ant

Μνήμη Σπύρου Ρωμιόπουλου

Παραδομένος στην αϋπνία, εξανεμισμένος. Φυλακή, δυο ώρες σκοπιάς. Γερμανικό νούμερο. Πάντα οι Γερμανοί ψυχοπιάνονταν απ’ τον άυλο και ρευστό κύκλο της νύχτας για να μπουκάρουν στην ιστορία.

Ισχνό κίτρινο φως θολό και παρήγορο. Με τις σκνίπες γύρω και τα κουνούπια στον κακό αέρα. Φυλάω την ελληνική αεροκρέμαστη φυλή. Τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Φυλάω τα μουνιά των κοριτσιών της επαρχίας Σουφλίου. Φυλάω τον Ευριπίδη και το Σοφοκλή. Την Τζένη Βάνου και την τράπεζα της Ελλάδος.

Ο γεμιστήρας που χαϊδεύω είναι εκπνευματωμένος και η διανόηση δεν μπορεί να μου προσφέρει καμιά ορθή ερμηνεία για την άθρησκη ψυχούλα μου, για την αζυγόθρησκη θλίψη μου.

Την πρώτη μέρα με το τραίνο όταν έφτασα έβαλα τα κλάματα. Ξημερώματα. Έφτασα κουρασμένος βρώμικος όλο περιέργεια και κακία, με σφραγισμένο στόμα που δε χαρίζει απαντήσεις. Από μικρός είμαι ένα πληγωμένο πουλί, σκέφτηκα να πω σ’ έναν ομοιοπαθή φαντάρο μα δεν είχα κουράγιο. Αυτός κάπνιζε μόνο. Κατόπτευε με αδειανά μάτια το σκοτάδι έξω. Οι άλλοι αληπασάδες και ασεβείς και κοντόθωροι, με μικρή ρίζα και μεγάλα αποθέματα αυταπάτης, όπως συμβαίνει με το φρέσκο αίμα. Έφηβοι, για πάντα έφηβοι, σεσημασμένοι από άσημες πατρογονικές σκιές. Ανώριμοι και αβασάνιστοι, βλάκες στο βαγόνι ανάνηψης απ’ το πατρικό πλοκάμι. Μύριζαν όλοι αμούνευτο σπέρμα και μυώδη μπράτσα. Μύριζαν μαμά και μαλακία. Η μαμά είναι ο τάφος που επισκέπτονται διαρκώς αυτά τα αγόρια.

Παιδιά όλοι μας πάνω στην κόψη του αφανίζεσθαι. Πάντα μόνοι, δηλητηριασμένοι, όλο φρίκη και αποκαρδίωση, όλο δοκιμασίες για να αφουγκραστούμε την ατείχιστη ανυπαρξία. Το γδάρσιμο απ’ το άρβυλο και το τσούξιμο στον κώλο απ’ την ταλαιπωρία.

Φυλακή, δυο ώρες σκοπιάς. Ένας μακρύς ψηλός τοίχος που δεσπόζει απ’ την πλευρά των στρατώνων. Ψιλόβροχο ακατανόητο σχεδιασμένο από κάποιον παράφρονα. Γαμημένοι φαντάροι που τσαλαβουτάνε στις λάσπες και τρέχουν αλαφιασμένοι στα καρτοτηλέφωνα. Σ’ αυτά τα ημικουβούκλια, έτοιμοι να δώσουν μια κίβδηλη μάχη με την ερωμένη και το χρόνο. Να παραπονεθούν και να βλαστημήσουν. Να τρέξουν πάλι μετά να γυαλίσουν μπότες και να ξυστρίσουν ερπύστριες. Να φάνε σάντουιτς να μαλακιστούν με το εξωτικό τσοντόπλυμα του ελληνικού πορνογραφικού ονείρου. Οι Αμερικάνοι είναι μακριά, μα είμαστε Αμερικάνοι. Αμερικανάκια. Είμαστε σατανάδες γελοίοι που ξύνονται και σουλατσάρουν με τα χέρια στις τσέπες κοιτάζοντας σαν χαμένοι τον έναστρο ουρανό.

Είναι τρεις μετά τα μεσάνυχτα στο μουρλοκομείο. Η πατρίδα κοιμάται κι όταν εμφανίζεται κάποιος αγουροξυπνημένος αξιωματικός υπηρεσίας κάνοντας έφοδο στα αυνανιστήρια της σκοπιάς, χτυπάμε τις φτέρνες και χαιρετάμε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s