petr

Ο Αμφίγειος

Μόνος είμαι και αμφικεάζω την νόηση,
αμφιδεής, όταν αμφικνεφής
είναι η καθημερινότητά μου.
Όμως,
όταν αμφιδέρκομαι όλη την μαγεία
της ποιητικής θάλασσας
αμφικαθέργω στην ψυχή μου αμφίαλος,
το αμφίτριτον φώς και αμφιστένω
με μουσικούς φθόγγους που αμφιχορεύουν,
αμφιέλεκτοι σιμά μου
διότι είναι η ώρα που αμφιφώς
μεσούντος του ήλιου
ως αμφηβατήρ και ως αμφιφαής…

Μόνος είμαι και κόπτω στα δυο την νόηση,
γεμάτος φόβο,
όταν σκοτεινή είναι η καθημερινότητα.
Όμως, όταν περισκοπώ όλη την μαγεία
της ποιητικής θάλασσας περικλείω στην ψυχή μου
το υπό της θαλάσσης περιβαλλόμενο ,
το διάτρητο φώς,
και βογκίζω εκ βάθους με μουσικούς φθόγγους
που χορεύουν πέριξ, ως τροχός σιμά μου.
Είναι η ώρα που ο ουρανός
φωτίζεται από τα δυο ουράνια σώματα,
ήλιο και φεγγάρι.
Μεσούντος του ήλιου,
ως υπερασπιστή στην πέριξ του νεκρού μάχη
για να μην σκυλευτεί.

Ο πλησιόχωρος, Γείτων…

***

Ας είμαι…
[To «blues του Ερωδιού»]

Όχι δεν είμαι ο Κένεθ Πάτσεν σε ανάγνωση ποιημάτων του.
Και ποτέ φυσικά δεν θα με συνοδεύσει μελωδικά ο Τσάρλς Μίνγκους.
Ας μείνει τότε η φυσαρμόνικα.
Ας προσπαθήσω τότε, να λιώσω της ποίησης τα μάτια μέσα σε κονσέρβα αστρικού γάλακτος και να την εκσφενδονίσω μπας και με φωτίσει.
Ας είμαι απλά ο Τζόζεφ Λέσυερ, να συνέρχομαι κάθε φορά πριν ακριβώς από τον θάνατό μου.
Ούτε πικραμένος, ούτε χαρούμενος.
Ένας πυροτεχνουργός που τον χαϊδεύει τρυφερά η γιαγιά του.
Ένα αγύριστο κεφάλι που επιμένει την πληγή του σκοτωμένου Ερωδιού να επουλώνει.

***

Η επίσκεψη στη σκοπιά

-Ω! τι πεντακάθαρη είναι η σκοπιά σας!
Να και ο καφές και τα τσιγάρα σας. Ιδού η Πατρίδα είμαι, χαμογελώ λίαν πρωί, την ώρα του μυρωδάτου καφέ και του γυαλίσματος των άρβυλων… Λοιπόν πολύ καλημέρα σας για σήμερα τσολιά – σκοπέ της χώρας, κι αύριο βράδυ με το καλό θα ξανάρθω, αν δεν έχει γίνει πόλεμος φυσικά.
Και εσύ, ξέρεις… όπως πάντα, καλοπλυμένος, πεντακάθαρος, με όπλο γυαλισμένο σαν και τα άρβυλά σου, ετοιμοπόλεμος , υπόδειγμα στρατιώτη , των εαυτών μας η σιγουριά, ξυρισμένος και έτοιμος να σαι και ας κλαίνε τα μάτια σου από τα δακρυγόνα και ας ξαναρχίζουνε τις ίδιες μανούβρες οι αφέντες μας. Και ξέρεις… η ώρα κυλά καλύτερα με άδειο το κεφάλι.

Άλλωστε εσύ, της κρίσης και του Λεωνίδα γιος,
οπλίτης σε μόνιμη ακινησία, ένα Ικρίωμα φωτεινό,
μια καύτρα στο παρόν, για πάντα στις επάλξεις θα είσαι.

***

Του Πραξιτέλη κόρη

Κι όταν σμίλεψε τα στήθη
στητή ως θεά εξήλθε από το κεφάλι του
πάνω σε αρχαίο βράχο Αθηνά
σαν του άφταστου πόθου το ικρίωμα
γυναίκα αιώνια που φάνταζε
ως έπρεπε σε μετόπη Παρθενώνα.
καθώς όμως τα φιλιά φλόγιζαν
πήρε τη μορφή της Πανδώρας
σώμα γυμνό ως έπρεπε
στην ιστορία γυροφέρνοντας με ανησυχία
σμιλεμένη υποψηφιότητα
με την ψευδή εντροπή Κλεπταποδόχου
στου Λούβρου το μουσείο.

***

Χρονικό

Όταν υπήρξα πολέμαρχος
Για μια Ελένη
Μούπε: «Σε βλέπω στον Όμηρο»
Όταν έγινα Ομηρικός Θεός
Μούπε: «πάρε τον πηλό»
Όταν έγινα τελικά τέρας
Μουπε: «τώρα είμαστε ένα»
Και έτσι τελείωσε η μάχη
Για μια Ελένη που έπλασα με πηλό
Θεομαχώντας
Και τελικά κατασπάραξα ολόκληρη
Τα κόκκαλά της γλύφοντας ηδονικά
παρέα με το τέρας.

[εικόνα: Sigurdur Gudmundsson, Event, 1975]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s