dp

I Shall Come Back

I shall come back without fanfaronade
Of wailing wind and graveyard panoply;
But, trembling, slip from cool Eternity-
A mild and most bewildered little shade.
I shall not make sepulchral midnight raid,
But softly come where I had longed to be
In April twilight’s unsung melody,
And I, not you, shall be the one afraid.

Strange, that from lovely dreamings of the dead
I shall come back to you, who hurt me most.
You may not feel my hand upon your head,
I’ll be so new and inexpert a ghost.
Perhaps you will not know that I am near-
And that will break my ghostly heart, my dear.

Χωρίς να καυχιέμαι θα επιστρέφω
Θρήνος του ανέμου, του κοιμητηρίου αρματωσιά·
Αλλά, τρέμοντας, από τη ψυχρή αιωνιότητα ξεφεύγω –
Μια ήπια και εντελώς μπερδεμένη μικρή σκιά.
Το μεσονύχτι πένθιμη δεν θα κάνω επιδρομή,
Μα απαλά θα έρθω όπου είχα επιθυμήσει να ‘μαι
Στο λυκόφως του Απρίλη την ατραγούδιστη φωνή
Και, εγώ όχι εσύ, θα είμαι αυτός που θα φοβάμαι.

Π’ απ’ τα υπέροχα των νεκρών ονειροπολήματα, παράξενο αυτό
Σε σένα, που πιότερο με πλήγωσες, να γυρνώ.
Πιθανά στη κεφαλή σου πάνω, το χέρι μου να μη νοιώθεις,
Ένα αδέξιο και νέο τόσο, φάντασμα θα είμαι.
Κι ίσως, να μη ξέρεις πως βρίσκομαι κοντά–
Κι αυτό αγαπητέ, θα σπάσει τη στοιχειωμένη μου καρδιά.

***

Transition

Too long and quickly have I lived to vow
The woe that stretches me shall never wane,
Too often seen the end of endless pain
To swear that peace no more shall cool my brow.
I know, I know- again the shriveled bough
Will burgeon sweetly in the gentle rain,
And these hard lands be quivering with grain-
I tell you only: it is Winter now.

What if I know, before the Summer goes
Where dwelt this bitter frenzy shall be rest?
What is it now, that June shall surely bring
New promise, with the swallow and the rose?
My heart is water, that I first must breast
The terrible, slow loveliness of Spring.

Σε διάρκεια μεγάλη και γρήγορα έχω ζήσει για να ορκιστώ
Η συμφορά που με κατατρύχει ποτέ δε θα σβηστεί,
Συχνά πολύ, το τέλος του χωρίς τέλους πόνου έχω δει
Πως ποτέ η γαλήνη πια το μέτωπό μου δε θα ‘μερέψει, για να πω.
Ξέρω, ξέρω-πάλι το κλαδί που έχει μαραθεί
Γλυκά θα μπουμπουκιάσει σε απαλές βροχές,
Κι από σπόρους θα ριγήσουν οι τραχιές αυτές στεριές-
Μόνο σου λέω: Χειμώνας τώρα έχει ντυθεί.

Τι κι αν γνωρίζω, πριν το Καλοκαίρι φύγει,
Όπου η πικρή αυτή φρενίτιδα καθίσει, θ’ απλωθεί;
Τι ’ναι τώρα αυτό, πως σίγουρα ο Ιούνης υπόσχεση
Νέα, με ρόδο και χελιδόνι, φέρει;
Η καρδιά μου νερό είναι, τέτοιο που την τρομερή
Να κόψω πρέπει αργή της Άνοιξης απόλαυση.

***

The False Friends

They laid their hands upon my head,
They stroked my cheek and brow;
And time could heal a hurt, they said,
And time could dim a vow.

And they were pitiful and mild
Who whispered to me then,
«The heart that breaks in April, child,
Will mend in May again».

Oh, many a mended heart they knew.
So old they were, and wise.
And little did they have to do
To come to me with lies!

Who flings me silly talk of May
Shall meet a bitter soul;
For June was nearly spent away
Before my heart was whole.

Τα χέρια τους στο κεφάλι μου ψηλά άπλωσαν,
Μέτωπο και μάγουλο μού χάιδεψαν·
Κι είπαν ο χρόνος τον πόνο μπορεί να θεραπεύσει
Κι ο χρόνος έναν όρκο να θολώσει.

Κι ήπιοι ήταν και σπλαχνικοί
Εκείνοι που μετά ψιθύρισαν σε μένα,
«Η καρδιά π’ Απρίλη σπάει, παιδί
Πάλι στον Μάη μέσα θα φτιαχτεί».

Ω, που μιαν γιατρεμένη ήξεραν καρδιά, πολλοί.
Τόσο γέροι ήσαν και σοφοί.
Και λίγα να κάνουν είχαν
Ώστε σε μένα με ψευτιές ήρθαν!

Εκείνος π’ ανόητα μου πετά λόγια του Μαΐου
Μια ψυχή θα συναντήσει πικρή·
Γιατί σχεδόν μακριά πέρασε του Ιουνίου
Προτού η καρδιά μου γιατρευτεί.

***

A Certain Lady

Oh, I can smile for you, and tilt my head,
And drink your rushing words with eager lips,
And paint my mouth for you a fragrant red,
And trace your brows with tutored finger-tips.
When you rehearse your list of loves to me,
Oh, I can laugh and marvel, rapturous-eyed.
And you laugh back, nor can you ever see
The thousand little deaths my heart has died.
And you believe, so well I know my part,
That I am gay as morning, light as snow,
And all the straining things within my heart
You’ll never know.

Oh, I can laugh and listen, when we meet,
And you bring tales of fresh adventurings, —
Of ladies delicately indiscreet,
Of lingering hands, and gently whispered things.
And you are pleased with me, and strive anew
To sing me sagas of your late delights.
Thus do you want me — marveling, gay, and true,
Nor do you see my staring eyes of nights.
And when, in search of novelty, you stray,
Oh, I can kiss you blithely as you go ….
And what goes on, my love, while you’re away,
You ‘ll never know.

Ω, να χαμογελώ και το κεφάλι χαριτωμένα να γέρνω, για σένα μπορώ
Και τα λόγια σου τα βιαστικά με χείλη ανυπόμονα να πιω,
Και το στόμα χρώμα βαθυκόκκινο για σένα να ποτίζω,
Και φρύδια σου με ακροδάχτυλα ν’ ανακαλύπτω, δασκαλεμένα.
Την ώρα που ονόματα των αγαπημένων σου απαριθμείς,
Ω, να γελώ μπορώ και να θαυμάζω με μάτια εκστασιασμένα.
Κι όταν το γέλιο επιστρέφεις, ούτε θα μπορείς να δεις
Τους χιλιάδες μικρούς θανάτους που η καρδιά μου έχει πεθάνει.
Και πιστεύεις, τόσο καλά την πλευρά μου γνωρίζω,
Πως χαρούμενη σαν πρωινό είμαι, ελαφριά σαν χιόνι,
Κι όλα τα αγχώδη πράγματα στη καρδιά μου μέσα
Ποτέ δεν θα γνωρίσεις.

Ω, να σ’ ακούω μπορώ και να γελάω όταν συναντιόμαστε,
Κι όταν ιστορίες θα φέρνεις με φρέσκιες περιπέτειες,
Γυναικών ευγενικά αδιάκριτων,
Νωχελικών χεριών, και θεμάτων απαλά ψιθυρισμένων.
Κι ευχαριστημένος θα ’σαι μαζί μου, και πάλι θ’ αρχίσεις
Των πρόσφατων ηδονών σου άσματα ηρωικά να τραγουδάς.
Έτσι που με θέλεις – να θαυμάζω, χαρούμενη να είμαι, κι ειλικρινής,
Ούτε που τα γουρλωμένα νυχτερινά μου μάτια θα συναντάς.
Κι όταν, το καινούργιο ψάχνοντας, θα ξεκόβεις,
Ω, όπως θα φεύγεις, να σε φιλάω μπορώ κωμικά…
Και τι αγάπη μου θα συμβαίνει όταν θα ’σαι μακριά,
Ποτέ δεν θα γνωρίσεις.

***

Epitaph Poem

The first time I died, I walked my ways;
I followed the file of limping days.

I held me tall, with my head flung up,
But I dared not look on the new moon’s cup.

I dared not look on the sweet young rain,
And between my ribs was a gleaming pain.

The next time I died, they laid me deep.
They spoke worn words to hallow my sleep.

They tossed me petals, they wreathed me fern,
They weighted me down with a marble urn.

And I lie here warm, and I lie here dry,
And watch the worms slip by, slip by.

Την πρώτη που πέθανα φορά, με τους τρόπους μου περπάτησα·
Το αρχείο των κουρασμένων ημερών συνόδευσα.

Με το κεφάλι προς τα πάνω να πετά, ψηλά με συγκρατούσα
Μα το νέο του φεγγαριού κύπελλο να κοιτάξω δεν τολμούσα.

Να κοιτάξω δεν τολμούσα τη γλυκιά νεαρή βροχή,
Και στα πλευρά μου ανάμεσα μια φλόγα πόνου ήταν μικρή.

Την επόμενη που πέθανα φορά, μ’ έθαψαν βαθειά.
Λέξεις τριμμένες έταζαν στον ύπνο μου σα πεθυμιά.

Πέταλα μου πέταγαν, με στεφάνωναν με φτέρη,
Με τεφροδόχο κάτω με μετέφεραν μάρμαρο να φέρει.

Κι είμαι ξαπλωμένη εδώ ζεστά, και ξαπλωμένη είμαι εδώ στεγνά,
Και τα σκουλήκια βλέπω πέρα να γλιστρούν, να γλιστρούν μακριά.

***

Midnight Poem

The stars are soft as flowers, and as near;
The hills are webs of shadow, slowly spun;
No separate leaf or single blade is here-
All blend to one.

No moonbeam cuts the air; a sapphire light
Rolls lazily. and slips again to rest.
There is no edged thing in all this night,
Save in my breast.

Απαλά σαν άνθη τ’ άστρα είναι, και κοντινά·
Δίχτυα σκιών οι λόφοι, που στροβιλίστηκαν αργά·
Κανένα φύλλωμα χωριστό ή φύλλο μοναδικό είν’ εδώ –
Σ’ ένα όλα ταιριασμένα.

Καμιά δέσμη φεγγαρόφωτου δεν κόβει τον αέρα· ένα φως ζαφειρένιο
Τεμπέλικα κυλά· και να ξεκουραστεί ξανά γλιστρά.
Ούτ’ ένα πράγμα στη νύχτα αυτή δεν υπάρχει ακονισμένο,
Το στήθος μου μέσα φυλά.

***

A Dream Lies Dead

A dream lies dead here. May you softly go
Before this place, and turn away your eyes,
Nor seek to know the look of that which dies
Importuning Life for life. Walk not in woe,
But, for a little, let your step be slow.
And, of your mercy, be not sweetly wise
With words of hope and Spring and tenderer skies.
A dream lies dead; and this all mourners know:

Whenever one drifted petal leaves the tree-
Though white of bloom as it had been before
And proudly waitful of fecundity-
One little loveliness can be no more;
And so must Beauty bow her imperfect head
Because a dream has joined the wistful dead!

Ένα όνειρο κείται νεκρό εδώ. Αθόρυβα μπορείς
Πριν απ’ τον τόπο αυτό να φύγεις, Και τα μάτια μακριά
να γυρίσεις
Την όψη εκείνου που πεθαίνει μη γυρέψεις να γνωρίσεις
Επίμονα Ζωή για τη ζωή ζητώντας. Στη δυστυχία
μη βαδίσεις,
Μα, για λίγο, το βήμα άφησε αργό.
Και, για δικό σου καλό, μην είσαι γλυκερά σοφός
Με λόγια ελπίδας κι Άνοιξης κι αγαπημένους ουρανούς.
Ένα όνειρο κείται νεκρό· κι όλοι που πενθούν ξέρουν αυτό:

Κάθε που ένα πέταλο παρασυρμένο το δέντρο αφήνει-
Ακόμη κι από ανθοφορία λευκό όπως είχε πριν υπάρξει
Και γόνιμο παρέμενε περήφανα-
Δεν μπορεί μια μικρή απόλαυση να είναι πια·
Κι έτσι το ατελές κεφάλι να γύρει οφείλει η ομορφιά
Επειδή ένα όνειρο έχει σμίξει με το νεκρό που λαχταρά!

***

Song in a Minor Key

There’s a place I know where the birds swing low,
And wayward vines go roaming,
Where the lilacs nod, and a marble god
Is pale, in scented gloaming.
And at sunset there comes a lady fair
Whose eyes are deep with yearning.
By an old, old gate does the lady wait
Her own true love’s returning.

But the days go by, and the lilacs die,
And trembling birds seek cover;
Yet the lady stands, with her long white hands
Held out to greet her lover.
And it’s there she’ll stay till the shadowy day
A monument they grave her.
She will always wait by the same old gate, —
The gate her true love gave her.

Ξέρω, ένας τόπος υπάρχει όπου τα πουλιά αιωρούνται ταπεινώς,
Κι ανάρμοστα τα αμπέλια περιπλανώνται ασκόπως,
Όπου οι πασχαλιές γέρνουν, και ένας μαρμάρινος θεός
Στο αρωματισμένο το λυκόφως είν’ ωχρός.
Και νάτη έρχεται στη δύση μια κυρά ξανθιά
Που τα μάτια της βαθειά έχουν λαχτάρα / παθιασμένη.
Σε μια παλιά, η κυρά περιμένει, εξώθυρα παλιά
Τη δική της να γυρίσει αληθινή αγάπη / περιμένει.

Μα οι μέρες περνούν, και οι πασχαλιές πεθαίνουν,
Και φοβισμένα ψάχνουν τα πουλιά να καλυφθούν·
Ακόμη στέκεται η κυρά, και τα μακριά λευκά της χέρια
Τεντωμένα τον εραστή της χαιρετούν.
Κι είν’ εκεί που θα μένει μέχρι τη σκιερή μέρα
Ένα μνημείο να σμιλέψουν για ’κείνη
Θα περιμένει πάντα στην ίδια παλιά εξώπορτα, —
Την εξώθυρα που η αληθινή της αγάπη έδωσε σε ‘κείνη.

***

Afternoon

When I am old, and comforted,
And done with this desire,
With Memory to share my bed
And Peace to share my fire,

I’ll comb my hair in scalloped bands
Beneath my laundered cap,
And watch my cool and fragile hands
Lie light upon my lap.

And I will have a sprigged gown
With lace to kiss my throat;
I’ll draw my curtain to the town,
And hum a purring note.

And I’ll forget the way of tears,
And rock, and stir my tea.
But oh, I wish those blessed years
Were further than they be!

Γριά όταν θα είμαι, και ανακουφισμένη,
Και με την επιθυμία αυτή τελειωμένη,
Με τη Μνήμη το κρεβάτι μου να μοιράζεται
Και τη Γαλήνη το πάθος μου ν’ ασπάζεται,

Κότσο θα χτενίσω τα μαλλιά μου
Κάτω απ’ τη σκούφια την πλυμένη,
Και θα παρατηρώ τα χέρια μου απαθή και λεπτά
Ακουμπισμένα ελαφρά επάνω στην αγκαλιά.

Και θα έχω μια ρόμπα κλαρωτή
Το λαιμό να μου φιλά δαντέλα·
Στην πόλη θα αφήσω την κουρτίνα ανοιχτή,
Και θα ψιθυρίσω μια γνήσια νότα/απλή.

Και θα ξεχάσω των δακρύων τους τρόπους,
Και θα λικνίζομαι, το τσάι μου θα ανακατεύω.
Αλλά ω, αυτά τα ευλογημένα χρόνια ελπίζω
Πιο μακριά να είναι από όσο τ’ αξίζω!

***

Landscape

Now this must be the sweetest place
From here to heaven’s end;
The field is white and flowering lace,
The birches leap and bend,

The hills, beneath the roving sun,
From green to purple pass,
And little, trifling breezes run
Their fingers through the grass.

So good it is, so gay it is,
So calm it is, and pure.
A one whose eyes may look on this
Must be the happier, sure.

But me- I see it flat and gray
And blurred with misery,
Because a lad a mile away
Has little need of me.

Τώρα αυτός πρέπει να είναι ο τόπος ο πιο γλυκός
Από εδώ ως το τέλος τ’ ουρανού
Είναι λευκός κι ανθοφορεί σα δαντέλα ο αγρός
Οι σημύδες την ευκαιρία αρπάζουν να υποκλιθούν

Κάτω από ήλιο περιπλανώμενο οι λόφοι
Από πράσινο σε μωβ πέρασμα διαβαίνουν
Τα δάχτυλά τους ανάμεσα στη χλόη
Και μικρές τεμπέλικες απλώνουν πνοές ανέμου

Έτσι καλά, έτσι λαμπρά είναι
Τόσο ήρεμα είναι, και αγνά
Εκείνος που τα μάτια του θα δουν αυτά
Ο πιο ευτυχισμένος πρέπει σίγουρα να είναι.

Αλλά εγώ- ανούσιο το βλέπω και γκριζοντυμένο
Και από δυστυχία μουτζουρωμένο
Γιατί ένας φίλος ένα μίλι μακριά
Έχει λίγη ανάγκη από εμένα.

***

Cherry White

I never see that prettiest thing-
A cherry bough gone white with Spring-
But what I think, «How gay ‘twould be
To hang me from a flowering tree».

Ποτέ δεν είδα ομορφότερο πράγμα απ’ αυτό-
Της κερασιάς ένα κλαδί να γίνεται την Άνοιξη λευκό –
Μα σκέφτομαι αυτό, «πόσο θα ‘μουν ευτυχισμένη
σ’ ένα δέντρο ανθισμένο κρεμασμένη».

***

Sonnet For The End Of A Sequence

So take my vows and scatter them to sea;
Who swears the sweetest is no more than human.
And say no kinder words than these of me:
«Ever she longed for peace, but was a woman!
And thus they are, whose silly female dust
Needs little enough to clutter it and bind it,
Who meet a slanted gaze, and ever must
Go build themselves a soul to dwell behind it.»

For now I am my own again, my friend!
This scar but points the whiteness of my breast;
This frenzy, like its betters, spins an end,
And now I am my own. And that is best.
Therefore, I am immeasurably grateful
To you, for proving shallow, false, and hateful.

Πάρε τους όρκους μου λοιπόν και τη θάλασσα σπείρε
Αυτός που τίποτε περισσότερο από ανθρώπινο είναι το γλυκύ,
όρκο παίρνει.
Και λέξεις πιο ευγενικές απ’ αυτές για μένα μη πει:
“Γαλήνη λαχταρούσε συνεχώς, αλλά γυναίκα ήταν!
Κι έτσι λοιπόν είν’ αυτοί, που την ανόητη ουσία της τη θηλυκή
Χρειάστηκε λίγο να ταράξουν και ν’ απωθούν,
Εκείνοι που γερτό ένα βλέμμα συναντούν, και πάντοτε πρέπει
Για τον εαυτό τους μια ψυχή να χτίζουν και πίσω της να κατοικούν”.

Γιατί τώρα σε μένα ανήκω πάλι, φίλε μου!
Ουλή αφήνει αυτό, αλλά τη λευκότητα δείχνει του στήθους μου
Αυτή η τρέλα, στα καλύτερά της, ένα τέλος κλώθει,
Και τώρα σε μένα ανήκω. Κι αυτό καλύτερο είναι.
Γι’ αυτό, λοιπόν, αφάνταστα ευγνώμων είμαι
Σε ‘σένα, που ρηχότητα, ψευτιά και μίσος συντήρησες.


Dorothy Parker: Αμερικανίδα ποιήτρια. Γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1893 στο Νιού Τζέρσεϋ. Η παιδική της ηλικία σημαδεύτηκε από τους διαδοχικούς θανάτους γονέων και αγαπημένων άλλων προσώπων. Το 1914 πούλησε το πρώτο της ποίημα στο Vanity Fair. Το 1917 αναλαμβάνει στον ίδιο χώρο ως κριτικός θεάτρου και παντρεύεται τον χρηματιστή Edwin P. Parker από τον οποίο χωρίζει το 1928. Το 1925 συνεργάζεται με το New Yorker στο ντεμπούτο ως συντάκτρια. Ταξιδεύει στην Ευρώπη και συναντιέται με σημαντικούς άλλους λογοτέχνες. Ενώ το έργο της θεωρείτο επιτυχημένο κι η ίδια έχαιρε εκτιμήσεως για το πνεύμα της και τις ικανότητες της, έπασχε από κατάθλιψη και τον αλκοολισμό και είχε διαπράξει απόπειρα αυτοκτονίας. Το 1929, κέρδισε το βραβείο Henry O. για αυτοβιογραφικό διήγημα της “Big Blonde”. Το 1934, η Parker παντρεύτηκε τον ηθοποιό-συγγραφέα Alan Campbell στο Νέο Μεξικό. Χώρισαν το 1947, και ξαναπαντρεύτηκε το 1950. Η Πάρκερ προσχώρησε στους σοσιαλιστές το 1927 όταν ενεπλάκη στην δίκη Sacco και Vanzetti, κλήθηκε ενώπιον της Βουλής για αντιαμερικανικές δραστηριότητες το 1955. Εκείνη επικαλέστηκε την πέμπτη τροπολογία. Το 1959 έγινε μέλος της Αμερικάνικης Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων. Πέθανε το 1967 από καρδιακή προσβολή στην ηλικία των 73 ετών. Παθιασμένη με θέματα Πολιτικών Δικαιωμάτων κληροδότησε την λογοτεχνική/πνευματική της περιουσία στον Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ μετά την δολοφονία του οποίου μερικούς μήνες αργότερα, η περιουσία παραδόθηκε στο NAACP.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s