past

#01 Η ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

«Και καθώς η τοποθέτηση του τόμου διατάραξε κάπως την ευθεία γραμμή των δύο διπλανών τόμων, ο Συμεών Μπακαμάρτε φρόντισε να αποκαταστήσει αυτή τη μικρή, και εξάλλου ενδιαφέρουσα, ασυμμετρία», γράφει ο Μασάντου ντε Ασσίς στον «Φρενίατρο» (μετάφραση Άννυς Σπυράκου, επίμετρο Δημήτρη Πλουμπίδη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1992).

Βγάζοντας ένα-ένα τα βιβλία από τις κούτες τις τελευταίας μετακόμισης και τοποθετώντας τα στα ράφια της βιβλιοθήκης δεν έχω χρόνο να αποκαταστήσω την ευθεία γραμμή μεταξύ των τόμων, τους αφήνω να ταυτίζονται με την ασυμμετρία του βίου μου. Τα πιο δύσκολα αντικείμενα σε κάθε μετακόμιση είναι τα βιβλία, γι’αυτό φροντίζω να μεταφέρω όλο και λιγότερα, από σπίτι σε σπίτι. «Τα τοσαύτα βιβλία έχων, τι μάλιστα αναγιγνώσκεις αυτών»;

Το ερώτημα του Λουκιανού κάποιες τέτοιες κουραστικές στιγμές γίνεται απόλυτης προτεραιότητας: όσο μεγαλώνουμε κι επιστρέφουμε στις πρώτες μας αναγνώσεις, πόσα βιβλία μπορούμε να διαβάζουμε σχεδόν καθημερινά; Πόσα βιβλία μας είναι απαραίτητα; Τα περισσότερα θα παραμείνουν στις κούτες τους για να πάρουν το δρόμο για τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ραψάνης κάποια στιγμή, για τις δανειστικές βιβλιοθήκες που ακόμα χωλαίνουν στη χώρα μας. Γιατί από το 2008 η βιβλιοπαραγωγή στη χώρα μας μειώθηκε κατά 30 τοις εκατό. Γιατί ο Ντοστογιέφσκι δεν είχε περισσότερα από 40 βιβλία στη βιβλιοθήκη του.

***

#02 ΤΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΑΣ

«Γεννήθηκε ένα Σαββάτο βράδυ χειμώνα που έβρεχε ασταμάτητα, στις 6-2-1980 από τη Χαρίκλεια-Υβόνη του γένους Βαλαή και τον Στέφανο. Στη Πέμπτη Δημοτικού άλλαξε σχολείο λόγω μετάθεσης του πατέρα του, Στρατιωτικού, γεγονός που του άφησε ανοικτές πληγές για όλη του τη ζωή. Τελείωσε το Πρώτο Λύκειο Τούμπας στη Θεσσαλονίκη. Για δυο χρόνια παρακολούθησε μαθήματα Ιταλικών στην Περούτζια. Ποιήματά του έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά έντυπα και ηλεκτρονικά και έχουν αποσπάσει ποικίλες διακρίσεις. Επίσης ποιήματά του μελοποιήθηκαν από την δευτεροξαδέλφη του Αγλαΐα Καραποστόλου-Φάλτσα και τραγουδήθηκαν από τον πρώτο της σύζυγο, αείμνηστο Δημήτρη Πλακά. Ο ίδιος (κι όχι δι΄αντιπροσώπου) συμμετέχει σε ποιητικά δρώμενα που οργανώνονται στην ευρύτερη περιφέρεια της γειτονιάς του, μπαρ, καφενεία και τσιπουράδικα. Το παρόν βιβλίο του συγκεντρώνει τα ποιήματα που άρχισε να γράφει μετά τον τραυματικό χωρισμό από τη Δασκάλα του, Όλγα Χατζηπαναγιώτου μέχρι και τη λύση του αρραβώνος του μετά της δίδος Χριστίνας Ιατρού, λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρος, τον Απρίλιο που μας πέρασε. Το βιβλίο κοσμούν πίνακες του θείου του Γερβάσιου Αλταδόρου. Ζει στον κόσμο του».

Τα βιογραφικά των ποιητών και των συγγραφέων αποτελούν ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος. Πολλές φορές τα περισσότερα βιογραφικά είναι αντιστρόφως ανάλογα με την αξία των κειμένων: όσο μεγαλύτερο το βιογραφικό, οι τίτλοι, τα βραβεία, οι εύφημες μνείες, τόσο ανύπαρκτο το περιεχόμενο. Έχω σταματήσει στην απολαυστική ανάγνωση του βιογραφικού και δεν έχασα τίποτα. Τελικά, τα βιβλία αυτά αξίζουν μόνο για τα αυτιά τους και είναι περιττές οι σελίδες που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα εξώφυλλα. Προσοχή στη σύνταξη του βιογραφικού σας, αγαπητοί μου ομότεχνοι.

***

#03 ΤΟ ΑΓΧΟΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ

Φίλος ποιητής με παίρνει στο τηλέφωνο να με ρωτήσει πως μου φάνηκε το ποίημα στη σελίδα 6, να του πω αν συμφωνώ με την ανάπτυξη του θέματος, τα καλολογικά στοιχεία, αν κατάλαβα την κρυφή αναφορά που κάνει σε πραγματικές καταστάσεις και σε ποιο κείμενο της παγκόσμιας λογοτεχνίας κλείνει δεξιοτεχνικά το μάτι. Οι παρατηρήσεις μου, δηλώνει ευγενικά, του είναι απαραίτητες δεδομένης της εκτίμησης που τρέφει στο άτομό μου.

Ο εν λόγω ποιητής μου έδωσε την τελευταία του ποιητική συλλογή μόλις δυο μέρες πριν. Μου την φόρτωσε, για να είμαστε ακριβείς, σε κάποια δημόσια παρουσίαση τρίτου ποιητή, όπου είχα την τιμή να προλογίζω, διασχίζοντας καρέκλες, τραπεζάκια και δεν αναφέρομαι καθόλου στην ξανθιά με το μίνι που καθόταν στην πρώτη σειρά με το ένα πόδι πάνω στο άλλο, και μόλις κατέβηκα από την εξέδρα μου έσφιγγε θερμά το χέρι σε παρατεταμένα «συγχαρητήρια». Ως κι απ’ αυτή με χώρισε για να μου δώσει το βιβλίο του.

Αυτό το «άγχος επίδοσης» που καταλαμβάνει τους «εκδιδόμενους», οι οποίοι αδιαφορούν για τον προσωπικό χρόνο ανάγνωσης, το πεδίο μελέτης στο οποίο τυχαίνει να έχουμε καταβυθιστεί, τις κοινωνικές μας υποχρεώσεις κλπ… Όχι! Ο φίλος ποιητής αναζητά άμεση εκφορά άποψης, κριτικής και επιβράβευσης σαν την γκόμενα στο κρεβάτι που μόλις τελειώνεις σε ρωτάει: «Ήμουν καλή; Σου άρεσε;»

***

#04 ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

«Καλημέρα… Χρειάζομαι τις γνώσεις και την εμπειρία σου… Όταν θέλεις να κατοχυρώσεις τα πνευματικά δικαιώματα εκδίδοντας ένα βιβλίο πώς γίνεται;» Αντιγράφω εδώ μία από τις πιο συχνές ερωτήσεις που δέχομαι από νέους που επιχειρούν να δημοσιεύσουν για πρώτη φορά. Προσπαθώ να κρύψω το ελαφρό μου μειδίαμα και τους απαντώ στερεότυπα πως: «δεν υπάρχει ισχυρότερη κατοχύρωση από τη δημοσίευση».

Αρκετοί όμως δεν θεωρούν ικανοποιητική την απάντησή μου και επιμένουν: το σύμπαν επιμένει να κρυφοκοιτάζει τα γραπτά τους, ο ηλεκτρονικός τους υπολογιστής παρακολουθείται από άλλους επίδοξους συγγραφείς, κι ακόμη χειρότερα, τελευταία ανακάλυψαν πως κάποιος με μεγάλη επιτυχία τους έκλεψε τις λέξεις: τρένο, πουλιά, καφές, παξιμάδι, αεράκι, φούστα, παγκάκι, ποδηλάτης, αερόστατο και παγωτό χωνάκι. Οι παραπάνω λέξεις σε τυχαίους συνδυασμούς μεταξύ τους μπορούν να γίνουν: ποίημα, μικροκείμενο, διήγημα, νουβέλα, στίχοι για τραγούδια, σενάριο για ταινία μικρού ή μεγάλου μήκους, λιμπρέτο για όπερα, τηλεοπτική σειρά και μυθιστόρημα.

Έχω παρατηρήσει πως όσο πιο «μικρός» είναι ο δημιουργός, τόσο «μεγαλύτερος» είναι ο φόβος του, πως θα βρεθεί κάποιος καπάτσος να του κλέψει την έμπνευση. Στην Ελλάδα ο πρώτος που είχε ασχοληθεί με τα «πνευματικά δικαιώματα», χωρίς να βγάλει άκρη, ήταν ο αείμνηστος Γεώργιος Κουμάντος.

Ποιος έχει το κόπυ-ράιτ της λέξης «σαγαπώ», παίδες;

***

#05 Η ΛΟΤΑΡΙΑ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

«Στην Ψωροκώσταινα», έλεγε ο πατέρας μου την δεκαετία του εξήντα, εκεί στο νεόκτιστο πατρικό μας, Τέρμα Καραγάτση «οι μισοί πουλάνε λαχεία και οι άλλοι μισοί αγοράζουν».

Δέκα χρόνια αργότερα το αγαπημένο ρητό του πατέρα μου το συνάντησα σε ένα διήγημα του Μπόρχες, «η Λοταρία της Βαβυλώνας». Στην σύντομη ιστορία του, περιγράφει μια φανταστική Βαβυλώνα, στην οποία οι άνθρωποι υπόκεινται σε μια αέναη λοταρία. Οι Βαβυλώνιοι έδωσαν τις ζωές τους στην τύχη. Και οι μόνοι πάνω από την τύχη, πανίσχυροι και μυστικοί, οι υπάλληλοι της εταιρίας που διεξήγαγε τη λοταρία. Στο τέλος του διηγήματος, ο Μπόρχες αναρωτιέται αν τελικά υπήρχε εταιρία…

Τον δικαιολογούμε, γιατί όταν έγραφε το διήγημα η δική μας Εταιρεία Συγγραφέων δεν είχε γεννηθεί ακόμα. Η Εταιρεία μας λοιπόν διεξάγει ετήσιες λοταρίες για συμμετοχή των μελών της σε διάφορα λογοτεχνικά φεστιβάλ στην Ελλάδα και το εξωτερικό, και καλά κάνει, από τη στιγμή που δεν ακολουθεί κανένα αξιολογικό κριτήριο για την εγγραφή των μελών της. Η λοταρία της Εταιρείας Συγγραφέων τα τελευταία χρόνια κληρώνει πάντα τα ίδια άτομα (αυτό, ούτε ο Χ.Λ. Μπόρχες θα μπορούσε να το φανταστεί). Οι πρόεδροι αλλάζουν, οι κληρούχοι παραμένουν οι ίδιοι όπως και τα ερωτήματα:

-Ποιος; Ο Πάτις Κονδύλης και η συμμορία του; (που θάλεγε κι ο Καραγάτσης), ας γελάσω!

***

#06 Ο ΚΟΙΝΟΣ ΜΑΣ ΔΑΙΜΩΝ

Στο βιβλίο που έλαβα σήμερα (αυτή η ευτυχία της αλληλογραφίας με ακολουθεί και στη Λάρισα), ο αγαπητός ποιητής έχει διορθώσει με μαύρο μαρκαδοράκι τα τυπογραφικά λάθη, και όχι μόνον αλλά με ένθετο σημείωμα ζητάει και συγγνώμη για τον «δαίμονα του τυπογραφείου». Θα έλεγα πως πρώτον, δεν διορθώνουμε το τυπωμένο κείμενο (οι διορθώσεις βγάζουν… μάτια, χώρια που πολλά από αυτά που βλέπει ο δημιουργός, δεν τα βλέπει ο αναγνώστης, με αποτέλεσμα να δει με αυτόν τον τρόπο κι ο ανυποψίαστος τα λάθη μας), και δεύτερον, δεν επικαλούμαστε τον δαίμονα ποτέ (αν δεν έχουμε προσευχηθεί πρώτα στον άγγελο, που είναι ο επιμελητής των εκδόσεων).

Γνωρίζω φίλους συγγραφείς που έπεσαν να αρρωστήσουν επειδή το βιβλίο τους δεν έτυχε καλής φροντίδας από τον επιμελητή, ή επειδή ο εκδότης δεν επιμελήθηκε στοιχειωδώς το κείμενό τους. Προσωπικά, δεν μ’ ενδιέφεραν ποτέ οι αβλεψίες στα βιβλία μου.

Οι τεχνίτες που υφαίνουν τα πανάκριβα χαλιά μπουχάρα, επειδή δεν τους επιτρέπεται να κάνουν ούτε ένα λάθος από τους αγοραστές στη Δύση, κάνουν πάντα δυο-τρεις στραβοβελονιές από την ανάποδη, γιατί δεν τους επιτρέπεται από τον Αλλάχ να βγάλουν ένα τέλειο έργο. Τα ανθρώπινα χέρια δεν μπορούν να φτάσουν την τελειότητα. Το τέλειο των ανθρώπων αποτελεί ύβρη για τον Ύψιστο.

Μην προσπαθείτε, λοιπόν, να διορθώσετε τα λάθη σας, γιατί το μόνο που επιτυγχάνετε είναι να τα καταστείσετε εμφανή.

***

#07 Η ΕΥΧΕΤΙΚΗ ΚΑΤΑΡΑ

Διαβάζω τα βιογραφικά των νέων ποιητών, με τις κοπιώδεις σπουδές τους, τα μεταπτυχιακά, τα μάστερς, τις διακρίσεις τους στον επαγγελματικό χώρο, τις δημοσιευμένες εργασίες τους σε επιστημονικά έντυπα της χώρας μας, αλλά και της αλλοδαπής, κι εύλογα μου γεννάται το απλό ερώτημα: «Με μια τόσο επιτυχημένη καριέρα, γιατί να γράφουν ποιήματα;» Τί τους λείπει, δηλαδή, αφού «εκ του υστερήματος» προκύπτει η ποίηση, την προσωπική μας αναπηρία, τι τα θέλουν τα ποιήματα μέσα σε μια τόσο καλά τακτοποιημένη ζωή; «Εντάξει», θα μου πείτε «όλοι οι πτυχιούχοι έχουν δικαίωμα να βγάλουν μια ποιητική συλλογή, ένα μυθιστόρημα, μια νουβέλα, ένα βιβλίο με διηγήματα. Οι απλοί φιλόλογοι, οι πανεπιστημιακοί καθηγητές, οι ελεύθεροι επαγγελματίες Μηχανικοί, Γιατροί και Δικηγόροι.

Δικαιολογώ τις απόπειρές τους για το ένα βιβλίο, αλλά δεν συγχωρώ την επιμονή τους για το δεύτερο και το τρίτο. Προγραμματισμένα, βγάζουν ένα βιβλίο κάθε τέσσερα χρόνια: με φειδώ, με παρσιμόνεια και στοχευόμενες κινήσεις στήνουν τη λογοτεχνική τους καριέρα σαν στελέχη επιχειρήσεων. Περνάν μέσα από τη γραφή ανέγγιχτοι, ατσαλάκωτοι, επιτηδευμένοι στις κρατικές διακρίσεις, τα κρατικά βραβεία, τις ιν συναναστροφές και τις ολοσέλιδες συνεντεύξεις, και το μόνο που έχω να κάνω είναι να τους καταραστώ. Μια ευχετική κατάρα, όπως την αναφέρει ο Φ.Σ. Φιτζέραλντ στην «Τρυφερή είναι η νύχτα»: «Το καλύτερο που έχω να σου ευχηθώ παιδί μου», λέει η νεράιδα Μπλάκστικ στο «Ρόδο και το Δαχτυλίδι» του Θάκεραιϋ, «είναι λίγη κακοτυχιά».

«Λίγη κακοτυχιά» σας εύχομαι παλικάρια μου χομπίστες ποιητές. Λίγη κακοτυχιά μπας και γράψετε ουσιαστικά.

***

#08 ΠΩΣ ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΕΤΕ ΕΧΘΡΟΥΣ

Η φιλία μου με τον συνάδελφο έμοιαζε ακλόνητη. Ως και την περιουσία του ήθελε να μου χαρίσει. Τι βόλτες στο γειτονικό βουνό Γκεντίκι, τι τραπεζώματα στα σπίτια του σε διάφορες πόλεις. Πάνω στον ενθουσιασμό μου, λοιπόν, για το μεγαλύτερο φίλο μου, έγραψα ένα μικρό κριτικό σημείωμα για κάποιο αθηναϊκό λογοτεχνικό περιοδικό με το οποίο συνεργαζόμουν εκείνο τον καιρό, να υμνήσω την τελευταία του νουβέλα. Τί τόθελα; Μόλις δημοσιεύθηκε η κριτική, ο μεγάλος φίλος μού έκοψε και την καλημέρα, γιατί λέει έκανα το ατόπημα να αναφέρω την ηλικία του. Το θεώρησε απαράδεκτο, και μου ξαναμίλησε μόνο όταν ήταν ετοιμοθάνατος, σαν άφεση πριν τον τελευταίο ασπασμό.

Φίλος περιοδικάριος μου έλεγε στα νιάτα μου πως ο πιο εύκολος τρόπος να αποκτήσει κάποιος εχθρούς, είναι να ασχοληθεί με την κριτική. Τότε δεν τον πίστευα, αλλά με τα χρόνια αποδείχθηκε πως είχε απόλυτο δίκαιο: όταν γράφεις για τον άλλον ακόμη και θετικά να γράφεις, παραμονεύει πάντα το ενδεχόμενο της παρεξήγησης των λόγων σου και των προθέσεών σου. Αν θέλεις, λοιπόν, να αποκτήσεις εχθρούς νεαρέ μου λογοτέχνη ασχολήσου με την κριτική.

Ή μάλλον, σκέψου γιατί είναι αδύνατον να ασχοληθεί κανείς με την κριτική στην Ελλάδα: άντε κι έγραψες εναντίον κάποιου, όταν τον συναντήσεις μια και δυο φορές μετά στα συνήθη λογοτεχνικά στέκια την τρίτη φορά θα ξαναγίνετε φίλοι, και θα γράψεις πάλι θετικά. Αυτή είναι η λογοτεχνική κριτική στην Ελλάδα: κολακείες και σκιαμαχίες.

***

#09 ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ ΓΡΑΦΙΑΔΩΝ

Σε στείρες εποχές έπιανα τον εαυτό μου να διαμαρτύρεται πως δεν μπορώ να γράψω γιατί είχα πονόδοντο, δεν είχα πένα Monte-Blanc, ούτε χειροποίητο χαρτί Fabriano. Αν τα είχα όλα αυτά θα έγραφα αριστουργήματα κι αν είχα και σπίτι με θέα στην Ακρόπολη, ακόμη καλύτερα, κι ένα εξοχικό στη Σαντορίνη να είχα πάλι θα έγραφα. Έχω δει συνομήλικους που παρέμειναν με την υπόσχεση της γραφής αν δεν είχαν παιδιά να μεγαλώσουν, που έβαζαν πάντα ως προτεραιότητα βίου την επαγγελματική τους αποκατάσταση, να τακτοποιηθούν οικογενειακά κι ύστερα, αφού τα επέτυχαν όλα αυτά, να αναβάλουν την συγγραφή για τον υποτιθέμενο άφθονο χρόνο που τους επιφύλασσε ο Θεούλης, όταν θα μεγάλωναν τα παιδιά ή ακόμα καλύτερα όταν θα έβγαιναν στη σύνταξη.

Έπρεπε να απαλλαγώ κι εγώ προσωπικά, από τις προϋποθέσεις της γραφής για να γράψω. Δεν υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες εργασίας για αυτή τη δουλειά. Ούτε απαιτούνται ακριβά μέσα, air-book π.χ. Έχω γράψει τα καλύτερα σε πακέτα τσιγάρων με μπικ διαρκείας, χαρτοπετσέτες και χαρτί τουαλέτας. Πληκτρολογώ σε ένα note-book που όσοι το ξέρουν με λυπούνται. Απ’ το παράθυρό μου βλέπω τις φαβέλες της Λάρισας: ετοιμόρροπες πρόχειρες κατασκευές φερ-φορζέ, σπασμένα κεραμίδια, και σάπιες υδρορροές. Βλέπω όμως και μια κεραμιδόγατα να ισορροπεί εκεί πάνω σαν κομψή ακροβάτισσα μέχρι να φτάσει στο περβάζι μου, και γράφω γι’ αυτή: τη Χάντρα (από το Αλεχάντρα).

***

#010 ΛΕΜΕ ΟΧΙ ΣΤΑ ΣΥΣΤΗΜΕΝΑ

Κανένας δεν κλέβει βιβλία. Ο τελευταίος που έκλεβε βιβλία, ο Κωστής Παπαγιώργης, έχει πεθάνει. Όχι μόνο δεν κλέβει κανείς βιβλία, αλλά και να του τα χαρίσεις, να του τα δώσεις χέρι με χέρι πάλι δεν ξέρει τι να τα κάνει. Έχουμε βρει βιβλία με αφιερώσεις στο Μοναστηράκι και σε όλα τα στέκια που πουλάν βιβλία από δεύτερο χέρι και βιβλία με το κιλό: συνήθως οι δέκτες των αφιερώσεων δεν μπαίνουν καν στον κόπο να σκίσουν την αφιερωματική σελίδα, και τα πουλάνε στον πρώτο αποδέκτη. Είναι γνωστό πως ο Μισέλ Φάις, όταν κρατούσε στήλη κριτικής βιβλίου σε ημερήσια εφημερίδα, «έσπρωχνε» τα βιβλία που του αποστέλλονταν σε γνωστό remainders της Σόλωνος.

Γιατί, λοιπόν, φίλοι ποιητές και νέοι λογοτέχνες μου αποστέλλετε τα βιβλία σας με σήμανση συστημένου από τα ΕΛΤΑ, ή με κούριερ; Από φόβο μήπως σας κλέψουν τον περίφημο δημιουργικό σας κόπο; Ναι, δεν υπολογίζετε τον δικό μου κόπο του αναγνώστη: πρέπει να βγω με καύσωνα καλή ώρα, να διασχίσω τη μισή Λάρισα μέχρι το ταχυδρομείο, να περιμένω στην ουρά σε μια αίθουσα με ανύπαρκτο κλιματισμό κάνα μισάωρο, κι αν έχω την τύχη και δεν λιποθυμήσω, να παραλάβω ιδίας χείρας, το τελευταίο σας αριστούργημα. Σκεφθείτε επίσης τον κίνδυνο στον οποίο με υποβάλετε, ηλικιωμένο άνθρωπο, να μην θυμάμαι πώς να γυρίσω σπίτι μετά από μπόλικα τσίπουρα, γιατί σκέφτηκα να πω ένα γεια σε δύο φίλους, αφού βγήκα που βγήκα στο κέντρο. Με απλό ταχυδρομείο να στέλνετε, λοιπόν, τα βιβλία σας από ‘δω και πέρα, κι αν χαθούν δεν έγινε και τίποτα εδώ που τα λέμε…

[εικόνα: Man Ray, Jambes dans un cadre, 1930]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s