1995

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Αλκοολικές νυχτιές κι εωθινές πικρίες. Ένα σάβανο πάλλευκο οιακιζότανε τον ουρανό, πλαταγίζοντας το ροίζημα. Σ’ εκείνον τον καθρέφτη, που η Καρίνα αντικατοπτριζότανε κι αγκάλιαζε τον ποιητή, σκοτώθηκε o πουαντιγισμός του υδραργύρου. Τα άνθια ήτανε καλά, καλά και αγιασμένα, κι ο ξυλογλύπτης μοναχός ή σούφι, ένας περιστρεφόμενος δερβίσης ξεπεσμένος. Σκούριαζε το χαμόγελο στην επαναληπτική καταγραφή έργων και ημερών άπληστων διακανονιστών, ενώ η μνήμη άγγιζε το ελεήμον μένος του τσακισμένου αναχωρητή. Καταιγισμός τρεμάμενων εικόνων απαθανατισμένων από μάτι κακό κι ανυποχώρητο στης βλοσυρότητας τον τοκογλυφικό ρυθμό. Έσυρε τη γλάστρα την κεραμική να σπάσει το γυαλί της πόρτας του εφιάλτη, και τα πουλιά τρομάξανε στην όψη της μαγκωμένης έγερσης ακροδαχτύλων που στροβιλίζονταν αρειμανίως στο πάθος με καπνό τσιγάρου άφιλτρου. Ο φίλος από τον τάφο εντός τού ’χε προσφέρει εσπεριδοειδή, με τη βοήθειά τους ν’ αγωνίζεται τον κάματο της μέρας και να εισέρχεται στη νύχτα όξινος κι ηδύς συνάμα. Διόπτρες δυο και τα αγώγια μίας αποστολής βιβλίων στοιχήσανε μια καρυδιά με λειασμένο μάρμαρο απ’ την πλατεία Αβησσυνίας. Κι ό,τι από τον Εύδηλο της Ικαριάς λατρέψανε -φτερά αγγέλου στο χρώμα πράσινο της θάλασσας απ’ την αυλή της Ηλιούπολης στον τοίχο της Κατσώνη- χαρίστηκε στο καφενείο του Πασχάλη, κοσμώντας το ντουβάρι που χάιδευε ο κατακόρυφος του λαμπερού και η ανατολή του φέγγαρου. Σκόρπιζε εύμορφα, διαμελιζότανε, να τον θυμούνται οι άνθρωποι την εποχή που θα ’χει επιστρέψει. Σάββατο απόγευμα έγειρε να ξεκουράσει το μάχιμο και λαβωμένο σώμα του, κι ανάκατα τα πλάσματα τον επισκέφτηκαν μέσα στο μούχρωμα π’ απέτρεψε την όψη του το τράβηγμα της κουρτίνας. Γυναίκες, και μία άξαφνα ερμαφρόδιτη μιγάδας οπτασία -που έβλεπε να της κεντάει ηδονιστικά με την ελληνική τη γλώσσα του το στήθος- τον οδηγούσαν σ’ οργασμό. Υγρασία κορμιού και τρυφερές κινήσεις δέρματος, ανάσκελα να εφορμούν στα βρόμικα ψυχρά πλακάκια. Παντού θήλεα και θύελλα ομιλιών, ύστερα πόρτες που έντρομες αποτραβιόντουσαν από τους μεντεσέδες κι ένα κορίτσι αθυρόστομο π’ απρόσκλητο σεργιάνιζε στο διαμέρισμά του. Βάλθηκε τις θύρες να καρφώνει, τη βάρβαρη εισβολή εξοβελίζοντας από την ορκισμένη επικράτεια του ορισμού. Τη στόλισε, κλωτσώντας την έξω απ’ το κονάκι ή το τσαρδί, μ’ εκείνο το πιστό υβρεολόγιο που έρρεε απ’ τα χείλη -ως Αχελώος, Αλιάκμονας Βοϊδομάτης κι Αλφειός ή Ερασίνος, με Κηφισό, Ηριδανό και Ιλισό αντάμα- την ώρα π’ αλαργεύοντας ο αμφιβληστροειδής μεσουρανούσε η έλευση τ’ απόρθητου φονικού. Η συντριβή του έρωτα απ’ τις ανάπηρες μες στην ψυχή εταίρες· δεν άγγιξαν, δεν άκουσαν, δε γεύτηκαν, δεν είδανε, δε μυριστήκανε ποτέ τη μάνα τους να τις μ’ αγάπη καρικώνει. Οι τρόπιδες στ’ αυτιά του Κάφκα, τ’ αμπέχονο κουμπωμένο ως το λαιμό, το κασκόλ ν’ ανεμοδέρνεται την πορεία προς νότο και η προσγείωση στο νησί της Σωφρονιστικής Αποικίας να λειτουργεί την ατέρμονη αμάχη της επώδυνης δερματοστιξίας του Ελικώνος όρκου.


Λεζάντα φωτογραφίας

Ο ποιητής (δεξιά) με τον αδελφικό & καρδιακό του φίλο, Απόλλωνα, στην αυλή του σπιτιού της οδού Θεσσαλίας 13β, στους πρόποδες του Υμηττού, στην Άνω Ηλιούπολη πάνω από την πλατεία Αϊνστάιν, συνοικία Πανοράματος, νομός Αττικής, Ελλάς, στις 30 Απριλίου του 1995.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s