stga

«…Αγαπητοί τηλεθεατές διακόπτουμε το πρόγραμμα μας για να σας ανακοινώσουμε ένα σπάνιο φυσικό φαινόμενο. Βροχή από βατράχια παρουσιάστηκε σε ένα γραφικό ψαροχώρι στην Εύβοια, οι επιστήμονες λένε πως μια φορά στα εκατό χρόνια παρουσιάζεται…»

Συμβαίνει μερικές φορές κάποιο γεγονός, να επισφραγίζει μια μνήμη — αυτά τα μισοσβησμένα πατήματα του χρόνου και με ένα τυχαίο ερέθισμα να ξεπηδάνε απ’ του νου το σεντούκι, στιγμές παλιές και ξεχασμένες. Μια από αυτές είναι και η παρακάτω…

Τις νύχτες βγαίναμε με τον πατέρα για περπάτημα αδειάζοντας το χρόνο που μας είχε δοθεί σε παραλίες. Ο ασημένιος καπνός από το τσιγάρο του χανότανε στο μαΐστρο. Τα σύννεφα ξεφτισμένα, αφήνανε τα τελευταία αποψυχίδια τους στον ουρανό∙ ζωής ρινίσματα. Κοιτώντας τα άστρα μου είπε: «Αστέρια, κομμάτια ενός πάζλ που όταν θα γίνουν μια εικόνα θα γενούμε κι εμείς, ο κόσμος όλος, καθ’ ομοίωση» «Πατέρα, τί είναι ο κόσμος;» «Ο κόσμος;» «Ναι ο κόσμος, είπες πριν αυτή τη λέξη» «Λοιπόν, ο κόσμος είναι ένα σταμνί πήλινο με νερό που έσπασε» «Σαν αυτά που είδαμε το Πάσχα στην Κέρκυρα να ρίχνουν από τα μπαλκόνια μπαμπά;» Τα μάτια του δυο γυάλινες μπάλες που σπάσανε και χύθηκαν δάκρυα μυρωμένα. Με αγκάλιασε σφιχτά και περήφανος μου είπε: «Ναι ακριβώς σαν κι αυτά. Μα να θυμάσαι γιέ μου τα όνειρά σου να είναι πάνω από τον πηλό». Αυτά ήταν τα λόγια που άλλαξαν για πάντα την ζωή μου…

Ξάφνου ένας δυνατός ανεμοστρόβιλος άρχισε να κατευθύνεται προς το μέρος μας και να εκσφενδονίζει βατράχια — αυτές τις αμφίβιες μοίρες, γύρω μας. Ο πατέρας μου άνοιξε με δυσκολία την ομπρέλα και φώναξε βάζοντας με από κάτω, «Τρέχα». Τρέχαμε κι οι δυο κυνηγημένοι από το ασυνήθιστο τερτίπι της φύσης. Θα μου μείνει αξέχαστη εκείνη η βραδιά.

Από τους γονείς μου δεν κράτησα πολλά. Του πατέρα την μαύρη ομπρέλα που μ’ έσωσε εκείνη τη βραδιά και, της ματιάς του αυτές τις γαλάζιες βραχονησίδες που με μαζεύανε πάντα από της ζωής μου τα ναυάγια. Από τη μάννα μου, αυτή τη γαιώδη σφεντόνα που μου χάρισε την πρώτη ανάσα μια Τετάρτη — μέρα βροχερή — κράτησα την αλμυρή γέψη της ζήσης που μου έδωσε μ’ ένα λευκό κρασί γενέθλιο να πιω, βγάζοντας με απ’ το υγρό μου λίκνο.

Σηκώθηκα από του καναπέ τη θαλπωρή, τίναξα το κεφάλι μου διώχνοντας το όνειρο — αυτόν το ληστή εμπειριών, έκλεισα την τηλεόραση, έτσι κι αλλιώς είχε αλλάξει θέμα και βγήκα στο μπαλκόνι. Τα πούσι στολισμένο με λεμονιών αρώματα όλη την πόλη γύρναγε σφυρίζοντας σε κάθε καλντερίμι, τη θύμηση ζητώντας. Τι δε θα έδινα για ένα αντάμωμα με τούτες τις στιγμές…

Advertisements

One thought on “Βροχή από βατράχια | Σταμάτης Γκαβέτας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s