potam2

Μεσημεράκι καλοκαιριού με καύσωνα στο χωριό. Κάτι τέτοιες ώρες γουστάρω με μπυρόνια, χάπια, τα αφιλτράκια μου και κλιματιστικό στο φουλ. Είπα να γράψω για τον Δημήτρη Ποταμίτη και δη τον δοκιμιακό. Θα μου πείτε, τί ωφελεί μετά από τόσα χρόνια; Δεν ξέρω, θα σας γελάσω…

Στην μεσημεριανή, καθημερινή μου, εισβολή ή γλίστρημα στο πλησιέστερο περίπτερο της γειτονιάς για προμήθειες μπύρες και τσιγάρα, είχα την κακοτυχία να πέσω στο «φυτό» της τάξης. Τώρα πια δικηγορίνα. Με σνόμπαρε αρκετά από τότε και εγώ την μισούσα. Σήμερα είπε ένα ξερό γεια. Αγαπημένο παιδί της επίσης μισητής φιλολόγου. Μας δίδασκε τα ελληνικά νόμπελ. Εγώ τροτσκιστής από τα γεννοφάσκια μου. Έλεγε Ελύτης, έλεγα Τσέλαν, έλεγε για τα ιστορικά του Καβάφη της έλεγα για τα ερωτικά του, Καββαδίας αντί Σεφέρης. Έλεγα αυτό που νιώθεις αυτό γράφεις. Έλεγαν ότι θα καταλήξω στην φυλακή. Κατέληξα στο ψυχιατρείο. Από τις ζωές των άλλων ανάφερε μόνο τους κοινωνικά αποδεχτούς. Από την αριστερά την γνωστή αβάν γκαρντ. Γλυνός, Θεοδωράκης, τους έλεγα για τον Στίνα, τον Ταμπτάκο (ζούσε τότε). Ψήγματα λόγου, αυτά που τώρα έχω ξεκαθαρίσει. Το λέω ευθέως: γιατί στα σχολεία να διδάσκονται αυτά που διδάσκονται; Πιστεύω ότι μεγαλύτερη αξία για τις ψυχές των νέων είναι να εντρυφήσουν στην ζωή του Ταχτσή παρά στου Ελύτη. Ο Ταχτσής (που το Τρίτο Στεφάνι, τότε παιζόταν σήριαλ, το πρότεινε η κάθε καθηγητριούλα). Για τον συγγραφέα, λέξη. Για το πως αντιμετώπισε την ομοφυλοφιλία, τις συντεχνίες, τους ομότεχνους, τους τρανς, την ζωή την ίδια.

Στην ίδια κατηγορία Αγνοημένων Ελλήνων και ο Δημήτρης Ποταμίτης. Στο εξωτερικό χρίστηκε από περιοδικό ως άνθρωπος της χρονιάς – στην «πατρίδα» άγνωστος. Άνθρωπος πολυπράγμων. Ηθοποιός, ποιητής, σκηνοθέτης, δοκιμιογράφος… Έρωτας της εφηβείας, όπως τόσοι και τόσοι, πάντα με το φωτοστέφανο λαϊκών αγίων -τότε πίστευα περιθωριακών- αλλά αυτός ο τίτλος χάθηκε,  κόντρα σε μαλακοκάβληδες οπαδούς ομάδων, μάγκες που τώρα μια χαρά έχουν χωρέσει στα κιλοτάκια των γυναικών τους, βιβλιόφιλες μανταμίτσες με σινιέ ταγεράκια-τακουνάκια. Και σ’ αυτή εδώ την προσπάθεια, γράφω μόνο για έρωτες νεανικούς. Τότε που άρχισα να μυρίζω ζωή, με φουλ ντεσιμπέλ, όλος μια αγκαλιά. Γιατί τώρα κοντά στα 40, έχω χάσει το προνόμιο της ολότητας. Είτε σε φυσικά πρόσωπα, είτε σε δημιουργήματα. Μόνο πτυχές πια μπορώ να ερωτευτώ. Πτυχές από πρόσωπα, προσωπεία, χαρακτήρες, γραφές, θρύλους. Και αυτό για να αποχαιρετήσω παλιούς έρωτες και να αποκτήσω καινούριους.

Από μικρό παιδί, για να μιλήσω στη γλώσσα μου, είχα πάρει πρέφα, ότι δεν είναι ανάγκη να τα πεις υπέροχα. Το αντίθετο μάλιστα, επιβάλετε να μην ζήσεις υπέροχα. Πρεζόνια, γκέι, εϊτζόνια, φυλακόβιοι μας γοήτευαν. Εμένα και όχι μόνο εμένα. Ως έφηβος σύχναζα σε παρωχημένα μπαρ. Έτσι σε ένα μπαρ του χωριού εν έτη 1996, αργά, λιώμα στο μεθύσι, ακούγοντας κλαρίνα –μουσική έπαιζε ο φίλος Μάνος- μπαίνει ο Δημήτρης Ποταμίτης μαζί με τον φίλο του, Τάκη. Παραγγέλνουν ποτό. Τον κοιτάζω επίμονα. Έρχεται και μου μιλάει. Του λέω «Κύριε Ποταμίτη, εσείς ένας λόγιος, τί δουλεία έχετε εδώ; εδώ είναι στοιβαγμένα πέντε κωλόμπαρα μαζί, η μουσική και ο κόσμος κάτωθεν της λαχαναγοράς, εσείς…» και προσφέρθηκα να κεράσω σφηνάκια. Κυκλοφορούσαν ευρέως τότε. Ξεπέρασε το σοκ ότι τον ήξερα και δέχτηκε το κέρασμα. «Κάτι ελαφρύ γιατί δεν πίνω, ούτε καπνίζω», είπε. Με κάλεσε στην συντροφιά του. Η μουσική στο ίδιο μοτίβο, κάτωθεν της Χαράς Βέρρα και ξιδάτα καρότα αντί για φιστίκια. Έσπασε ο πάγος. Μου είπε ότι αγαπά την λαϊκή κουλτούρα. Την βρίσκει λιγότερο δήθεν. Του είπα ότι τον είδα στο Σέβεν Χ, χάρηκε. Με κάλεσε στο Θέατρο, πήγα. Στο ιστορικό Έρευνας λίγα χρόνια πριν το κλείσει.

potam1

Την άλλη μέρα αγόρασα τα βιβλία του. Μόνο ένα κυκλοφορούσε. Από τις εκδόσεις Δελφίνι. Ο «Εσωτερικός μετανάστης». Δοκίμια. Βιβλίο του 1995. Εσωτερικός μετανάστης και ο ίδιος, όπως δήλωνε. Από την Κύπρο στην Ελλάδα. Το βιβλίο χωρισμένο σε δύο μέρη. Στα Θεατρικά και στα μη θεατρικά. Το διάβασα με πάθος. Έπαθα σοκ από το ήθος του. Τόσο για το θέατρο όσο και έξω από αυτό. Για τον Ποταμίτη τέχνη και ζωή ήταν ένα και το αυτό. Προτιμούσε τον όρο Ιδεοποιός. Ασχολήθηκε και με το παιδικό θέατρο. Τώρα που το σκέφτομαι, λέω πώς είναι δυνατόν ένας άντρας να έσκυψε τόσο δημοκρατικά στην ψυχή των παιδιών, έτσι χωρίς παράπονο, καθώς όλα δείχνανε ότι τον όρο στοργή τον είχε δεχτεί στο πετσί του εντελώς ελλειπτικά. Όσο για την ποίησή του, τώρα πια κυκλοφορεί σε τόμο από τον Καστανιώτη. Στην πρώτη του συλλογή που κυκλοφόρησε το ‘65 θεωρήθηκε ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς ποιητές της γενιάς του ’70, μιας γενιά που κατά την ταπεινή μου γνώμη σε γενικές γραμμές υπερεκτιμήθηκε.

Τον θυμάμαι ως άνθρωπο που είχε ακόμα το σθένος να λαχταρά. Αν και αρκετά κουρασμένος από την ζωή, όπως η πλειοψηφία των ανθρώπων του δικού του μεγέθους. Βαθειά Έλλην. Με παιδεία. Πήγαινε κόντρα στην φωτιά της νεότητας. Οι επιλογή του ρεπερτορίου, πάντα του λεγόμενου βαρύ θεάτρου, σχεδόν πάντα μεταφρασμένο από τον ίδιο, και οι ρόλοι απόλυτα προσαρμοσμένοι στο σωματότυπό του. Μακιγιαριζόταν μόνος. Τα κείμενά του «Εσωτερικού μετανάστη» ήταν χωρίς μακιγιάζ. Η καρδιά του ξεγυμνωμένη. Κείμενα με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Με μοιραίο πάθος. Κείμενα όπου ο μοναχικός καλλιτέχνης διατύπωνε την αγωνία, την προσωπική και συλλογική των νεοελλήνων, όπως την διαμόρφωσαν τα λογής τεκταινόμενα και οι περιρρέουσες ατμόσφαιρες της Ελλάδας από τη δικτατορία και μετά. Κείμενα που πρωτοδημοσιεύθηκαν στα προγράμματα του Ερεύνας, σε εφημερίδες, περιοδικά και άλλα για πρώτη φορά στον τόμο αυτό. Ακόμη κάποια από αυτά τα κείμενα από την πρώτη ενότητα των θεατρικών, υπήρξαν ανακοινώσεις σε συμπόσια θεατρολογίας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s