Napol

Μονόλογοι του καημένου του Αντωνάκη!..

(Επιλογή)

Σύντροφον

Αντώνην Π..,

Φίλον ορισμένου μέλους
της Κομμουνιστικής Νεολαίας
της Ελλάδος. –

Οδός Μαυροκορδάτου, 5.
Ενταύθα.

1.

Οι επιθυμίες του Αντωνάκη:

«Ξαπλωμένος σα γουρούνι, μες στην Πάκαρ της μαμάς,
και με πρόθυμο ρουφιάνο, τον καλό τον Αποστόλη,
του βαρβάτου μου του κώλου για να σβήσω τας ορμάς,
θα ’θελα να με γαμούσαν εκατό στρατοί και στόλοι!»…

5.

Ο χοντρός ο Αντωνάκης, μέγας κουφιοκεφαλάκης,
είπε κάποτε, κι ας είναι πιο δειλός κι απ’ το λαγό:
«Να ’τανε ψωλές οι σφαίρες, που ’φαγεν ο Βενιζέλος,
κι ας τις έτρωγα κι εγώ!»…

6.

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΑΚΗ!

Κύριον
Αντωνάκην Π…,
τον Λαχαναγοραίον! –

«Χρόνια, τώρα, και χρονάκια, γύριζα στους ξένους τόπους,
μελετώντας, νύχτα-μέρα, τις ψωλές και τους ανθρώπους,
– αλλά μήτε στο Μαρόκο, μήτε και στη Χονολούλου,
δεν απάντησα ποτέ μου, ψωλή σαν του Θρασυβούλου!
Τ’ είν’ εκείνη, βρε παιδί μου! Κόκκινη σα μπολσεβίκος,
πάντα ντούρα και βαρβάτη – και τι πάχος, και τι μήκος!…
Για ψωλή, καθώς εκείνη, κι όπως και του Αποστόλη,
είν’ ανάγκη να υπάρχουν ειδικοί, επίσης, κώλοι:
ένας δε εκ των μεγίστων κώλων του παρόντος κόσμου,
άσσος μεταξύ των άσσων, – είναι, πάντως, κι ο δικός μου!»…

11.

ΛΕΕΙ Ο ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ:

Είμαι μεν αριστοκράτης, αλλά και δεινός σελέμης!
Είσαι καταστηματάρχης; Πρέπει, τότε, να με τρέμεις!
Κι όμως τι τιμή, για σκέψου, και τι καύχημα για σε,
να πατώ στο μαγαζί σου – και να μένω βερεσέ!
Τι τιμή, να μην υπάρχει στην ταβέρνα σου γκαρσόνι,
λούστρος, μάγερας, λαντζέρης, που να μη μου τόνε χώνει!
Τι τιμή, ν’ απολαμβάνει, μέρα-νύχτα, συλλογίσου,
τέτοια μούρη σαν και μένα, το κρασί σου, το φαγί σου!,
– και για λίγη τιποτένια και σελέμικη τροφή,
στο προσωπικό να δίνω τέτοιον κώλον ευτραφή!…
Μα πολλές φορές, αυτό μου το σελέμικο γαμήσι,
προκαλεί σκηνές, μπελάδες, αγανάκτηση και μίση…
Δε βαριέσαι! Τους αρπάζω, και στην κάμαρη τους πάω:
προκειμένου να τον φάω, τι σημαίνει κι αν τις φάω!…

15. (XV)

ΟΙ «ΣΠΟΥΔΕΣ» ΤΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΣ…

Κον
Αντωνάκην Π…,
Πολύγλωσσον! –
Ενταύθα.

Τόσα χρόνια, στας «Ογρώπας»,
σαν πολύπειρος κυρά,
η παχύδερμος Αντώνα
μελετούσε, στη σειρά…

Έβανε τον κώλο κάτου,
κι επεδόθη στη σπουδή,
κι ούτε σήκωνε κεφάλι
– το δικό της, δηλαδή!…

Τι να σπούδαζε; Ποιος ξέρει!
Δε μπορεί να βρει κανείς!
Φαίνεται να προπονείτο
δι’ «αγώνας διεθνείς»…

Κι έτσι, τώρα, κι η Αντώνα
έχει πείρα για πολλά,
και κατέχει τόσες γλώσσες,
για να γλύφει πιο καλά…

17. (XVII)

ΜΕΤΑ ΤΟ ΚΑΒΑΛΙΚΕΜΑ…

Οι εντυπώσεις της Αντώνας:

Καύλα κι όρεξη πολλή,
ανεκτίμητος αγκάλη,
– μικρή, μόνον, η ψωλή:
να την είχε πιο μεγάλη!…

Οι εντυπώσεις του Γαμιά της:

Καλά, όλα, της νυκτός,
με παραφοράς ηδείας,
– πλην ο κώλος ανοικτός,
μέχρι φρίκης κι αηδίας…

Αίτησις*

Αντωνίας Α. Π…,
κατοίκου Αθηναίων, αδελφής,
προς τον
Κον Πρόεδρον των Εισαγγελών.
Ενθάδε.

Κύριε Πρόεδρε,

Πρώτον έρχομαι ίνα ερωτήσω διά την καλήν σας υγείαν τούθ’ όπερ επιθυμώ και δι’ υμάς – και δεύτερον επανέρχομαι ίνα εξαιτήσω υπό της υμετέρας Προεδρίας, ίνα τεθή τερμάτισις της ανωμάλου καταστάσεως, παρά του Ναπολέοντος Λ. Λαπαθιώτου, κατοίκου Αθηναίων, το οποίον μοι εξαποστέλλει συνεχώς σατυρικάς επιστολιμιαίας εξυβρίσεις, θίγοντας συστηματωδώς την ευϋπόληπτην και άσπιλην υπόληψίν μου, ανεβάζοντας ερύθημα επί του παρθενώδους μετώπου μου, και κατασυγχύζοντας εμένα, μέχρι σοβαράς διακλονίσεως της ημετέρας υγείας και καρδίας!

Αχ καλέ, κύριε Πρόεδρε, τι έπταιξα, η αναξιοπεπαθημένη εγώ, η κεκαβαλλημένη και αδιαλλειπόντως καβαλλουμένη παρ’ ατόμων πάσης της φύσεως και μεγέθους, πάντων των εργασιών και πασών των επαγγελματιών – ήγουν ναυτών, θερμαστών, διοπών, υποκελευστών και κελευστών – φαντάρων, πυροβολητών, ιππέων, σκαμπανέων, πυροσβέστηδων, υποδεκανέων, δεκανέων, λοχίων, επιλοχιών, ανθυπασπιστών, σαλπιχτών, χωροφυλάκων, αστυφυλάκων, και τα τοιούτα – καφεπώλων, ζυθοπώλων, ουζοπώλων, ανθοπώλων, κρεοπώλων, εδωδιμοπώλων, παντοπώλων, ψητοπώλων, οπωροπώλων, λαχανοπωροπώλων, φυστικοπώλων, γαλατοπώλων, ανθρακοπώλων, αρτοπώλων, καπνοπώλων, εφημεριδοπώλων, θαλαμηπόλων, και όλους τους εις –πώλων, από τον ένα εις τον άλλον πόλον – σωφέρηδων, σουστιέρηδων, καροτσέρηδων, καμαριέρηδων, λαντζέρηδων, σαντουριέρηδων, μπαρμπερηδων – υποδηματιοκαθαριστών, εφαρμοστών, καπνοκαθαριστών, οδοκαθαριστών, οψοκομιστών και φοιτητών – εμπόρων, τορναδόρων, σερβιτόρων, Αθηνών, Πειραιώς και περιχώρων, και των βοηθών αυτών – υδραυλικών, μηχανουργών, επιπλοποιών, καρεκλοποιών, αρτοποιών, σαματοποιών, σαμαροποιών, ηθοποιών, με καλόν ή με κακόν ποιόν – καφετζήδων, γανοτζήδων, χαλβατζήδων, φορατζήδων, φαναρτζήδων, σαλεπιτζήδων, στραγαλατζήδων, ψιλικατζήδων, και όλους όσους ήκουσον ή είδον – καστανάδων, γαλατάδων, βουτυράδων, ψαράδων, ψωλαράδων και, εν γένει, λογής λογής κωλομπαράδων, μετά παράδων ή χωρίς παράδων, από Φαλήρου, Παλαιού και Νέου, μέχρι Κοκκινιάς και Ποδαράδων – εγώ, επαναλαβαίνω, η «λαϊκιά» των φρονημάτων, η Καλαβρυτινή εκ των γαλαζοαιμάτων, η εσπουδασμένη, επί σειράς ετών, ανά τας Εσπερίας, την ελβετικήν, την αγγλικήν, την γερμανικήν, την ιταλικήν, και την γαλλικήν την γαμικήν, επιβλητική και χονδροειδής της εμφανίσεως, μαγγουροφέρουσα εκ κερασέας, γλύπτουσα τας άκρας των πέων, απαξαπάντων των περί οις ο λόγος – τι έπταιξα, επαναλαβαίνω, ίνα εξαιτώ της υμετέρας παρεμβάσεως, προς λήξιν σοβαρωτάτων μέτρων, εξεναντίας του προλαλήσαντος, προς τερμάτισιν των καθαπτουσών της ως είρηται αμόλευτης τιμής μου σατύρων!

Ευελπιστεύουσα των άνευ αναβολιών, κατεπειγόντων υμετέρων ενεργειών, περί της άρσεως της τοιούτης κακοηθείας, υπογραφίζομαι, mon cher, μετ’ υπολήψεως,

Αντωνία Α. Π…,
κάτοικος Αθηναίων, αδελφή.

Εν Αθήναι, την 24 Μαρτίου, 1934

lap

21. (XXI)

Ο καλός μας Αντωνάκης, κολοκύθας όσο λίγοι,
μη θιγείς, είκοσι χρόνους, απ’ του κόσμου τις ψωλές
– μολονότι, μέρα-νύχτα, κατεβρόχθισε πολλές,
από τα γραφόμενά μου τα κατάφερε κι εθίγη!

Κι απ’ τη λύπη του που τόσο τον πειράξαμεν εμείς,
κάλεσε, την ίδια μέρα, των «ανθρώπων» του τα πλήθη,
και προς δόξαν της αδίκως σπιλωθείσης του… τιμής,
λυσσωδώς κατεγαμήθη!…

23. (XXIII)

Κάποτε μας ορκιζόταν η παχύδερμος Αντώνα,
ότι και τα δυο τα κάνει – πλην μεγάλως αμφιβάλλω…
Πάντως – αν δεν κάνει τ’ άλλο,
μια φορά, της κάνουν το ’να…

*
Άλλοτε, πάλι, που ’τυχε κουβέντα για «κινήματα»,
κάποιος τη ρώτησε, κι αυτή, για κείνα τι φρονεί;
και κείνη, με στενάζουσα μας δήλωσε φωνή,
πως προτιμά του κρεβατιού τ’ ακίνδυνα… κουνήματα!..

25. (XXV)

LASSATA, SED NON SATIATA …
(ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΗ, ΠΛΗΝ ΌΧΙ ΚΟΡΕΣΜΕΝΗ…)

Η παχύδερμος Αντώνα
δε φρονίμεψε, και μήτε
που σταμάτησε καθόλου,
μέρα-νύχτα να γαμήται!

Ζήτημ’ αν θα συναντήσεις
λούστρο, κάπελα, λαντζέρη,
στην Αθήνα, που να μην της
πέρασε κι από ’να χέρι…

Τώρα το ’ριξε στους μάγκες:
θέλει «νταβατζή» κι «αδρέφι»…
Και να δεις, που, όσο τον τρώει,
τόσο, μάτια μου, τη θρέφει!…


* Η ορθογραφία του κειμένου διορθώθη, ίνα καταστή δυνατή η ανάγνωσις αυτού. Κατά τα λοιπά, διετηρήθη ως έχει.

Σημείωση

Από την επιλογή των Μονολόγων του καημένου του Αντωνάκη!…, από τα 26 (+ 2) σατιρικά ποιήματα, αποκλείστηκαν 5, τα οποία έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς έντυπα, αλλά και άλλα 4, επειδή περιέχουν ολογράφως το πλήρες ονοματεπώνυμο της πέτρας του σκανδάλου. Επιλέχτηκαν τελικά 9 (+ 2). Η μηνυτήρια επιστολή παρατίθεται για δύο λόγους. Αφενός ως αναπόσπαστο μέρος της συλλογής, αφετέρου επειδή εμπλουτίζει όχι μονάχα τα ποιήματα αλλά και τη φαντασία του αναγνώστη. Παρά την αρχική μου άποψη, ότι έπρεπε να τεθεί στην αρχή (ή στο τέλος) των ποιημάτων, για να μην διακόπτεται η ροή ανάγνωσής τους, προτίμησα τελικά να μπει ενδιάμεσα – όχι πάντως τυχαία.

(Συνεχίζεται…)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s