valt

Το μάτι μου από ψηλά έπεσε στις κάλτσες. «Δεν είχε πολλά καλλυντικά η μητέρα», σκέφτηκα. Ήταν μια δύσκολη ώρα και ένιωθα συγκίνηση και σύγχυση παράλληλα. Μια κρέμα tokalon κι ένα κόκκινο, στο χρώμα των χειλιών, κραγιόν, θυμάμαι. Τα ρούχα της απλά, καθημερινά, κι ένα ταγιέρ για τις επίσημες μέρες. Μεγάλη αγάπη όμως είχε στις κάλτσες. Ίσως γιατί ως παιδί μεγαλωμένο μέσα στον πόλεμο τις στερήθηκε. Αγόραζε τις νάιλον, μπεζ ή μαύρες, που τέλειωναν πάνω από το γόνατο, και τις στερέωνε με καλτσοδέτα. Πρέπει να ήταν και ακριβές τα χρόνια εκείνα, γιατί τις μάνταρε σ’ ένα κατάστημα, όταν έφευγε πόντος. Και πάντα έφευγε πόντος τις ώρες που δεν θα έπρεπε, όταν δηλαδή ήταν να πάμε κάπου, επίσκεψη, στην εκκλησία ή να προφτάσουμε το λεωφορείο για το χωριό. Η μάνα τρελαμένη να σβήσει το φαγητό, να ντύσει εμάς και να ετοιμαστεί κι εκείνη, έβαζε βιαστικά κι αδέξια τις κάλτσες. Τότε ακουγόταν μια θρηνητική κι απελπισμένη κραυγή. Ένα «α» παρατεταμένο που ξέραμε καλά τι σήμαινε. Την κρίσιμη εκείνη στιγμή δεν υπήρχαν περιθώρια αδράνειας. Τη λύση έδινε η όζα, δηλαδή το βερνίκι νυχιών, που κολλούσε τον πόντο και δεν τον άφηνε να επεκταθεί.

– Είναι όλα; Ρώτησα τον υπεύθυνο της ανακομιδής.
– Ναι, στις κάλτσες βρίσκονται τα οστά των ποδιών, έκανε και μου έδειξε μια μπεζ νάιλον σύνθεση που παρέμενε μετά από τόσα χρόνια ταφής άφθαρτη.

Σε μια πλαστική λεκάνη χώρεσαν. Σαν αυτές όπου έπλενε λίγα ρούχα άμα δεν ήθελε να βάλει κανονική πλύση στη σκάφη.

Όταν έφευγε, την αποχαιρετίσαμε με τη φράση «Καλό ταξίδι».

Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τι να πω. Καθώς κοίταζα τις μπεζ κάλτσες της, ψιθύρισα: «Έφτασες μητέρα;»

[εικόνα: Gilbert Garcin]

Advertisements

3 thoughts on “Οι κάλτσες | Αλέξανδρος Βαναργιώτης

  1. Ο κύριος Βαναργιώτης ένας Άνθρωπος… απ’ τους παλαιούς αυτού του βάρβαρα βιασμένου τόπου. Ο κύριος Βαναργιώτης ένας Άνθρωπος… απ’ τη στόφα εκείνη που μας κρατάει ζωντανούς, είτε ζούμε στην ενδοχώρα είτε σε κάποιο νησί της Μεσογείου. Ο κύριος Βαναργιώτης ένας Άνθρωπος… απ’ τους ελάχιστους ουσιαστικούς διηγηματογράφους της, αλίμονο, κατατμημένης ελληνικής λογοτεχνίας όπου οι νέοι εισέρχονται για να εντυπωσιάσουν και μόνο τους φίλους τους, τη γκόμενα, τον γκόμενο ή τον καθηγητή της δημιουργικής γραφής που του τα σκάσανε χοντρά μπας και ξεστραβωθούν και γράψουν κανένα γράμμα της προκοπής.
    Είμαι ευτυχής που σας γνώρισα κύριε Βαναργιώτη και συνομιλήσαμε πριν 2 σχεδόν δεκαετίες… εκεί στην Ασκληπιού στην Αθήνα. Τότε στο μεταίχμιο της αδυσώπητης κατρακύλας που ερχότανε κι οι πάντες κωφεύανε.
    Μπράβο σας, το χειροτέχνημά σας ευφραίνει την ψυχή. Σας ευχαριστώ.

    Μου αρέσει!

    1. Εγώ σας ευχαριστώ, κύριε Ρεούση. Όταν σας γνώρισα στην Ασκληπιού, πριν δύο δεκαετίες, εσείς, αν και μικρότερός μου ήσασταν ήδη ποιητής… Μου κομίσατε υλικό ποίησης δικής σας και άλλων σπουδαίων ποιητών που για μένα αποτέλεσαν τροφή πνευματική. Σας οφείλω λοιπόν ένα μεγάλο ευχαριστώ και οφείλω να πω ότι είμαι ευγνώμων που στο δρόμο μου συνάντησα έναν άνθρωπο σαν κι εσάς.

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s