Συνέντευξη Δάφνης Χρονοπούλου στον Νίκο Λέκκα

dafni1

Έχω ξαναπεί ότι τα Εξάρχεια δεν είναι τόπος, είναι αίσθημα. Τα ονόματα πολλά, αυτά που προκαλούν θαυμασμό στο γενικό σύνολο και αυτά που προκαλούν θαυμασμό σ’ ένα κοινό, που θα τολμήσω να πω, έχει ρομαντικές τάσεις. Το να συχνάζεις τη δεκαετία του ογδόντα στα Εξάρχεια εμπεριείχε μια μαγκιά και ταυτόχρονα μια γενική κατακραυγή από τους απ’ έξω. Οι εφημερίδες έγραφαν ότι «θες ταυτότητα, να εισέλθεις στον αναρχοκρατούμενο χώρο των Εξαρχείων» (Ελευθεροτυπία – Βίκτωρας Νέττας), ενώ ο λαουτζίκος μίλαγε για απροσάρμοστα πλουσιόπαιδα που διοχέτευαν τα ψυχολογικά τους προβλήματα στα 9.000 τ.μ. που καταλαμβάνουν γεωγραφικά τα Εξάρχεια.

Όμως τα παιδιά της αστικής και λαϊκής τάξης βρήκαν θαλπωρή στα Εξάρχεια. Βρήκαν αυτό που τους έλειπε και κάποιοι από αυτούς βρήκαν αυτό που έψαχναν. Βέβαια η κόντρα μεταξύ τους υπήρχε πάντα (φαινομενικά μόνο δεν υπήρχε). Καθώς, επίσης, η κόντρα της «μαρίδας» και των διανοούμενων. Η αγία τριάδα εν ζωή αλλιώς αντιμετωπιζόταν. Για την περίπτωση του Παύλου Σιδηρόπουλου, λόγου χάρη, ποτέ δεν του συγχωρέθηκε το γεγονός ότι έγραφε τραγούδια διαμαρτυρίας με λαϊκό αίσθημα, ούτε και το γεγονός ότι είχε μέσα του και τον διανοούμενο και τον αλήτη. Read more

Θανάσης | Βάιος Μπαλατσός

n

Είχε ένα σπίτι στο χωριό
ταβέρνα στην πλατεία
ξύλο με πέτρα και τα δυο
και κάδρα νοσταλγία.
Για το κυνήγι δύο σκυλιά
σ’ ένα τζιπάκι σκούρο
και για στολίδι δύο παιδιά
και μία γυναίκα μούρο.
Κάρβουνο, κρέας, τσίπουρο
γκρίζα μαλλιά για στέμμα.
Βουνοπλαγιά στο κούτσουρο
Πρωτομαγιά στο ρέμα.
Κάθε Δευτέρα έκλεινε.
Τα βράδια ήταν ξενύχτι
κι έστριβε τα τσιγάρα του
με μαυρισμένο νύχι.
Οι φλέβες του ξεχώριζαν
στο αδύνατο του σώμα
και η καρδιά του βάσταγε
για δύο ζωές ακόμα.

[εικόνα: Josef Sudek]

Ετοιμάσου | Μαριάννα Πλιάκου

mp

Να,
πάρε τα μάτια μου να φας,
αφού πεινάς.
Εγώ,
για ώρ’ ανάγκης,
κονσέρβες κουβαλώ,
ληγμένες,
με παστωμένα πρωινά Σαββάτου.

Με το σφυρί αυτό
σπάσε τα κόκκαλά μου
κι κάρφωσέ τα,
σπίτι να φτιάξεις.

Γερό να είναι μόνο,
ο λύκος πεινασμένος έρχεται.

Νέο Savoir-vivre #01-10 | Σωτήρης Παστάκας

past

#01 Η ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

«Και καθώς η τοποθέτηση του τόμου διατάραξε κάπως την ευθεία γραμμή των δύο διπλανών τόμων, ο Συμεών Μπακαμάρτε φρόντισε να αποκαταστήσει αυτή τη μικρή, και εξάλλου ενδιαφέρουσα, ασυμμετρία», γράφει ο Μασάντου ντε Ασσίς στον «Φρενίατρο» (μετάφραση Άννυς Σπυράκου, επίμετρο Δημήτρη Πλουμπίδη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1992).

Βγάζοντας ένα-ένα τα βιβλία από τις κούτες τις τελευταίας μετακόμισης και τοποθετώντας τα στα ράφια της βιβλιοθήκης δεν έχω χρόνο να αποκαταστήσω την ευθεία γραμμή μεταξύ των τόμων, τους αφήνω να ταυτίζονται με την ασυμμετρία του βίου μου. Τα πιο δύσκολα αντικείμενα σε κάθε μετακόμιση είναι τα βιβλία, γι’αυτό φροντίζω να μεταφέρω όλο και λιγότερα, από σπίτι σε σπίτι. «Τα τοσαύτα βιβλία έχων, τι μάλιστα αναγιγνώσκεις αυτών»;

Το ερώτημα του Λουκιανού κάποιες τέτοιες κουραστικές στιγμές γίνεται απόλυτης προτεραιότητας: όσο μεγαλώνουμε κι επιστρέφουμε στις πρώτες μας αναγνώσεις, πόσα βιβλία μπορούμε να διαβάζουμε σχεδόν καθημερινά; Πόσα βιβλία μας είναι απαραίτητα; Τα περισσότερα θα παραμείνουν στις κούτες τους για να πάρουν το δρόμο για τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ραψάνης κάποια στιγμή, για τις δανειστικές βιβλιοθήκες που ακόμα χωλαίνουν στη χώρα μας. Γιατί από το 2008 η βιβλιοπαραγωγή στη χώρα μας μειώθηκε κατά 30 τοις εκατό. Γιατί ο Ντοστογιέφσκι δεν είχε περισσότερα από 40 βιβλία στη βιβλιοθήκη του. Read more

Τα εντερικά του Θεαίτητου | Ελπήνωρ

m

Έπαιζε με τις λέξεις.
Αλλόκοτα
-χωρίς κανόνες.

Να ελαχιστοποιείται η θλίψη, έλεγε
Σήμερα έστω
Σήμερα! Ήδη μέγας στόχος!
Το ανελέητο nunc

Οι εικόνες λιγοστεύουν
Οι μνήμες μιάσματα
Σώματα δραπέτες αγιογραφίας
Σιχαμερά κι αναξιέραστα

-ηδονίζονται οι ευσεβείς και η αγραμματοσύνη-
Οι λέξεις, μια ευπρεπής κρυψώνα

Ώρα να πηγαίνω, εισβάλλουν οι επίτροποι
Παλιοί και πρόσφατοι, ικανοί κι ικανότατοι
Δεν τους φοβάμαι

Έχω τα έντερα του Θεαίτητου
Πολύτιμη ασπίδα και φυλακτό
Τους περιλούζουν με σκατά
Υγρά συνήθως – κάποτε πιο σφικτά
Ευ πράττειν

[εικόνα: Jambes de mannequins, 1938]