pa

Δεν ήθελε διαταγές η Αργυρώ μα η ζωή τη διέταζε.
Σαν λιπαρό προκοίλι τη διέταζε! Να φάει, να πιει να νιώσει.
Να τη φωνάζουν Πλίθινη κι όχι Αργυρώ.
Τίποτα κρεμασμένο απ’ το λαρύγγι της.
Έτσι, χωρίς θηλιές μπήκε στο σπίτι της. Τα ρουθούνια της γέμισαν κάπνα. Έτρεξε έξω και ανέβασε τις τέντες. Ένα χρωματιστό σεντόνι την κοίταξε. Όπως-όπως το μάζεψε και το έριξε χάμω. Και τότε τον είδε. Τον ξένο για ‘κείνη κισσό.
Καταπράσινος να έχει καβαλικέψει το στήριγμα, να έχει απλωθεί στον τοίχο, στα κάγκελα.
Τα μάτια της, ξυμένες μύτες μολυβιών. Τρύπησαν τη γλάστρα, την ξεκοίλιασαν. Γέμισε ο τόπος χώματα. Στα πλακάκια, στο σεντόνι, στα πόδια της.
Πόσο μισούσε τα αναρριχητικά φυτά. Από παιδί τα φοβόταν. Έκρυβαν μυστικά στις διακλαδώσεις τους. Οι λεπτοί τους βλαστοί θαρρείς κι έπνιγαν ανάσες.
Απάνω τους έπεσε η Αργυρώ που Πλίθινη ήθελε να τη λένε.
Γίνηκε πλέγμα γαντζωμένο σε περβάζια, χωμένα στο δέρμα της. Και άρχισαν τα άκρα τα λεπταίνουν, καφετιά να γίνονται. Από τα δόντια φύλλα να πετάγονται. Ένα στόμα γεμάτο φύλλα. Να αποκεφαλίζουν τη γλώσσα. Δίχως μιλιά. Φύλλα και από τον αφαλό. Και γύρω της όλα καμένα.
Σήκωσε τα μάτια στον ήλιο. Αν μπορούσε θα τον κατάπινε.
Να γίνει η φωτοσύνθεση ήθελε, τροφή δική της.
Να καβαλήσει και πάλι το τραίνο, να δει άλλες σκιές.
Βούτηξε με τις χούφτες το χώμα απ τον κισσό. Πασάλειψε τα μάγουλα.
Να φύγει ήθελε. Αγκαλιά με το παιδί που έκλαιγε μέσα στα χώματα.
Αυλάκι ο χρόνος στο μέτωπο. Σκουλήκια παντού. Δεν πάνε στο φυτό. Σκαρφαλώνουν απάνω της. Ξεπηδούν από τα λερωμένα μάγουλα. Ανεβαίνουν στα μάτια. Την τυφλώνουν.
Δεν βλέπει πια το παιδί. Ούτε σταθμούς βλέπει. Μονάχα πόδια να της ξύνουν το μέτωπο. Να κάνουν πιο βαθύ το αυλάκι.
Κατάφερε να βγάλει φωνή. Τα μάτια άνοιξαν.
Ένα κλαράκι ξεκόλλησε από το στήριγμα, της χάιδεψε το πόδι. Ανατρίχιασε.
Απλωμένη παλάμη να της γαργαλά τα κόκαλα. Δε θύμωσε. Μόνο κοίταξε τον ουρανό. Νύχτωνε.
Σφυριχτές ήχησαν στα τραίνα. Εκείνη όμως απλωμένη σαν τον κισσό. Δεν ήθελε να φύγει πια. Μόνο κοιτούσε.
Άρπαξε το χρωματιστό σεντόνι και τύλιξε τον κισσό.
Μπήκε στο καμένο της σπίτι. Άπλωσε ένα σύρμα στο σαλόνι της, τον έδεσε. Έκανε δυο κόμπους, να είναι σίγουρη.
Έτσι θα ζούσε πια. Με ό,τι είχε. Με τους φόβους απλωμένους στο σύρμα.

Καμία μετακόμιση!

Advertisements

One thought on “Η Μετακόμιση | Παναγιώτα Τσιανογιάννη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s