sopast

#041 ΤΑΛΕΝΤΟ ή ΠΤΥΧΙΟ;

Στις καθημερινές μας σχεδόν συνομιλίες κάποια χρόνια παλιά, με τον Σωτήρη Δημητρίου η κουβέντα αφού περιστρεφόταν γύρω από διάφορα θέματα, κατέληγε πάντα στο ερώτημα που έκαιγε τον φίλο μου: «να το πάρω τελικά το πτυχίο;». Είχε παρατήσει τις σπουδές του στο «Πάντειο» και το είχε καημό που δεν μπορούσε να καυχηθεί στην γενέτειρα του. Η Ελληνική κοινωνία κι όχι μόνον η τοπική της Ηγουμενίτσας και των Φιλιατρών, δίνει μέγιστη σημασία στους «τίτλους» παρά στην αξία. Ο καθηγητής, ο γιατρός, ο δικηγόρος κλπ χαίρουν εκτίμησης για τον τίτλο τους και μόνο, ανεξαρτήτως αν είναι καλοί καθηγητές, κομπογιαννίτες γιατροί και εξειδικευμένοι σε πλαστές διαθήκες και τίτλους ιδιοκτησίας δικηγόροι.

«Να μην σώσεις και το πάρεις» ήταν η μόνιμη αποστροφή μου στον φίλο Σωτήρη. «Εσύ έχεις το ταλέντο της γραφής, τί να το κάνεις το πτυχίο;» Ήμασταν ήδη από τότε, τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, μάρτυρες μιας επικρατούσης ανόδου συγγραφέων που υποτίθεται ανέβαιναν με σπουδή τα σκαλοπάτια της καταξίωσης καθαρά με εξωλογοτεχνικά κριτήρια: όχι επειδή ήταν καλοί συγγραφείς αλλά επειδή είχαν πτυχία, θέσεις και κοινωνικό εκτόπισμα. Η Λογοτεχνία, με το λάμδα κεφαλαίο, φυσικά τους έριξε στον καιάδα και οι τίτλοι τους χάρισαν μια όλο και συρρικνωμένη σύνταξη.

Με τον Σωτήρη χαθήκαμε τα τελευταία χρόνια. Εξάλλου στην Ελλάδα αλλά και σε όλο τον κόσμο, η γραφή πέρασε αποκλειστικά στα χέρια των πτυχιούχων: έγινε ερασιτεχνική απασχόληση καθηγητών πανεπιστημίων, μεγαλογιατρών και μικροδικηγόρων οι οποίοι αισθάνονται την ανάγκη να βάλλουν και μια παύλα με τη λέξη – συγγραφέας στις επαγγελματικές καρτ-βιζίτ.

Για ταλέντο φυσικά ούτε λέξη. Ποιος νοιάζεται για ένα είδος εν αχρηστία;

***

#042  Η ΜΥΓΑ ΚΙ Η ΓΡΑΦΗ

Αρχίζοντας σήμερα για δεύτερη χρονιά τα μαθήματα βιωματικής γραφής στον «Χορίαμβο», σκέφτομαι τον Γιώργο Σεφέρη που γράφει στις δοκιμές του πως έσκισε ένα ποίημα επειδή μιλούσε άσχημα για ένα πλάσμα του θεού. Ο σοφός ποιητής επισημαίνει πως δεν μπορεί να υπάρξει υψηλή τέχνη από τη στιγμή που κάποιος χρησιμοποιεί το εργαλείο προς έκφραση που κατέχει για να ταπεινώνει και να εξευτελίζει πρόσωπα, ζώα, ψάρια, πουλιά και φυτά. Απ’ την άκρατη ευγένεια ξεκινάει ο ποιητής γιατί ο σκοπός του είναι να σώσει όσα περισσότερα πλάσματα μπορεί μέσα από τους στίχους του ακόμη κι αν πρόκειται για μια μύγα.

Σε ένα ποίημα του ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, όταν έχει ασπασθεί ήδη το Βουδιστικό δόγμα, καταφέρεται ενάντια σε μια μύγα που τον αποσπά από την αυτοσυγκέντρωση της μελέτης και την κατάσταση διαλογισμού στην οποία προσπαθούσε να περιέλθει… Χάνει την υπομονή του, και κατ’ αρχάς σκέφτεται να την συνθλίψει ανάμεσα στις σελίδες του βαρύτιμου τόμου που κρατούσε στα χέρια του: μετά όμως, από μια ανεπιτυχή προσπάθεια, η μύγα πέταξε θριαμβευτικά προς το φαλακρό κεφάλι του ποιητή, κι εκείνος αποφάσισε να την αφήσει να ζήσει, υποκύπτοντας στο μεγαλείο της δημιουργίας.

Η γραφή λοιπόν, είναι αυτή η μύγα: ενοχλητική όσο θέλετε, πανέξυπνη ωστόσο, έτοιμη να σας χλευάσει, που αποφεύγει θριαμβευτικά τα λυσσασμένα σας κτυπήματα κι επιζητάει πάντα την έξοδο από ένα ανοικτό παράθυρο κι αν δεν το επιτυγχάνει κάποιες φορές, μας αφήνει με ένα αίσθημα γενναιότητας ακόμα κι όταν σκοτώνεται.

***

#043 ΕΙΜΑΙ Ο ΡΕΜΠΩ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΜΟΥ

Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα μαύρο μπλουζάκι με την επιγραφή «είμαι κι εγώ ο Ρεμπώ της γενιάς μου», κι έγινε αμέσως ανάρπαστο από τους τυχοδιώκτες της λογοτεχνίας. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα ο αείμνηστος Γιάννης Βαρβέρης είχε διαγνώσει πρώτος το «σύνδρομο Ρεμπώ-Νταλάρα» που διακατείχε τους νέους λογοτέχνες: να γράφουν σαν τον Αρθούρο, αλλά σε αντίθεση με αυτόν να έχουν την εμπορική επιτυχία του Γιώργου. Ο Βαρβέρης είχε επίσης στιγματίσει νεαρό διάττοντα της εποχής με την αποστροφή «ο ποιητής με το ένα βιβλίο και τις είκοσι πέντε συνεντεύξεις».

Στις μέρες μας το γεγονός δεν αποτελεί μια μεμονωμένη περίπτωση, αλλά μαζικό φαινόμενο: παρακολουθώ τους λογοτέχνες να στήνουν σελίδες για το πρώτο τους βιβλίο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να το παρουσιάζουν ξανά-μανά εις πόλεις και χωρία ώστε δικαίως να αποκτούν τον τίτλο του «συγγραφέα του ενός βιβλίου με τις είκοσι πέντε παρουσιάσεις». Αν διατυπώσω την άποψη πως ο νέος ποιητής κατέγραψε στο πρώτο του βιβλίο μετά βίας χίλιες λέξεις και σε κάθε παρουσίασή του ξοδεύει δέκα χιλιάδες να μας το εξηγήσει, να είστε σίγουροι πως παρά πάνω από εκατό τον αριθμό θα νομίσουν πως τους έχω βάλει στο στόχαστρό μου, και ασχολούμαι ξεχωριστά με την θλιβερή τους ύπαρξη που αυθυποβάλλεται στο μεγαλομανιακό της παραλήρημα.

«Μεθύσατε» λοιπόν, «από δόξα που μόνοι σας χαρίσατε στους εαυτούς σας» τους λέω, αλλά κανένας από όλους αυτούς δεν ξέρει πως το είχε πει, πριν από μένα, ο Μάνος Χατζιδάκις.

***

#044 Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΤΟΥ ΦΟΣΚΟΛΟ

Ποιος ήταν ο γραμματέας του Ούγκο Φόσκολο; Ο γραμματέας του Τζέιμς Τζόις; Κι ο γραμματέας του Αλμπέρτο Μοράβια; Η μαθητεία στην Τέχνη είναι απαραίτητη προϋπόθεση για παραγωγή προσωπικού έργου. Φυσικά, πριν τη λειτουργία σχολών Δημιουργικής γραφής, αιώνες πριν, οι φιλόδοξοι γραφιάδες θήτευαν δίπλα σε κάποιον δάσκαλο. Θεωρώ μεγάλη μου τιμή πως στην αρχή της «καριέρας» μου είχα φωτεινούς δασκάλους: τον Φίλιππο Βλάχο και τον Άλκη Αγγέλου (που τους συνάντησα θρασύς εικοσάχρονος τον πρώτο στην έδρα του, στο τυπογραφείο «Κείμενα» στην οδό Μαυρομιχάλη, και τον δεύτερο στο έξοχο ρετιρέ του στο Κολωνάκι, πάνω από το Νοσοκομείο του Πολεμικού Ναυτικού, όπου η γυναίκα του με φίλεψε με πλούσιο αθηναϊκό πρωινό).

Θεωρώ, επίσης, πως στάθηκα ιδιαίτερα τυχερός που λίγο αργότερα, λοχίας-Ιατρός σε τάγμα ανεπιθυμήτων στην Κομοτηνή, στο 513, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος καθόταν και με απαντούσε διορθώνοντας τα πρωτόλεια ποιήματα που του έστελνα. Τον θεωρώ μέγα μου δάσκαλο και οι παρατηρήσεις του και οι συμβουλές του με ακολουθούν σε ολόκληρη τη ζωή και το έργο μου. Γι αυτό δεν διστάζω να δηλώσω πως είμαι ένας ποιητής της «Σχολής» Θεσσαλονίκης.

Η μαθητεία λοιπόν, στην Τέχνη είναι ψυχωφέλιμη. Όποιος την αγνοεί ή είναι ανιστόρητος ή παριστάνει τον χαζό. Οι ενστάσεις απευθύνονται στους «δασκάλους», αλλά ποιόν δάσκαλο διαλέγουμε είναι προσωπική μας ευθύνη. Σας το εγγυούνται ο μέγιστος Έλληνας ποιητής Ανδρέας Κάλβος (γραμματέας του Ούγκο  Φόσκολο), ο Σάμιουελ Μπέκετ (γραμματέας του Τζέιμς Τζόις) κι ο Πιερ Πάολο Παζολίνι (γραμματέας του Αλμπέρτο Μοράβια).

***

#045 ΤΥΦΛΟΣΟΥΡΤΗΣ ΓΙΑ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

«Σαφώς πιο έντεχνα νοηματισμένη και κατασταλαγμένη, φιλοσοφημένη και αναστοχαστική η πρόσφατη συλλογή του Τηλέμαχου Τζιριτζάντζουλα, που τιτλοφορείται με συμβολική πολυσημία «συππάρθενος» και σε αρμονική αντίστιξη αλληγορικών μεταβολισμών με το περιεχόμενο των ποιημάτων της. Σ’ αυτό το σκηνογραφικό βάθος, εντούτοις, της νέας ποιητικής του προοπτικής – ουδόλως φαίνεται να φθίνουν οι οπώρες της ώριμης συγκομιδής του. Απεναντίας, δρέπονται εύχυμες και ηδύγευστες σε μικρότερα ή μεγαλύτερα κάνιστρα ευκαρπίας, ήτοι σε ολιγόστιχα ως επί το πλείστον ή και μακρότερα εύληπτα ποιήματα πολυθεματικής βιοποικιλότητας, αφήνοντας, ωστόσο, μιαν αίσθηση μνησιπήμονος πόνου και την αναπόληση ήρεμων αναμνησιακών αποδράσεων. Εικόνες και σχήματα χρωμάτων και αποχρώσεων, λυρικοί συνειρμοί και αποκαλυπτικά συμφραζόμενα, έμψυχες παρουσίες υπαρκτών και μυθικών πλασμάτων ή ζωντανές απουσίες προσφιλών μορφών είναι που ανακαλούν την Παρθενία στην ανακύκληση των εποχών ή επικαλούνται μετωνυμικά το ηλικιακό μεταίχμιο της μετάβασης του ποιητή από την άνοιξη και το καλοκαίρι της νεότητας στον χειμώνα όχι, ασφαλώς, του γήρατος, αλλά της ανανεωμένης «αθωότητάς» του: «κι όμως / επιμένω να παραμένω παρθένος / κι εξακολουθώ να λέω / τα σύκα σύκα / και τη σκάφη σκάφη», όπως συμπερασματικά τονίζει στους ακροτελεύτιους στίχους του ταυτώνυμου ποιήματός του».

Αντιγράψτε το παραπάνω κείμενο και αλλάξτε απλώς το όνομα του συγγραφέα και τον τίτλο του βιβλίου. Αν πρόκειται για συλλογή πεζών όπου υπάρχει η λέξη «ποίημα» βάλτε διήγημα ή μυθιστόρημα. Όπου «Τηλέμαχος Τριριτζάντζουλας» να αντικατασταθεί με το όνομα του συγγραφέα που έτυχε της προσοχής σας. Μπορείτε να το αναπαράγετε επ’ αόριστον, αντικαθιστώντας κάθε φορά απλώς τα ονόματα για να αποκτήσετε φήμη κριτικού λογοτεχνίας σε μια εποχή που έχουμε ανάγκη τον κριτικό λόγο περισσότερο από τα ποιήματα και τα πεζά.

***

#046 ΜΟΛΙΣ ΤΟ  ΞΕΦΟΥΡΝΙΣΑ

Αγαπητός κατά τα άλλα φίλος, ανεβάζει στο φέισμπουκ το ποιηματάκι που μόλις έγραψε, αναγγέλλοντας θριαμβευτικά πως «μόλις το ξεφούρνισε». Ίσως, να είχε στο μυαλό του αυτό που έλεγαν παλιά οι ενταγμένοι ποιητές πως «η τέχνη πρέπει να είναι σαν το ζεστό ψωμί: ένα καρβέλι που θα χορτάσει το λαό». Ίσως πάλι, να παρασύρθηκε από τον σεφ της τηλεοπτικής εκπομπής, καθώς έγραφε έχοντας ανοιχτή την τηλεόραση. Αυτό που ξέρουμε στα σίγουρα, είναι πως αφού το δηλώνει ο ίδιος πως μας παραδίδει κάτι μόλις το ξεφούρνισε, δεν είναι καλός μάστορας.

Η ποίηση, το κείμενο δεν τρώγονται ζεστά. Σε αντίθεση με την μαγειρική τέχνη, η λογοτεχνία κερδίζει από την παραμονή της στο «φανάρι»: τα υλικά της, οι λέξεις δηλαδή, κατακάθονται και υπόκεινται σε μια διαδικασία ζύμωσης: για να δέσουν μεταξύ τους οι λέξεις και να αποδώσουν τη μέγιστη δυνατή γεύση στον ουρανίσκο μας. Να αλληλεπιδράσουν μεταξύ τους ώστε να μας δώσουν ένα καινούργιο νόημα, μια γεύση που είχαμε ξεχάσει ή μια πρωτοφανέρωτη γευστική απόλαυση.

Ο τεχνίτης κρίνεται από το λιμάρισμα των κειμένων του. Από τα σβησίματα επιθέτων και την αντικατάσταση των λέξεων, τον ακαριαίο πλούτο ενός και μόνου συνωνύμου από τα πολλά, την επιλογή με ακρίβεια νευροχειρουργού του ουσιαστικού και των κυρίων ονομάτων. Γράφω σημαίνει πως γνωρίζω να σβήνω και να μην λυπάμαι να πετάξω τα περισσότερα από τα γραπτά μου στον κάλαθο των αχρήστων. Το άμεσο ξεφούρνισμα δεν θα μας χορτάσει, αντιθέτως θα μας βαρυστομαχιάσει.

***

#047 Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

«Προσπαθώ να καταλάβω τι σημαίνει αληθινή ποίηση… Από τι ακριβώς προσδιορίζεται και πώς καθορίζεται; Από τι άραγε εξαρτάται και ποια είναι τα κριτήριά της; Από την ένταση του βιώματος, την ειλικρίνεια του γράφοντος και την έκφρασή του; Από την καλλιέργεια και την ευαισθησία του αναγνώστη της; Από το είδος, τη μορφή, το ύφος, το ήθος της γραφόμενης ποίησης; Ποια είναι λοιπόν η αληθινή και, σε αντιδιαστολή, ποια η ψεύτικη ποίηση;», αναρωτιέται φίλος ποιητής κλείνοντάς μου το μάτι. Τα ερωτήματα απευθύνθηκαν σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης και δεν ξεσήκωσαν τα πλήθη, όπως ίσως περίμενε ο ερωτών.

Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε λοιπόν, από το τελευταίο ερώτημα: ψεύτικη ποίηση είναι η ποίηση που ποιητικίζει. Αυτή που πιθηκίζει την πεπατημένη της παραδομένης ποίησης. Αυτή που γράφεται εντός του ορίζοντα αναμονής ενός επαρκούς αναγνώστη ποίησης της σήμερον. Αυτή που βροντοφωνάζει πως είναι ποίηση. Αυτή που το έχει γραμμένο στο κούτελο «εδώ πωλούνται καλά αισθήματα, υψηλές ιδέες και φιλανθρωπία». Αυτή που κάνει ευτελή συναισθηματισμό κι ανέξοδες επιθέσεις ενάντια στο καλό γούστο.

Αληθινή ποίηση είναι αυτή που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται για ποίηση. Το είχε πει ο Ταρκόφσκι: Τέχνη είναι αυτό που δεν πλασάρεται ως Τέχνη. Η αληθινή ποίηση δεν βιάζεται, περιμένει. Δεν αναγνωρίζεται στον καιρό της, αλλά σηματοδοτεί τον επόμενο αιώνα. Η αληθινή ποίηση είναι δημιουργός μεταφορών: φέρνει κοντά ετερόκλητα πράγματα και δημιουργεί νέες συγγένειες. Η αληθινή ποίηση κάνει τη θάλασσα άλλοτε να γίνεται κρασί (από το αίμα) κι άλλοτε να γεμίζει προβατάκια (απ’ το λευκό μαλλί των αφρισμένων κυμάτων της).

Η ψεύτικη ποίηση είναι χαρτονόμισμα πληρωτέο (με βραβεία, διακρίσεις), επί τη εμφανίσει. Η αληθινή ποίηση είναι επένδυση υψηλού ρίσκου στην τράπεζα του μέλλοντος.

***

#048 ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ: ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

«Συγγραφέας είναι ο εργάτης των λέξεων», ξεφύλλιζα στην τύχη το αντιλεξικό του Βοσταντζόγλου όταν έπεσα πάνω σ’ αυτόν τον ορισμό. Ο συγγραφέας είναι ένας εργάτης όπως οι οικοδόμοι, οι ελαιοχρωματιστές κι οι σοβατζήδες, οι ηλεκτρολόγοι και οι υδραυλικοί. Δουλειά του είναι να βάζει τις λέξεις τη μία μετά την άλλη με τρόπο ώστε να παράγει λόγο. Ο λόγος μας χρειάζεται να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας στους άλλους, να πενθήσουμε, να εκδηλώσουμε την αγάπη μας σε κάποιον, να ζητήσουμε καλύτερες συνθήκες εργασίας από το αφεντικό μας, να χαράξουμε πολιτική γραμμή για τον τόπο μας, να διαμαρτυρηθούμε, να συνεννοηθούμε μεταξύ μας και να αποφασίσουμε το μέλλον μας.

Ο εργάτης-συγγραφέας λοιπόν, οφείλει να μας παραδώσει ένα τελειωμένο προϊόν όπου θα έχει κρύψει καλά τα υλικά που χρησιμοποίησε. Σε πάρα πολλά έργα που μας παραδίδονται σήμερα (ημιτελή στην πλειοψηφία τους), διακρίνουμε πάραυτα τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν. Βλέπουμε τα σίδερα να προεξέχουν από τις κολώνες, τις σκαλωσιές να τυλίγουν το οικοδόμημα, τους τοίχους ξεκοιλιασμένους από καλώδια και σωλήνες. Οι σύγχρονοι συγγραφείς θέλουν σώνει και καλά να μας δείξουν τα ποιοτικά υλικά που χρησιμοποίησαν κι όχι να μας παραδώσουν ένα λειτουργικό σπίτι όπως θα έπρεπε να είναι ένα ποίημα ή ένα κείμενο.

Το έργο τέχνης πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε από τι υλικά είναι φτιαγμένο. Αυτό όμως το καταφέρνουν μόνον όσοι από τους εργάτες καταφέρουν να γίνουν τεχνίτες. Η μόνη φιλοδοξία που επιτρέπεται σε έναν εργάτη του λόγου  είναι να αποκτήσει κάποια μέρα τον τίτλο του «μάστορα».

***

#049 ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣTO ΡΩ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΜΔΑ

«Το ρω και το λάμδα/ξεχωρίζουν τους κόρακες απ’ τους κόλακες./Ένας βωμολόχος κόρακας/είναι ένα και το αυτό/μ’ έναν κόλακα./Γι αυτό καλέ μου να φυλάγεσαι απ’ αυτό το ζώο,/γιατί οι κόλακες, να ξέρεις,/είναι κόρακες που τρων τους ζωντανούς». (Παλλαδάς: ΧΙ. 323). Ξανάπιασα την Παλατινή Ανθολογία: 17 αιώνες αρχαίας Ελληνικής ποίησης (από τον 7ο π.Χ. αιώνα έως το 950 μ.Χ.), 15 βιβλία, 3.700 ποιήματα, 23.000 στίχοι, στην αξεπέραστη μετάφραση του Ανδρέα Λεντάκη, εκδόσεις Δωρικός, 1993 (α’ έκδοση 1972), μετά από μια κουβέντα γύρω από την έξαρση του «άσεμνου» και του «πρόστυχου», που επικρατεί χάριν εντυπωσιασμού ανάμεσα στους νέους λογοτέχνες.

Από την αντιπαραβολή λοιπόν, των κειμένων διαπιστώνει κανείς πως ενώ τους δικούς μας «στίχους» τους σκεπάζει η παρήγορη λήθη πολύ γρήγορα ευτυχώς, όπως εξάλλου τους αξίζει, οι Στίχοι της Παλατινής μας περιμένουν πάντα σαν το νεόκοπο χιόνι: φρέσκοι, δροσεροί και απάτητοι. Σεξ, φαΐ, πιοτί, πολιτική και θάνατος είναι τα αγαπημένα τους θέματα. Τα θέματα παραμένουν τα ίδια, ακόμα και σήμερα: καμία έξαρση δεν παρατηρείται, καμία νέα ηθική. Η λογοτεχνία δεν είναι επομένως αναζήτηση θέματος, αλλά αυτός ο χορός των γραμμάτων: το αέρινο στριφογύρισμα του ρω με το λάμδα, του φι μαζί με το λάμδα και το δέλτα (φίλοι-φίδια). Ένας χορός που γίνεται λόγος.

Χρόνια σας Πολλά γράμματα, και πλήκτρα του υπολογιστή μου, ένα προς ένα ξεχωριστά.

***

#050 ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΠΤΩΧΟΙ ΤΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

Είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν πως η ποίηση βρίσκεται παντού και την αναζητάω παντού. Σε έναν ασθενή μας που θέλουμε να αποκτήσει βάρος δεν θα τον συνιστούσαμε να τρώει μόνο λίπος, δηλαδή όποιος θέλει να γράφει καλά ποιήματα δεν θα έπρεπε να διαβάζει μόνο ποίηση. Οφείλει να διαβάζει μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, θεατρικά έργα και ιδίως μονόλογους, ιστορικές μαρτυρίες και βιβλία με ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Να αναζητήσει τη ξεχασμένη τέχνη της αλληλογραφίας στα γράμματα του Κάφκα προς τη Μιλένα, τις πορνογραφικές επιστολές του Τζόις στη σύζυγό του Νόρα.

Όποιος θέλει να γράψει καλή πεζογραφία επίσης πρέπει να διαβάζει ποίηση (από την αρχαία μέχρι τη σύγχρονη), όχι μόνο στη γλώσσα του αλλά και σε μετάφραση, για να εξοικειωθεί με την οικονομία του λόγου και να αντλήσει έμπνευση για το δικό του έργο: να προσδώσει ψυχολογική εμβάθυνση στους χαρακτήρες και τους ήρωές του. Ο πεζογράφος όπως και ο ποιητής πρέπει να διαβάζουν και δοκίμια, να παρακολουθούν την πορεία της τέχνης τους όπως αυτή διαμορφώνεται από τις σύγχρονες απόψεις και θεωρίες, αλλά και καθαρά φιλοσοφικά δοκίμια όπως του Μονταίνιου (Μισέλ ντε Μονταίν) και του Σοπενχάουερ. Να διαβάζει όλα αυτά με την προϋπόθεση  πως θα τα ξεχάσει όταν καθίσει να γράψει: τα μεγάλα έργα γράφονται μόνο από όσους είναι πτωχοί τω πνεύματι.

Ο συγγραφέας, λοιπόν, αποτελεί μία και μοναδική κατηγορία ανεξάρτητα από ποιο είδος λόγου εξυπηρετεί (ποίηση, πεζογραφία κλπ). Με άλλα λόγια, αν κάποιος σας ρωτήσει «με τι ασχολείσθε ακριβώς αν επιτρέπεται», θα του απαντήσετε όπως ο φίλος μου ο Αλέξανδρος Αραμπατζής: «η αλήθεια είναι πως έχω πάρα πολλές ασχολίες με τις οποίες ποτέ δεν ασχολούμαι».

[εικόνα]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s