Gintaras Grajauskas

Gintaras Grajauskas

Ειλικρινώς

Αν ήμασταν πραγματικά ειλικρινείς
δεν θα μιλούσαμε τόσο πολύ για ειλικρίνεια

στην πραγματικότητα θα μιλούσαμε λιγότερο
ή θα μέναμε τελείως σιωπηλοί

εάν ήμασταν πραγματικά ειλικρινείς
θα λέγαμε «τα ανειλικρινή μου συλλυπητήρια»

ή «τα ανειλικρινή μου σέβη»
«ανειλικρινώς δικός σας –
Grajauskas»

γενικά θα μιλούσαμε πολύ λιγότερο
λακωνικά
δεν θα επιμέναμε να ρωτάμε: πώς είναι η ζωή, πώς περνάς
θα πηγαίναμε στο δια ταύτα, πώς είναι να πεθαίνεις
και θ’ απαντούσαμε ειλικρινώς: καλά, ευχαριστώ.

***

Ο Μικρός Βούδας

Κάπως έτσι γίνεται πάντα:
άνευ λόγου κι αιτίας
αρχίζουν να φωνάζουν

ύστερα φιλιώνουν κατά κάποιον τρόπο
μένοντας σιωπηλοί και κοιτώντας για μεγάλο διάστημα
σ’ αντίθετες γωνίες, μέχρι πάλι άνευ λόγου κι αιτίας
ν’ αρχίσουν ξανά

και τότε εγώ ξεφουρνίζω
ό,τι μου έρθει στο κεφάλι ακόμα πιο δυνατά:
αύριο θα έχει συννεφιά
με διαστήματα ηλιοφάνειας!

(ξαφνιάζονται, αρχίζουν να κοιτάζονται
«φρενοκομείο» λέει κάποιος)

αλλά τι παραπάνω θα μπορούσα να κάνω εγώ
ένα μικρό φορητό ραδιόφωνο
της χρονιάς του ‘66.


Sigitas Parulskis

Sigitas Parulskis

Το Τείχος

Κάθε πρωί συνήθιζα να τρέχω
στο διπλανό νεκροταφείο
να διώξω σπαράγματα ονείρων από πάνω μου
και μυρωδιές ανεπιθύμητες της νύχτας
στο στόμα μαζεμένες
και στου κορμιού το μέρος τούτο
που μάλλον αδρανής πλαγιάζει η ψυχή μου.

Ήταν ένα παράξενο νεκροταφείο – Καθολικοί,
άθεοι κι ορθόδοξοι από τη μια πλευρά
κι από την άλλη – μονάχα Εβραίοι
μόνο που όταν διάβαζα τις ταφόπετρες
ήτανε δύσκολο να πιστέψω ότι για εκείνους
ο Νόμος ήταν της ζωής το πιο σπουδαίο βιβλίο.

Μια μέρα το νεκροταφείο χωρίστηκε στα δυο
μ’ ένα φρικτό τείχος από μπετόν.

Μου άρεσαν τα νεκροταφεία – ο φόβος του θανάτου
σ’ ενθαρρύνει να τον γνωρίσεις όλο και πιο καλά
αντί να δραπετεύεις απ’ αυτόν
όμως μόλις το τείχος εμφανίστηκε
άρχισα να τ’ αποφεύγω.
Οι νεκροί που δεν μιλιούνται
είναι πιο αποκρουστικοί κι από τους ζωντανούς
σαν στραγγαλίζει ο ένας τον άλλον.

***

Οι Σκίουροι

Τα στήθη σου, καθώς βγαίνεις απ’ το μπάνιο
-εάν ήμουν αληθινός ποιητής θα ‘λεγα πως
ξεπροβάλλουν από λουλακί λαγκάδι- τα στήθη σου
δυο σκίουροι που κουρνιάζουν σε κλαδί,
μικρές καφετί μουσούδες ελαφρώς στραμμένες στο πλάι
θωρούν από ψηλά τι νέα πράματα αυτός ο κόσμος έχει να προσφέρει

εάν ήμουν ποιητής θα ‘λεγα πως κύμα πόθου
πλημμυρίζει την κοιλάδα της λεκάνης μου, σαν βλέπω
αυτούς τους σκίουρους να με κοιτάνε
σαν ένα θεό ή ένα φαύνο
όχι, τουλάχιστον σαν ένα γέρο και χωλό σάτυρο

ισχυρά ρεύματα πόθου ρέουν
από τα σύννεφα του εγκεφάλου μου
μέσα από τις φυλλωσιές των πνευμόνων
πάνω από τους λίθους των νεφρών
φυσούν στα αβαθή ύδατα του ήπατος
και μετά, στο πιο βαθύ σπήλαιο της κοιλάδας ταχέως αναπτύσσονται
σ’ έναν κορμό στέρεα ριζωμένο
που βγάζει φύλλωμα, σκήπτρο ζωής, axis mundi
αυτό θα έλεγα αν ήμουν ποιητής

όμως αντί γι’ αυτό απλώνω απλά τα χέρια μου σ’ εσένα
και τα ήμερα μικρά ζώα τρώνε ήρεμα απ’ τις παλάμες μου
κι εγώ σκληραίνω λίγο.


Εργοβιογραφικά σημειώματα:

Gintaras Grajauskas: Γεννήθηκε το 1966 στην πόλη Μαριγιάμπολε της Λιθουανίας. Σπούδασε τζαζ στο κρατικό ωδείο της Κλάιπεντα και ασχολείται επαγγελματικά με το τραγούδι και το μπάσο, συμμετέχοντας στο συγκρότημα Kontrabanda. Εκτός από ποιητής, είναι συγγραφέας θεατρικών έργων, δοκιμιογράφος, νομπελίστας και εκδότης της τοπικής εφημερίδας Klaipeda. Το 1993 κέρδισε το βραβείο καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή “Zigmas Gele” με την ποιητική του συλλογή «Τατουάζ», ενώ το 1999 τιμήθηκε με το βραβείο “Simonaityte” για την ποιητική του συλλογή «Κοκάλινη Πίπα». Η ποίησή του έχει μεταφραστεί στην Αγγλική, Γερμανική, Σουηδική και Πολωνική γλώσσα.

Sigitas Parulskis: Γεννήθηκε το 1965 στην κωμόπολη Ομπέλιαϊ της Λιθουανίας. Σπούδασε Λιθουανική γλώσσα και λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο του Βίλνιους, όπου και εργάζεται ως λέκτορας στο τμήμα της Φιλολογίας. Το έργο του έχει βραβευτεί επανειλημμένως από τη δημοκρατία της Λιθουανίας. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι το έτος 1991 έλαβε το βραβείο καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή “Zigmas Gele” για την ποιητική του συλλογή «Όλα από λαχτάρα». Το έτος 1995 έλαβε το σημαίνον βραβείο “Jatvingian” για την ποιητική του συλλογή «Των Νεκρών» και το 2004 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Η ποίησή του έχει μεταφραστεί στην Ρωσική, Αγγλική, Φινλανδική, Τσεχική, Γαλλική, Γερμανική, Ελληνική, Σουηδική, Ιταλική και Πολωνική γλώσσα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s