3630-02-34-46-7860

Στο σχοινί για το άπλωμα

Η Μίλλυ ήταν στην πίσω αυλή απλώνοντας
τα ρούχα. Την παρακολουθούσα απ’ το παράθυρο
της κουζίνας. Γιατί αυτό να με ευχαριστεί τόσο πολύ;
Γιατί την αγαπώ με χίλιους τρόπους, και γιατί
αγαπάω την ιδέα της καθαρής μπουγάδας που την χτυπάει
ο άνεμος. Είναι διαχρονική, μια νέα αρχή, μια
υπόσχεση για το αύριο. Μανταλάκια! Θεέ μου, αγαπώ
τα μανταλάκια. Θα ’πρεπε να κρατάμε αποθέματα απ’ αυτά.
Κάποτε, μπορεί να σταματήσουν να τα φτιάχνουν, κι ύστερα τι;
Αν ήμουνα ζωγράφος, θα ζωγράφιζα τη Μίλλυ να απλώνει
την μπουγάδα. Αυτός θα ήταν ένας πίνακας να
σε γεμίζει μ’ ευτυχία, και να σου σπάει την καρδιά.
Ποτέ δεν ήξερες τι είχε στο μυαλό της, μεγάλες
σκέψεις, μικρές σκέψεις, καμία σκέψη. Έβλεπε
το γεράκι που έκανε κύκλους από πάνω της; Μισούσε
το ν’ απλώνει ρούχα; Σκόπευε να το σκάσει
με κανέναν ναύτη; Φούσκωναν τα σεντόνια σαν πανιά
επάνω σε αρχαίο σκάφος, οι κάλτσες ένευαν αντίο.
Μίλλυ, ω Μίλλυ, με θυμάσαι; Ο άντρας που ταξίδευε
με υφασμάτινες πετσέτες και σ’ αγαπούσε
μέσα στη μεγάλη καταιγίδα.

***

At the Clothesline

Millie was in the backyard hanging the
laundry. I was watching her from the kitchen
window. Why does this give me so much pleasure?
Because I love her in a million ways, and because
I love the idea of clean laundry flapping in
the wind. It’s timeless, a new beginning, a
promise of tomorrow. Clothespins! God, I love
clothespins. We should stock up on them. Some
day they may stop making them, and then what?
If I were a painter, I would paint Millie hanging
the laundry. That would be a painting that
would make you happy, and break your heart.
You would never know what was in her mind, big
thoughts, little thoughts, no thoughts. Did she
see the hawk circling overhead? Did she
hate hanging laundry? Was she going to run away
with a sailor? The sheets billowing like sails
on an ancient skiff, the socks waving goodbye.
Millie, O Millie, do you remember me? The man
who traveled with cloth napkins and loved you
in the great storm.

***

Η Αναζήτηση Χαμένων Ζωών

Κυνηγούσα εκείνη τη γαλάζια πεταλούδα κάτω
στο δρόμο όταν ένα αυτοκίνητο πέρασε και με χτύπησε.
Δεν ήταν κάτι σοβαρό, αλλά με θύμωσε και
πισωγύρισα και καταράστηκα τον οδηγό που ούτε
καν κατέβασε ταχύτητα να δει αν είχα πληγωθεί. Γύρισα
τότε πάλι προς την πεταλούδα που δεν φαινόταν
πουθενά. Ένα από τα κορίτσια των Ντάμπουλντέι
ανέβηκε τον δρόμο με το κανίς το παιχνιδάκι
της τρέχοντας προς τα μένα. Τη σταμάτησα και
ρώτησα, «Είδες καμιά γαλάζια πεταλούδα εδώ γύρω;»
“Είναι κάτω κοντά στο δέντρο της σημύδας, κοντά στου Παππού,» είπε.
«Ευχαριστώ», της είπα και πήγα βιαστικά
στο δέντρο. Πετάριζε από λουλούδι σε λουλούδι
μες στον τεράστιο κήπο του κυρίου Ντάμπουλντέι,
μια ουράνια γαλαζότητα που μαλακώνει την ταλαίπωρη καρδιά.
Δεν ήξερα τι γύρευα εκεί. Σίγουρα δεν θα ήθελα να τη γραπώσω.
Ήταν σαν κατιτί που γνώρισα σε μια άλλη μου ζωή,
ακόμη κι αν υπήρξε μόνο σ’ ένα όνειρο, ήθελα να το βεβαιώσω.
Ήμουν ένας τυφλός ζητιάνος στις γειτονιές της Κόρδοβας
όταν την πρωτοείδα, και τώρα, πάλι, αυτή ήταν εδώ.

***

The Search for Lost Lives

I was chasing this blue butterfly down
the road when a car came by and clipped me.
It was nothing serious, but it angered me and
I turned around and cursed the driver who didn’t
even slow down to see if I was hurt. Then I
returned my attention to the butterfly which
was nowhere to be seen. One of the Doubleday
girls came running up the street with her toy
poodle toward me. I stopped her and asked,
«Have you seen a blue butterfly around here?»
«It’s down near that birch tree near Grandpa’s,»
she said. «Thanks,» I said, and walked briskly
toward the tree. It was fluttering from flower
to flower in Mr. Doubleday’s extensive garden,
a celestial blueness to soothe the weary heart.
I didn’t know what I was doing there. I certain-
ly didn’t want to capture it. It was like
something I had known in another life, even if
it was only in a dream, I wanted to confirm it.
I was a blind beggar on the streets of Cordoba
when I first saw it, and now, again it was here.


James Tate: Αμερικανός ποιητής, γεννημένος στις 8 Δεκεμβρίου του 1943 στο Κάνσας Σίτυ του Μιζούρι. Ο πατέρας του ήταν πιλότος και είχε σκοτωθεί τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ο James ήταν μόλις πέντε μηνών. Διακρίθηκε ήδη από την έκδοση της πρωτόλειάς του ποιητικής συλλογής. Εξέδωσε πάνω από δώδεκα άλλες συλλογές, όπως και πεζογραφήματα. Διακρίθηκε και βραβεύθηκε παραπάνω από μία φορές. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης, στο Άμχερστ, μέχρι τον θάνατό του, στις 8 Ιουλίου του 2015.

Πηγές: https://silverbirchpress.wordpress.com/2014/03/28/at-the-clothesline-poem-by-james-tate/
https://www.poetryfoundation.org/poems-and-poets/poems/detail/52429
https://www.poets.org/poetsorg/poet/james-tate

Advertisements

2 thoughts on “James Tate, 2 ποιήματα | μτφρ. Σοφία Γιοβάνογλου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s