lina_bosko

Την Λίνα Καρανασοπούλου, για την Κυρία της μαχόμενης Δικηγορίας σπεύδω πρώτα να σας πω, ότι πολλοί από τους -κάποτε- φίλους μου (όλοι πρεζάκια τότε και κάποιοι ακόμα και τώρα) την λατρεύουν. Όχι από ευγνωμοσύνη, επειδή τους έβγαλε από την φυλακή, επειδή γλύτωσαν την σαλαμοποίηση και έχουν την ελευθερία τους∙ μια ελευθερία που δεν ξέρουν να την χειριστούν. Εξάλλου, πολλοί από τους γνήσιους, o Μήτσος (ο θεούλης τον πήρε κοντά του) και ενός σιχάματος, υπήρξαν πελάτες της. Όλοι λαϊκά παιδιά. Και μιλάμε για το μασίφ της μαγκιάς και της αμφισβήτησης. Για την ηθοποιό-ποιήτρια Κατερίνα Γώγου, τον Άκη Πάνου τον λαϊκοροκά (όπως αναφέρει αυτή την συνομοταξία και ο Κώστας Καφάσης) που εκτός από επαναστάτες του κώλου (βλέπε πιόμα και μαγκιά κλανιά – γιατί λαϊκά παιδιά, έξω από κάτι λαϊκές αδερφές και άντρες νταβατζήδες, σπάνια έχω συναντήσει) τους είναι παντελώς άγνωστοι.

Ο Άκης Πάνου ήταν αυτό που έγραψε ο ποιητής-εκδότης Γιώργος Χρονάς: «Η περίπτωση Άκης Πάνου». Η Κατερίνα Γώγου, αριστερίστρια από σύλληψη, και ο Άκης Πάνου, φασίστας από συνείδηση, τους συνδέει το πάθος. Και οι δύο σκύψανε ευλαβικά στην ψυχή των κολασμένων. Γι’ αυτό λέω, μη κρίνετε το κόσμο στεγνά -στο σπάνιο ενδεχόμενο που αυτός είναι γνήσιος- γιατί η γνησιότητα εκλείπει και το γιατί της δόνησης του ανθρώπου δεν χαμπαριάζει από φιλοσοφίες, είτε λέγετε Τρότσκι, είτε Χίτλερ.

Μπακουνιστές συνείδησης στην ουσία τους, που την εκφράσανε με αντικρουόμενες φιλοσοφίες. Μπακουνίστρια συνείδησης και νεμεσίτρια ονείρων η κυρία Καρανασοπούλου, αφού πρώτα πέρασε από την Μαοϊκή φιλοσοφία, κατόπιν έγινε ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των σπαταλημένων ζωών, συμπεριλαμβανομένου των ναρκομανών (κανονικών ή υποτιθέμενων). Μιλάω για τα αντίπαλα στρατά: σκονάκιδες-χορτάκιδες, γιατί τα ψυχεδελικά φάρμακα είναι ψιλά γράμματα για τους πολλούς. Εξάλλου έχουν να κάνουν με την πίστη, όχι την κατ’ ανάγκη θρησκευτική, και είναι άκρως αντιφατικά. Μπορούν να είναι η απόλυτη αποκάλυψη και η απόλυτη καταστροφή. Και σύμβολα πίστης, όπως λ.χ. μεγάλους σταυρούς, όλοι κάνουμε αλλά η ουσία πέφτει στο απόλυτο κενό. Ακόμα και στην αθεΐα, όλοι έχουμε ζητήσει βοήθεια από τον ύψιστο (κάποια στιγμή τα παραπάνω ελπίζω να τα ισορροπήσει με ουμανιστικά κριτήρια και η πλατεία Εξαρχείων).

Η αναφορά στην περίπτωση Γώγου και Πάνου είναι μόνο χτυπητά παραδείγματα ενός μακρύτατου καταλόγου, χαμένων και ζωντανών. Γι’ αυτό λέω ότι, για να είσαι άνθρωπος χρειάζεσαι συντρόφια. Η κυρία Καρανασοπούλου -ευτυχώς για αυτήν και τιμή μας που την γνωρίσαμε- στην σημαδιακή ημερομηνία της αλλαγής του χρόνου, όταν αποχαιρετούσαμε στο γραφειόσπιτο του Παστάκα το 2010 με γαλλική κουνημένη σαμπάνια στο μπαλκόνι, είχε. Και ‘μείς θα είχαμε φουντάρει από ουρανοξύστη αν δεν είχαμε.


Ν.Λ.: Λατρεμένη μου Λίνα, έχεις συμμετάσχει σε ένα λεύκωμα-cd για την Κατερίνα Γώγου και μέσα από 4 λέξεις καρδιάς, κάνεις την πιο βαθυστόχαστη ανάλυση για την ποιητική της: «Έγραψε για να αυτοανατραπεί». Κι εσύ, θεωρώ, με την πορεία σου στο επάγγελμα αυτοανατράπηκες. Θα μπορούσες να ήσουν… θηλυκός Λυκουρέζος άλλα διάλεξες το ήθος και όχι την κονόμα. Η αυτοανατροπή θέλει δύναμη ψυχής. Και ότι έχει να κάνει με ήθος στο διάβα της ζωής, μπορεί να αποδειχτεί Γολγοθάς. Τί είναι η αυτοανατροπή στο επάγγελμα; Έχεις αναφέρει ότι κάνεις χρήση κάνναβης και ήσουν στον ηγετικό πυρήνα ενός κόμματος που είχε να κάνει με την αντιαπαγόρευση. Επίσης, για την Γώγου η αυτοανατροπή, που συνδυάστηκε με χρήση ουσιών, δεν έφερε το τέλος της. Έφερε την τελείωσή της. Λοιπόν, αυτοανατροπή από τη μία και ηθικολογίες από την άλλη;

Λ.Κ.: Είμαι δικηγόρος εδώ και 36 χρόνια, ασκώντας «μαχόμενη» δικηγορία. Είναι τέτοια η φύση της δουλειάς που αν δεν αυτοανατραπείς έχεις να διαλέξεις ανάμεσα στην υποταγή και την αυτοκτονία. Η υποταγή είναι ένας εύκολος δρόμος, θέλεις να υπάρχεις με τους έχοντες εξουσία (δικαστές, αστυνομικούς, ιατροδικαστές, μαφιόζους, πιστολάδες και άλλες συμπαθείς ομάδες) προκειμένου να είσαι πετυχημένος. Το αποκαλώ σύνδρομο επιτυχίας με κάθε τίμημα. Το έχουμε δει πολλές φορές στη δουλειά μας. Δεν έχει σημασία ποιον ή τι υπερασπίζεσαι σημασία έχει να πετύχεις γιατί έτσι κρατάς ψηλά το κύρος σου και έλκεις όλο και περισσότερους πελάτες που φουσκώνουν την τσέπη με περισσότερα χρήματα. Ο άλλος δρόμος της αυτοκτονίας δεν είναι για μαχόμενους δικηγόρους και γενικώς για υγιείς ανθρώπους. Δεν τον συστήνω σε κανέναν. Είναι ένα άδοξο τέλος χωρίς προσπάθεια. Και το παν στη ζωή είναι η προσπάθεια. Για να ισορροπείς, λοιπόν, ανάμεσα στα δύο οφείλεις κάθε τόσο να μηδενίζεσαι, να αντιλαμβάνεσαι τα μεγέθη και τι μπορείς εσύ να αλλάξεις και να συνεχίζεις. Είναι μια άσκηση υπομονής και θάρρους με μπόλικη δόση αυτοσαρκασμού και χιούμορ. Η αυτοανατροπή, όπως την εννοώ εγώ, είναι σαν το αυτομαστίγωμα∙ μία αυτοταπείνωση στην οποία εκούσια υποβάλλεσαι για να ξορκίσεις αυτήν που σε περιμένει στη γωνία. Είναι άμυνα σε μια ανελέητη επίθεση του άδικου και του παράλογου που αντιμετωπίζεις κάθε μέρα. Και επειδή οι άνθρωποι δεν αλλάζουν και οι κοινωνίες είναι ίδιες και απαράλλαχτες όταν βρίσκονται σε κίνδυνο ή σε ανάγκη, οφείλεις να σέβεσαι τους νόμους και τους κανόνες της δημοκρατίας, οφείλεις να υπηρετείς το καλό με όλες σου τις δυνάμεις, οφείλεις να λες την αλήθεια γιατί έχει δύναμη, οφείλεις να χαράζεις μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο δίκαιο και στο άδικο. Για ‘μένα όλα αυτά συνιστούν το ηθικό περίγραμμα μέσα στο οποίο εργάζομαι και υπάρχω. Ηθική είναι η φωνή της δικής μου συνείδησης, όχι η ηθική των άλλων, η οποία εν πολλοίς είναι ανύπαρκτη. Δεν εξαρτώ την επαγγελματική μου ύπαρξη από το κακό (από το έγκλημα του άλλου) αλλά από την προσπάθειά μου (απέλπιδα και μάταιη πολλές φορές) να εφαρμόσω το καλό και το δίκαιο. Μπορώ να πω ότι τις περισσότερες φορές το έχω κερδίσει.

Ν.Λ.: Για την χρήση κάνναβης που υπερασπίζεσαι, μια χαμένη φίλη λογοτέχνιδα, η Νανά Ησαΐα, στο βιβλίο της «Η ιστορία τότε και τώρα» διαπραγματεύεται τα πιόματα σε μπιτ οικισμό της Ύδρας την δεκαετία του ’60. Μετά από 40 χρόνια, αναλύει διεξοδικά την διαφορά μεταξύ ψευδαίσθησης και παραίσθησης στο χασίς. Το «μαύρο» που τόσο αγαπάμε, μήπως είναι δυστυχώς μια ιστορία του κάποτε; Δεν σηκώνει δηλαδή σήμερα τέτοια η εποχή. «Με πίκρες και με βάσανα με γέμισεν η φύση / κι όλα περνούν και χάνονται μόνο με το χασίσι», έγραψε ο Μάρκος. Ενώ πριν μερικά χρόνια το σουξέ ήταν «πίνω μπάφους και παίζω προ». Η ψευδαίσθηση του μαύρου επιθυμητή. Η παραίσθηση, καταστροφική για όλους. Μήπως το μαύρο είναι για όλο και πιο λίγους; Η γνώμη σου είναι βαρυσήμαντη. Συμμετείχες μάλιστα και στο αριστούργημα «Canavaccio» των εκδόσεων Heteron. Πολλοί λένε πιες λίγο «μαύρο» και σήκω χόρεψε κουκλί μου… Αμ, δε! Αλλού η ουσία του μαύρου. Αλλού η ουσία του αλκοόλ…

Με αναφέρεις σαν μπακουνίστρια και νεμεσίτρια. Για το πρώτο να πω ότι είναι τίτλος που δεν μου ανήκει, δεν υπήρξα ποτέ θεωρητική και πιστεύω στην ύπαρξη του κράτους σαν κοινωνικού θεσμού και όχι σαν βαθειάς γαβάθας που θα ταΐζει τα λαμόγια και τους κρατικοδίαιτους τεμπέληδες. Είναι αναγκαίο να υπάρχει και να ρυθμίζει τις καθημερινές ανάγκες της κοινωνίας. Είμαι βαθειά δημοκράτης και η δημοκρατία σαν πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης είναι μακράν το καλύτερο σύστημα και το μόνο που μπορεί να ελέγξει τη διαφθορά και τον αχαλίνωτο καπιταλισμό, την ανθρώπινη ασυδοσία και πλεονεξία. Όλες οι άλλες κραυγές του όχλου που θέλει να λυντσάρει όποιον δεν του αρέσει, που σπάει, που καίει, παραπέμπουν στην φασιστική χρυσή αυγή και σε πολλούς που της μοιάζουν, αλλά αλλάζουν λεοντή για να ξεγελάσουν εαυτούς και οπαδούς. Πιστεύω και στη Νέμεση, στη θεία δίκη δηλαδή. Αναγκαστικά, είναι η «καβάτζα», όταν τρως ήττα από την ανθρώπινη δικαιοσύνη και βλέπεις την ανεπάρκειά της, στρέφεις το εσωτερικό βλέμμα προς τη Νέμεση, που ευρίσκεται μεταξύ Θέμιδας (θεά της παγκόσμιας τάξης) και Αδράστειας (ανατολική θεότητα) που σημαίνει το αναπόφευκτο. Γιατί θέλεις πάντα να ελπίζεις για το σωστότερο.

Με ρωτάς για την κάνναβη: Είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή μου που αρχίζει το έτος 1987, όταν γνώρισα τον γνωστό γιατρό Γιώργη Οικονομόπουλο, με τον οποίο γίναμε φίλοι από τότε και συνοδοιπόροι στο θέμα της αποποινικοποίησης της κάνναβης και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Στη διαδρομή αποκτήσαμε κι άλλους τέτοιους φίλους και κάναμε αρκετούς εχθρούς. Να πούμε μερικές αλήθειες για την κάνναβη. Η κάνναβη είναι το καλύτερο ευφορικό που υπάρχει από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Είναι ατοξικό, αβλαβές, οικονομικό και απολύτως ασφαλές στην χρήση του. Είναι προϊόν που προέρχεται κατευθείαν από τη φύση, μπορείς να το καλλιεργήσεις στο χώμα ή στη γλάστρα, να συγκομίσεις τις κορυφάδες (φούντα) και να το χρησιμοποιήσεις είτε πίνοντάς το, είτε τρώγοντάς του, είτε καπνίζοντάς το. Είναι το μόνο που δεν προκαλεί εξάρτηση και παρενέργειες. Αντιθέτως έχει πλήθος ευεργετικών ιδιοτήτων. Σας παραπέμπω και σας προτείνω να διαβάσετε το τελευταίο βιβλίο του Γιώργη Οικονομόπουλου με τίτλο: «Το ίαμα κάνναβη, το κυνηγημένο βοτάνι και οι εντυπωσιακές θεραπευτικές εφαρμογές του». Παραθέτω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Το 1894 δημοσιεύτηκε η «Έκθεση της Ινδικής Επιτροπής για την Ινδική Κάνναβη», ένα επιστημονικό ντοκουμέντο 3281 σελίδων, που εξετάζοντας ενδελεχώς τις επιδράσεις του φυτού στον άνθρωπο, κατέληγε ότι «η περιστασιακή χρήση μπορεί να είναι ευεργετική, η συστηματική χρήση δεν έχει αρνητική συνέπεια στην υγεία, και οι βλάβες που προκαλεί η κατάχρηση-που αποτελεί εξαίρεση- έχουν αντίκτυπο μόνο στον χρήστη και όχι σε άλλους» (σελίδα 24).

«Το 1942 οι δόκτορες S.Allentuck και K.M.Bowman βρήκαν τα παράγωγα της Κάνναβης αποτελεσματικά στο στερητικό σύνδρομο από οπιούχα. Στη μελέτη τους για 49 εξαρτημένα στα οπιούχα πρόσωπα γράφουν: «Τα στερητικά συμπτώματα αδυνάτισαν η εξαλείφτηκαν γρήγορα. Οι ασθενείς ήταν καλύτερα διανοητικά και το πνεύμα τους ήταν ανεβασμένο. Η φυσική τους κατάσταση αποκαταστάθηκε πολύ σύντομα και εξέφρασαν την επιθυμία να ξαναγυρίσουν στην επαγγελματική τους δραστηριότητα το συντομότερο» (σελίδα 25).

Και μια που αναφέρεις -και καλά κάνεις- στίχους του Μάρκου, του Μεγάλου Βαμβακάρη, στην Αυτοβιογραφία του γράφει: «Για ‘μένα οι άνθρωποι του τεκέ ήταν και καλοί και κακοί, όπως υπάρχουν παντού, όμως κυρίως καλοί. Ιδίως όταν μαστουριάζανε, και κακός κάποιος να ήτανε, γινότανε πράος, ήσυχος, χωρίς κακία στο νου του, γι’ αυτό το λαχταρούσαμε και το αποζητούσαμε το χασίσι. Αφού φουμέρναμε δεν κάναμε τίποτες, παρά καθόμαστε μαστούρια σ’ ένα μέρος, καθόμαστε και ρεμβάζαμε. Μας άρεσε να βλέπουμε, μας άρεσε ν’ ακούμε. Με το χασίσι κάθεσαι, ησυχάζεις, αν είσαι νευρικός σε καλμάρει και σου φαίνεται ωραίο το παν. Οτιδήποτε ωραίο και να δεις σου αρέσει. Κάθεται και το βλέπει ο μαστούρης. Γι’ αυτό και ‘γω έπαιζα μπουζούκι μέσα στα μαστούρια. Που ‘ταν όλοι μαστουριασμένοι, καθόντουσαν και δεν έβγαζε κανένας μιλιά, παρά μόνον ακούγανε το όργανο, το μπουζούκι. Και τους άρεζε» (σελίδα 47).

Το μαύρο που τόσο αγαπάμε είναι μια ιστορία του πολιτισμού μας. Είναι κλασσικό σαν την αρχαία τραγωδία, θα υπάρχει για πάντα και δεν είναι ιστορία του κάποτε (όπως είναι οι μπάφοι και το προ). Απλά, το ότι συγκαταλέγεται ακόμα στις απαγορευμένες ουσίες μας κάνει να φαινόμαστε απολογητές και προπαγανδιστές του, γιατί κάποιος πρέπει να πει την αλήθεια και να αποκαταστήσει την φήμη του και την ιστορία του. Και φυσικά δεν είναι δουλειά μου να υποδείξω αν είναι για λίγους ή για πολλούς. Αυτό που κατηγορηματικά υποστηρίζω είναι ότι, πρέπει να είναι νόμιμο και έκαστος ενήλικος πολίτης να δύναται να αυτοκαθορίζεται ως προς το ποια ουσία χρησιμοποιεί, χωρίς να είναι παράνομος και ποινικός παραβάτης.

Θα τελειώσω, αυτή την ατελείωτη ιστορία της κάνναβης, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από έναν αγαπημένο Γάλλο συγγραφέα και χρήστη κάνναβης τον Charles Baudelaire από το βιβλίο του «Οι τεχνητοί Παράδεισοι»: «Ας το ξέρουν λοιπόν οι αμύητοι, που έχουν την περιέργεια να γνωρίσουν εξαιρετικές απολαύσεις, ότι δε θα ‘βρουν στο χασίς τίποτα το θαυμαστό, απολύτως τίποτα, παρά το φυσικό σε υπερβολή. Ο εγκέφαλος και ο οργανισμός, όπου ενεργεί το χασίς, δε θα δώσουν παρά μονάχα τα κανονικά τους φαινόμενα, τα ατομικά επαυξημένα, είναι αλήθεια, σε αριθμό και σε ενέργεια, αλλά σύμφωνα πάντα με την προέλευσή τους. Ο άνθρωπος δεν θα διαφύγει από το μοιραίο της φυσικής και ηθικής ιδιοσυγκρασίας του, το χασίς θα ‘ναι για τις ιδιαίτερες εντυπώσεις και σκέψεις του ανθρώπου, ένας μεγεθυντικός καθρέφτης, αλλά καθρέφτης».

Ν.Λ.: Ο Άκης Πάνου έχει γράψει πολλές φορές για τζόγο. Αυτό που αγαπώ είναι το «Μολόγα τα» για τις ιπποδρομίες. Αδειάζεις καφετιά και γίνονται κριθάρι. Ποντάρεις σε άλογο κουτσό και κερδίζεις. Ποντάρεις σε αετό και ρεστάρεις. Και τα ποντάρεις σαν μάπας στο καζίνο και τα χάνεις. Δεν μιλάμε για ξένους ανθρώπους, μιλάμε για δικά μας παιδιά. Ο Γιώργος όταν ζούσε, είχε μείνει νηστικός και χαρμάνης από το καζίνο, τις λέσχες, τις μπαρμουτιέρες. Και πήγε σαν το σκυλί στο αμπέλι. Ο Άκης Πάνου, επίσης. Ο Γιώργος από τη μια πληβείος, ότι στην άλλη ζωή και τα ρέστα – αν και δεν γαμιέται, όλα εδώ θα μείνουνε, ενώ ο Άκης ας κάνει ο καθένας ό,τι θέλει, άλλα για την κόρη μου εγώ θα αποφασίζω ποιον θα ‘χει εραστή… Το δαιμόνιο του εαυτού τί ρόλο παίζει; Τα αντικρουόμενα συναισθήματα;

Λ.Κ.: Έτσι ξεκίναγε το πρόγραμμα ο Μανώλης Ρασούλης στο μαγαζί ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ στην Κυψέλη, όπου για λίγες βραδιές μας έκανε τη χάρη και εμφανίσθηκε «ζωντανά» (νομίζω το 1988) μετά από χρόνια ο Άκης Πάνου. Ήταν μια ευτυχής συγκυρία να ακούς και τους δύο μεγάλους καλλιτέχνες σ’ ένα πρόγραμμα-ποταμό. Αναφέρεσαι στον Άκη Πάνου και στο τραγούδι του «μολόγα τα». Δεν έχω να προσθέσω κάτι καινούργιο για την προσωπικότητά του. Είναι τα τραγούδια του, «η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο», «στο σταθμό του Μονάχου», «η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα», «το θολωμένο μου μυαλό», «εφτά νομά σένα δωμά» και άλλα, που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του “είναι” μου και του πολιτισμού μου, με συνδέουν με τον τόπο μου, με δικαιώνουν. Άνθρωπος ακραίος και μοιραίος, όπως αποδείχτηκε. Το απίστευτο ταλέντο του (τα πάντα στην τέχνη του ήταν χειροποίητα, όπως αυτάρεσκα μας δήλωνε με καμάρι, όπως οι στίχοι των τραγουδιών του, τα μουσικά του όργανα μπαγλαμάς, μπουζούκι) δεν τον απέτρεψε από την καταστροφή και τον θάνατο που προκάλεσε.

Δεν κρίνω τους απόντες δεν μου επιτρέπεται. Νομίζω όμως ότι επιφύλαξε στον εαυτό του το φινάλε που του άξιζε. Έζησε μια ζωή αντισυμβατική και αντικομφορμιστική, αρνήθηκε τα πλούτη και τη δόξα, έκανε όσο πιο πολλές καταχρήσεις μπορούσε, έγραψε τα καλύτερα λαϊκά τραγούδια, σκότωσε εν ψυχρώ έναν άνθρωπο, δεν ζήτησε συγγνώμη, δεν ζήτησε τον οίκτο των δικαστών και έλιωσε στο κελί του εκτίοντας ισόβια κάθειρξη πριν προλάβει… να μετανοήσει. Ο Άκης Πάνου ενσάρκωσε την μεγάλη αντίφαση του ανθρώπου, βίωσε το καλό και το κακό, υπήρξε ένας μεγάλος λαϊκός ποιητής, ένας τραγικός άνθρωπος που παραμένει αθάνατος μέσα από το έργο του.

Ν.Λ.: Εσύ, χρόνια μετά το ΕΚΚΕ, ως μια γυναίκα που ονειρεύεται και έχει το δικαίωμα να ελπίζει, τί προσδοκάς για το εξελικτικό βήμα της ζωής;

Λ.Κ.: Προσδοκώ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ και ΠΡΟΟΔΟ, εξευγενισμό στα πολιτικά ήθη, θάνατο στο λαϊκισμό που κατακλύζει τους πάντες (τους πάνω και τους κάτω). Με τρόμο και δέος βλέπω τους σταλινικούς του Τσίπρα να μας κυβερνούν με τους εθνικιστές-ψεκασμένους του Καμμένου. Τρίτη δύναμη παραμένει σταθερά η Χρυσή Αυγή. Οι κεντρώες δυνάμεις, στις οποίες ανήκω, δεν υπάρχουν. Αντιλαμβάνομαι ότι η πολιτική φαυλότητας των ανθρώπων που κυβέρνησαν και επικράτησαν από την μεταπολίτευση μέχρι τώρα, σε όλους τους τομείς διοίκησης και ελέγχου νίκησε κατά κράτος. Σαν να μην υπήρξε δημοκρατία από το 1974 μέχρι σήμερα, που δεν είναι αλήθεια. Ό,τι χτίσαμε καταρρέει. Πιστεύω βαθειά στις ιδέες του Διαφωτισμού και της Προοδευτικής Ενωμένης Ευρώπης. Πιστεύω ότι θα καταφέρουμε να ανορθωθούμε μέσα από όλα τα εμπόδια και τις αντιξοότητες που βιώνουμε.

Ν.Λ.: Επικρατεί η άποψη, καλό είναι να μην μπλέξεις με γιατρούς και δικηγόρους. Δυστυχώς όμως κάποιοι μπλέκουν. Σε θυμάμαι σε εκπομπή του Alter για την κάνναβη, χοροστατούντος Χατζηνικολάου, από τους υπέρμαχους μόνο ο κύριος Δαβαράκης είχε κάποια αναγνωρισιμότητα. Τόσο εσύ όσο και ο κύριος Οικονομόπουλος, είσαστε «θρύλοι» σε μια περιορισμένη μερίδα τηλεθεατών. Κεντρίσατε όμως το ενδιαφέρον. Μήπως ήρθε η ώρα της αναθεώρησης; Η ώρα της ανατροπής; Η ώριμη στιγμή που το περιθώριο θα λάμψει;

Λ.Κ.: Η ώρα της ανατροπής είναι εδώ, συμβαίνει κάθε μέρα. Άνθρωποι πρόσφυγες, άνθρωποι άνεργοι, άνθρωποι φτωχοί, άνθρωποι απελπισμένοι. Αυτοί συνιστούν περιθώριο και μάλιστα τόσο μεγάλο που μας εμπεριέχει. Θρύλοι δεν υπάρχουν. Εμείς που αρνηθήκαμε όλα τα δημόσια αξιώματα για να συγκρουστούμε με το κατεστημένο και την προπαγάνδα του, βλέπουμε ξανά το ίδιο έργο. Δεν ακουγόμαστε. Η ιστορική συγκυρία είναι άλλη. Η αλήθεια είναι ότι η ανατροπή που όλοι ελπίζαμε έχει γίνει αλλά επί το συντηρητικότερο, άρα δεν υπάρχει ανατροπή -όπως την εννοείς και την εννοώ- υπάρχει μεγάλη οπισθοχώρηση. Επίσης, το περιθώριο -όπως το ορίζεις- έχει λάμψει διά του σκότους, εξακολουθεί και δέρνει, καίει, τραμπουκίζει, φοράει κουκούλες, καταλαμβάνει οτιδήποτε ανήκει στους πολλούς (είτε κρατικό είτε κοινόχρηστο) και το διαλύει. Αυτός είναι ο αποθηκευτικός χώρος του παρακράτους και οι εφεδρείες του «επίσημου» (κυβερνώντος) κράτους. Μακριά από μας όλοι αυτοί. Δεν θέλουμε άλλη βία ούτε άλλες κουκούλες, δεν θέλουμε ντόπιους τζιχαντιστές (έχουμε περίσσευμα απ’ αυτούς παντού)∙ θέλουμε ποίηση και ομορφιά στην καθημερινότητά μας. Όταν το καταφέρουμε αυτό θα έχουμε κάνει την μεγάλη επανάσταση. Για πάντα ονειροπόλος και οπαδός της ουτοπίας!

[εικόνα: στιγμιότυπο από την ταινία-αφιέρωμα Κατερίνα Γώγου – Για την αποκατάσταση του Μαύρου, του Αντώνη Μποσκοΐτη]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s