπουδή του Τζέρνυ ή κάποιο τραγούδι του Σούμπερτ που θυμάται. Παίζει πια, μόνο όσα θυμάται απ’ έξω. Το τρίτο μέρος της Απασσιονάτας, τη Μεγάλη Πολωνέζα, καμιά Τοκάτα και Φούγκα. Μίκρυναν οι παρτιτούρες, οι φθόγγοι ούτε που διακρίνονται, αλλά σιγά μη φορέσει γυαλιά. Ποτέ δεν του πηγαίνανε. Μην τον πουν και γερασμένο. Αν τύχει και θελήσει κάτι να διαβάσει, θα το τεντώσει μακριά, κι ότι βγάλει. Αφού και με τα χρόνια το κατάλαβε. Πιο σωστά τα βλέπεις όσο απομακρύνεσαι.

[εικόνα: Imai Shigeru, In flight, 1936]

Advertisements

One thought on “Πρεσβυωπία | Κωνσταντίνα Τασσοπούλου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s