Η Μετακόμιση | Παναγιώτα Τσιανογιάννη

pa

Δεν ήθελε διαταγές η Αργυρώ μα η ζωή τη διέταζε.
Σαν λιπαρό προκοίλι τη διέταζε! Να φάει, να πιει να νιώσει.
Να τη φωνάζουν Πλίθινη κι όχι Αργυρώ.
Τίποτα κρεμασμένο απ’ το λαρύγγι της.
Έτσι, χωρίς θηλιές μπήκε στο σπίτι της. Τα ρουθούνια της γέμισαν κάπνα. Έτρεξε έξω και ανέβασε τις τέντες. Ένα χρωματιστό σεντόνι την κοίταξε. Όπως-όπως το μάζεψε και το έριξε χάμω. Και τότε τον είδε. Τον ξένο για ‘κείνη κισσό.
Καταπράσινος να έχει καβαλικέψει το στήριγμα, να έχει απλωθεί στον τοίχο, στα κάγκελα.
Τα μάτια της, ξυμένες μύτες μολυβιών. Τρύπησαν τη γλάστρα, την ξεκοίλιασαν. Γέμισε ο τόπος χώματα. Στα πλακάκια, στο σεντόνι, στα πόδια της. Διαβάστε περισσότερα

Gottfried Benn, Ποιήματα | μτφρ. Νίκος Βουτυρόπουλος

vout

(Από τα Στατικά Ποιήματα)

Στ’ όνομα ‘κείνου που τις ώρες προσφέρει,
στο πεπρωμένο της γενιάς σου,
τη νηφάλια έστρεψες ματιά σου
στη ώρα αυτή που το βλέμμα τσακίζει,
τα πράγματα εισδύουν στην ιστορία ψυχρά
και παρασέρνουν κάθε παλιό δεσμό,
μόνο στο ποίημα απομένει το σμίξιμο αυτό:
ο λόγος ξορκίζει τα πάντα μυστικά.

Στη σάρα του μεγάλου της γης ερειπιώνα,
στο Όρος των Ελαιών όπου υπέφερε η ταπεινότερη ψυχή,
απ’ το Ποσίλιπο των Ανζού περνώντας
κι απ’ των Στάουφερ το αίμα και της εκδίκησης το βήμα,
ένας νέος σταυρός, ένα κακουργοδικείο ακόμα,
όμως μια πολιτεία δίχως αγχόνη και αίμα
κρίνει με ποιήματα, ορκίζεται σε στίχους,
τ’ αδράχτια γυρνάνε σιωπηλά: η Μοίρα τραγουδά.

Στ’ όνομα ‘κείνου που τις ώρες προσφέρει,
τον προαισθάνεσαι μόνο όταν αποτραβιέται
σε μια σκιά που ολοκληρώνει τη χρονιά,
όμως το τραγούδι των ωρών ανερμήνευτο μένει –
μια χρονιά στη σάρα της παγκόσμιας ιστορίας,
στη σάρα του ουρανού, σάρα της εξουσίας,
και στο ποίημα η δικιά σου η ώρα:
μονόλογος της θλίψης και της νύχτας τώρα.

[εικόνα: Herbert Behrens-Hangeler, Untitled | Collage on paper, 1950]

Ινστιτούτο Αδυνατίσματος | Χλόη Κουτσουμπέλη

kout

Το σώμα του πένθους είναι αρχικά καλλίγραμμο.
Αν και μία δίαιτα με καφέ και κονιάκ
τρεις φορές την μέρα
σίγουρα ενδείκνυται.
Πάντοτε φυσικά με μέτρο.
Δεν θέλουμε μεθυσμένους στην γιορτή.
Για την κυτταρίτιδα τα νέα είναι άσχημα.
Σε κόμπους κόμπους εξαπλώνεται και κυλάει στο αίμα.
Το σώμα του πένθους έχει αρχικά σωστές αναλογίες.
Στην πορεία όμως αρχίζει
να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει ανεξέλεγκτα
να χοντραίνει την μέρα, ν΄ αδυνατίζει μες την νύχτα.
Αυξάνει η περίμετρος του στήθους,
Τεράστια ορθώνεται η κοιλιά,
τα μπράτσα μετατρέπονται ζυμάρι.
Κανένα ινστιτούτο
δεν αφαιρεί το Ξίφος από τον βράχο.
Το Κύπελλο έχει σκουριάσει ανεπανόρθωτα.
Το μαχαίρι έχει σφηνώσει τελεσίδικα στην πλάτη.
Τα νύχια κομμένα σύριζα.
Τυφλά τα κεφάλια των δαχτύλων δείχνουν
το κομμένο πτώμα.
Το σώμα του πένθους είναι ακέφαλο.
Κυκλοφορεί σαν κότα δεξιά και αριστερά αδέσποτο.
Αναβλύζει πίδακας.
Το σώμα του πένθους το φοράς εφαρμοστά
πάνω από το κορμί που είχες πριν.
Όταν το απεκδύεσαι, καλό είναι να το κρεμάς
σε κρεμαστάρι στην ντουλάπα.
Έτσι κι αλλιώς ο σκώρος επωάζεται
από την γέννησή μας.

[εικόνα: Heinz Hajek-Halke, Der Gong, 1960]

640 Τάγμα πεζικού | Αντώνης Αντωνάκος

ant

Μνήμη Σπύρου Ρωμιόπουλου

Παραδομένος στην αϋπνία, εξανεμισμένος. Φυλακή, δυο ώρες σκοπιάς. Γερμανικό νούμερο. Πάντα οι Γερμανοί ψυχοπιάνονταν απ’ τον άυλο και ρευστό κύκλο της νύχτας για να μπουκάρουν στην ιστορία.

Ισχνό κίτρινο φως θολό και παρήγορο. Με τις σκνίπες γύρω και τα κουνούπια στον κακό αέρα. Φυλάω την ελληνική αεροκρέμαστη φυλή. Τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Φυλάω τα μουνιά των κοριτσιών της επαρχίας Σουφλίου. Φυλάω τον Ευριπίδη και το Σοφοκλή. Την Τζένη Βάνου και την τράπεζα της Ελλάδος.

Ο γεμιστήρας που χαϊδεύω είναι εκπνευματωμένος και η διανόηση δεν μπορεί να μου προσφέρει καμιά ορθή ερμηνεία για την άθρησκη ψυχούλα μου, για την αζυγόθρησκη θλίψη μου. Διαβάστε περισσότερα

4ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

1990 (2)

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Η βιολογική ανάγκη του γαμησιού περπάτησε την Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, μεθυσμένη στο κριθάρι του ζύθου και στη χωνευτική ιδιότητα της ρωσικής βότκας. Βαστούσε δανεικά, ευρώ διακόσια, κι ενώ τα χρέη έρρεαν -φουντώνοντας την αγανάκτηση- ισορρόπησε στη βασταρκά την κατεβασιά στο υπόγειο καμπαρέ των πληρωμένων ηδονών. Ο Σωκράτης τού πάσαρε, μάλλον, μία εγχειρισμένη. Ήταν κι αυτή μία πανσιόν για το χρόνο που εμπειρικά ανακάλυπτε την Καζαμπλάνκα. Πλησίαζαν Χριστούγεννα κι ήταν καιρός για ψώνια. Η σκατοπρώκτισσα πολίχνη, μια άνομη κοπή του πλιάτσικου, να αφοδεύει το οπλισμένο σκυρόδεμα στις τρύπες π’ άνοιξαν αναθέσεις και αναβολές. Ατζαμήδες χωριάτες τρόχιζαν την μπασταρδεμένη προδοσία τού επικατάρατου σπασίματος της αρτιμελούς τρανεμένης Λευτεριάς. Μία μπιστική μπούλμπερη φυλαγότανε την υγρασία της εμπλοκής καθώς ευχότανε καλή ανάφλεξη. Άρρωστες γυναίκες κομμάτιαζαν άρρωστους άντρες, και τ’ αντίστροφα ανάποδο. Τα παιδιά ροκάνιζαν την ψυχιατρική εμβολή της διατρανωμένα διατρυπημένης ευφορίας. Δεν θα είναι αργά για να φορέσουμε την αλήθεια. Τα εγκλωβισμένα πρωινά σταματούσαν το κύμα στους οφθαλμούς καθώς σαρκώνονταν τη στηθάγχη μιας οργιάς οροσειράς ανάμεσα σ’ οικοδομήματα τεκτονικά διαμετρημένα. Χρόνια παρέβαινε τους στίχους τού ποιήματος του Αλεξανδρινού, «Όσο μπορείς»: Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,/τούτο προσπάθησε τουλάχιστον/όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις/μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,/μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,/γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την/στων σχέσεων και των συναναστροφών/την καθημερινήν ανοησία,/ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική. Δε δίσταζε και λόγου δε φειδόταν, μόνο που ξαφνικά ακινητούσε στο βωβό, στο άλαλο και στο κωφό μουγκό. Πέτρωνε το κορμί του, κι εκεί που οι κινήσεις του έβαιναν κεραυνοί έβλεπε -μέσα στην ελλειμματική έως αυτιστική έπαρση του κόσμου- τη λάμψη του θανάτου νύχτας υγρής και αποκαμωμένης το ξημέρωμα της αιώνιας επιστροφής στα ίδια. Ήταν κι η τεχνική που ’χε αναπτύξει θητεύοντας στο έρεβος της μοναξιάς. Μια αμετάδοτη και γνώση απαράμιλλη των χτύπων της καρδιάς, όταν μες στη βοή αντάριαζε σύσσωμη στις φλέβες η ψυχή του. Των καπηλειών τρόμαζε τις μπαταριές, ενδεδυμένος του Χάροντα το πρόσωπο το πάλλευκο. Μες στα σοκάκια της πόλεως ιταλικής, αρχιτεκτονημάτων του Μεσαίωνα, την αναγέννηση της πρόθεσης ασφάλιζε και προχωρούσε στηριγμένος στο ασημένιο του μπαστούνι. Βράχος ακρωτηριακός η αρτηρία των αξόνων της ψυχής. Σαν ραγίσει το ποτήρι δεν τ’ αγγίζεις άλλο πια, βάζεις μόνο ένα λουλούδι και στολίζεις μια γωνιά. Τσιφλικάδες μπέηδες και γρανίτες οι κολίγοι, αρματωμένοι τη σφαγή των πρώτων μέσα στην αυταπάρνηση της βιασμένης προσμονής. Το πλάσμα δεν το παιδεύεις μηδέ το τρυπανίζεις. Αστροπελέκι ο ποιητής, κι από καμπάνα εκκλησιάς στην εμπατή μπρούντζο το ξίφος και το θώρακα με σφύρα σ’ άκμονα χαλυβουργούσε. Κόμπος ή κόμβος, η κούρβα της ανάστροφης. Θωρεί ορόματα μες στ’ όνειρο. Η σκέψη του/νεκρόδειπνος της σκοτεινής Ελλάδας. Απαρηγόρητος κι αγκιστρωμένος, ο άπαρτος, τον πόλεμο που του χρωστούσε ένα σκεπάρνι γύφτικο.


Λεζάντα φωτογραφίας

Ο ποιητής, το 1990, πίσω από το άγαλμα της πάνοπλης θεάς Αθηνάς στη Βιέννη (Αυστρία).