ps

Με την Ειρήνη Πέρεζ-Εγγονοπούλου γνωριστήκαμε όταν ήμασταν μικρά παιδιά ακόμα, εννιά ή δέκα ετών. Οι γονείς μου ήταν από παλιά στενοί φίλοι με την μητέρα της, την Δήμητρα Εγγονοπούλου και έτσι όταν εκείνη γύρισε απ’ τη Πόλη του Μεξικού, παντρεμένη με έναν ντόπιο, τον Αμαδέο Πέρεζ, ένα κοριτσάκι στο χέρι και ένα μωρό στην φουσκωτή κοιλιά της, το σοκ ήταν μεγάλο αλλά η χαρά που την ξανάβλεπαν μετά από τόσο καιρό μεγαλύτερη. Εγκαταστάθηκαν σε ένα μικρό και όπως κατάλαβα μεγαλώνοντας, ιδιαίτερα φτωχικό διαμέρισμα στην καρδιά της Αθήνας. Η Δήμητρα μια κλασσική Ελληνίδα μάνα στην εμφάνιση και στην συμπεριφορά, είχε πάει στις Η. Π. Α για διακοπές, ένα ταξίδι που ονειρευόταν για χρόνια, όταν σε μια περιπετειώδης εξόρμηση στο Μεξικό γνώρισε τον Αμαδέο, που δούλευε εκεί ως ταξιτζής, επάγγελμα που ακολούθησε και στην Αθηνά. Ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερος από κείνη, μελαμψός, όπως όλοι οι Μεξικανοί υποθέτω, κοντός αλλά γεροδεμένος, με ένα περιποιημένο μουστάκι που παρέπεμπε σε περασμένη δεκαετία και μακριά μαλλιά πιασμένα πάντα σε κότσο. Στην αρχή μίλαγε κάτι σπαστά και μπερδεμένα αγγλικά που δεν νομίζω να καταλάβαινε ούτε η γυναίκα του αλλά με τον καιρό άρχισε να μαθαίνει ελληνικά – τα πιάνε γρήγορα ο Μεξικανός, αυτό του το δίνω – και σύντομα μπορούσε να συνεννοηθεί άνετα με τον καθένα. Θυμάμαι πως όταν με ρώτησε το όνομα μου και του απάντησα “Σιλουανός” παραξενεύτηκε τόσο που νόμιζε ότι τον κορόιδευα. Έπειτα με κοίταξε καλά – καλά, γέλασε ολόκληρος και είπε κάποια, υποθέτω, μεξικάνικη βρισιά. Να πω και το εξής: για μένα ο Αμαδέο Πέρεζ θα ναι πάντα ο τύπος που ήταν μέλος κάποιου καρτέλ στην χωρά του και το σκάσε για την Ευρώπη ή εκείνος που ερωτεύτηκε και αποφάσισε να επιστρέψει στο ίσιο δρόμο ή κάτι τέτοιο παρόμοιο τέλος πάντων. Ναι, το ξέρω, το γαμημένο το Χόλυγουντ φταίει αλλά αυτή η σκέψη δεν μου βγαίνει ποτέ απ’ το μυαλό. Πάντως την προσφώνηση του, “αμίγκο”, κάθε φορά που μου απευθυνόταν την έβρισκα απολαυστική και συνήθιζα να παίρνω ύφος ζόρικο λες και ήμουν και ‘γώ μέλος κάποιας σκοτεινής συμμορίας.

Τα χρόνια εκείνα, που τριγύριζα σχεδόν κάθε βδομάδα στο σπίτι των Πέρεζ, όταν τα θυμάμαι τα βρίσκω ανέμελα, σίγουρα ανέμελα και χαρούμενα όπως είναι λογικό, αλλά τα βρίσκω και αλλόκοτα με έναν περίεργο τρόπο, σαν να καλύπτονται από ένα μωβ πέπλο, σαν κάτι να σήμαιναν ή κάτι να προετοίμαζαν, κάτι ανεξήγητο και τραγικό. Η Ειρήνη ως παιδί ήταν μάλλον αυτό που λέμε αγοροκόριτσο, δυναμική και ανεξάντλητη όπως ο πατέρας της. Γρήγορα έδειξε την κλίση της στον αθλητισμό, αρχικά παίζοντας για ώρες ποδόσφαιρο μαζί μου στον διάδρομο του σπιτιού, στην συνεχεία περνώντας από διάφορα ομαδικά αθλήματα όπως το βόλεϋ και το μπάσκετ και στο τέλος, καταλήγοντας να κάνει πρωταθλητισμό στον στίβο. Όταν ήμουν δεκαπέντε μετακόμισα με τους δικούς μου στην Θεσσαλονίκη. Ήταν μια κίνηση που μου άλλαξε την ζωή αν και δεν της έδωσα τη σημασία που έπρεπε όταν συνέβη. Το μέρος οπού ένας νέος θα περάσει την εφηβεία του, είναι αν μη τι άλλο μεγάλη υπόθεση. Το κάλο είναι ότι γρήγορα προσαρμόστηκα στα νέα δεδομένα, απέκτησα φιλίες που κρατάω ως σήμερα, γνώρισα όλες τις πτυχές της ζωής ενός ολοκληρωμένου άντρα ‘νταξει, ίσως να το παράκανα με την μαριχουάνα αλλά νομίζω πως πάντα είχα τον έλεγχο – και το κυριότερο ανακάλυψα την αγάπη μου για την λογοτεχνία και ειδικότερα για την ποίηση. Διάβαζα πολύ, έγραφα πολύ, έκανα παρέα με άλλους νέους ποιητές, η καθημερινότητα μου ήταν όσο μποέμ ήθελα να ναι και όλο αυτό το απολάμβανα αληθινά, απολάμβανα την ζωή μου αληθινά, ένιωθα να κρατώ τον ταύρο απ’ τα κέρατα, όχι πολύ σφιχτά βέβαια, ανά πάσα στιγμή ο ταύρος θα μπορούσε να ξεφύγει και να κάνει θρύψαλα τα πάντα, αλλά για την ώρα τον κράταγα και αυτό μετρούσε. Με την Ειρήνη μιλούσαμε απ’ το τηλέφωνο τουλάχιστον μια φορά την βδομάδα, συνήθως τα βραδιά. Μου διηγιόταν διάφορες ιστορίες απ’ το λύκειο, τις επιδόσεις της στο τρέξιμο, τις ερωτικές απογοητεύσεις και κυρίως επιτυχίες που είχε. Ήταν όμορφη κοπέλα η Ειρήνη. Μελαχρινή, με πράσινα ματιά, λεπτά χείλη και μια ίσια αρχαιοελληνική μύτη, συνδύαζε την αγριάδα και τα χρώματα του Μεξικού με την αρχοντική δροσιά της Μεσογείου. Εγώ πάντως, ποτέ δεν θα μπορούσα να την δω με άλλο μάτι, για μένα ήταν κάτι σαν αδερφή ή ξαδέρφη αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι ώρες – ώρες διέσχιζαν σαν διάβολοι το μυαλό μου διάφοροι πειρασμοί που όμως, εύκολα τους αντιμετώπιζα, λογικές καταστάσεις για έναν έφηβο που το αίμα του βράζει. Και έτσι περνούσε ο καιρός με μένα να διαβάζω Μποντλέρ και Νερούδα αντί για τα μαθήματα μου και με μένα να γράφω κάτι μακροσκελή ποιήματα που πλέον τα βρίσκω απαίσια. Στην αρχή τα διάβαζα στην Ειρήνη απ’ το τηλέφωνο αλλά αυτή πάντα παγερά αδιάφορη απέναντι στην λογοτεχνία, τα επιδοκίμαζε με κοινότυπες, βαριεστημένες εκφράσεις απλά επειδή δεν ήθελε να μου πει πόσο χέστηκε για τους στίχους μου. Έτσι και ‘γώ σταμάτησα να αναφέρω το οτιδήποτε για το συγγραφικό μου έργο και αν καμιά φορά τύχαινε να με ρωτήσει πως πάει, της απαντούσα καλά, μια χαρά και άλλαζα θέμα.

Όταν τελείωσα το σχολείο επέστρεψα στην Αθήνα για να σπουδάσω. Ήμουν δεκαεννιά χρονών. Είχα καταφέρει με τον ελάχιστο κόπο που κατέβαλα να περάσω στην σχολή των Ναυπηγών Μηχανικών του ΤΕΙ Αθήνας, ένα επάγγελμα που δεν ήξερα αν ήθελα να ακολουθήσω αλλά προς το παρών δεν είχα πρόβλημα να διδαχτώ. Ταυτόχρονα έπιασα δουλειά και σε ένα βιβλιοπωλείο των Εξαρχείων, οπού ο ιδιοκτήτης, ένας μισότυφλος γεράκος με ήθελε περισσότερο για συντροφιά παρά για ουσιαστική βοήθεια, γεγονός που καθόλου δεν με χάλασε αφού και λεφτά έβγαζα και οποίο βιβλίο ήθελα διάβαζα. Με την Ειρήνη πάλι, αρχίσαμε να κάνουμε παρέα όπως παλιά, σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα απ’ όταν έφυγα. Παρέμενε το ίδιο εντυπωσιακή, με την προσθήκη ότι το σώμα της, γυμνασμένο απ’ τα μετρά που καταβρόχθιζε καθημερινά, σου έκοβε την ανάσα. Οι φίλες τις, με τις οποίες γνωρίστηκα σχεδόν αμέσως ήταν και αυτές -αν και όχι όσο η Ειρήνη- όμορφες και θελκτικές και ιδιαίτερα κάποιες, δυναμίτης κανονικός. Μάλιστα με μια από αυτές, την Ελσίνα, πρωταθλήτρια στο ακόντιο, τραβιόμασταν συχνά – πυκνά στο κρεβάτι ενώ και με την Μελίνα, μια ξανθιά γυναικάρα, είχα μια βραχύχρονη σχέση. Στο σημείο αυτό και χωρίς να θέλω να προσβάλω κανέναν, πρέπει να πω ότι έβρισκα την συντροφιά αυτών των κοριτσιών αρκετά ρηχή. Το σημαντικότερο θέμα που θυμάμαι να έθιξαν ποτέ ήταν για το καινούριο αγόρι της τάδε ή για την συμπεριφορά μια άλλης σε κάποιο άθλιο πάρτι ενός φοιτητή. Δυστυχώς και η Ειρήνη δεν έδειχνε να διαφέρει απ’ τις υπόλοιπες κοπελίτσες, γεγονός που ορισμένες φόρες με έθλιβε αληθινά και άλλες απλά με έκανε να αναρωτηθώ, γιατί περίμενα κάτι διαφορετικό από κείνη.

Μέχρι που ένα βροχερό απόγευμα του Μαρτίου συνέβη το εξής. Ήμασταν στο υπνοδωμάτιο μου, ακούγαμε μουσική, Pink Floyd όπως θυμάμαι, εγώ ήμουν απορροφημένος σε κάτι γραπτά μου, κάπνιζα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και η Ειρήνη καθόταν στον υπολογιστή και χάζευε, ποιος ξέρει τι. Ξαφνικά ένιωσα την ματιά της να με γραπώνει, εκείνη την πράσινη, καθηλωτική ματιά μικρού κοριτσιού που είχε και κατάλαβα ότι κάτι σημαντικό ήθελε να μου πει. Σηκώθηκε χωρίς να μιλήσει, πάντα κοιτάζοντας με στα ματιά -στο κέντρο των ματιών μου ακριβώς- και ήρθε και ξάπλωσε στο κρεβάτι, δίπλα μου. Έγειρε το κεφάλι της στο στήθος μου και άρχισε να διαβάζει τα χαρτιά που κρατούσα. Απορημένος με την περίεργη συμπεριφορά της, την ρώτησα αν συμβαίνει κάτι αλλά εκείνη είπε όχι, σαν τι να συμβαίνει και συνέχισε να διαβάζει. Μετά από λίγο και ενώ δεν ένιωθα καλά με την όλη κατάσταση, που ακούστηκε η Ειρήνη να θέλει να διαβάσει αυτά που γράφω δηλαδή, έκανα να σηκωθώ. Τότε ένιωσα το ζεστό της χέρι, να μου χαϊδεύει το μάγουλο και γύρισα το κεφάλι μου, κοιτώντας την με απορία, ίσως και με κάποιο είδους τρόμο, μη ξέροντας πως να αντιδράσω. Δεν έχω ιδέα για πόση ώρα μείναμε έτσι, εγώ κοκαλωμένος και κείνη να με χαϊδεύει, ίσως για δέκα δευτερόλεπτα ή για δέκα λεπτά. Ευτυχώς η Ειρήνη ήταν αυτή που αποφάσισε να μας βγάλει από την αμηχανία, πλησιάζοντας το κεφάλι της στο δικό μου και τελικά δίνοντας μου ένα αρκετά γλυκό και παθιασμένο φιλί. Ένιωσα την γλώσσα της να τυλίγεται στην δική μου και μου ‘ρθε αναγούλα. Κινούμενος περισσότερο από ένστικτο, παρά από οποιαδήποτε συνειδητή σκέψη, την φίλησα και ‘γώ και ‘κείνη με αγκάλιασε, χαϊδεύοντας με στα μαλλιά. Πριν ενδώσω οριστικά και αμετάκλητα, σαν μια τελευταία λάμψη της λογικής ή της ηθικής μου υπόστασης που χανόταν για πάντα, την απώθησα απαλά και απομακρύνθηκα. Φαίνεται πως καταβάθως δεν αγνοούσα πως όλο αυτό ήταν ένα λάθος, μια μαλακία και μίση, που θα χαλούσε την πολύχρονη φιλιά μας. Η Ειρήνη είχε μείνει άναυδη, ανήμπορη να αντιδράσει, ανήμπορη να κατανοήσει. Προτού προλάβω να της εξηγήσω, το βάλε στα ποδιά, σαν βρεγμένη γάτα, ντροπιασμένη υποθέτω απ’ ότι είχε συμβεί. Ο γδούπος της πόρτας που έκλεισε με δύναμη, το σόλο της κιθάρας του Ντέιβιντ Γκίλμουρ απ’ το Comfortably Numb που έπαιζε αδιάκοπα στα ηχεία, η βροχή που χτύπαγε με μανία τα τζάμια, έκαναν την όλη σκηνή υπερβολικά κινηματογραφική, σε σημείο που με πιάσε νευρικό γέλιο. Ίσως βεβαία και να γέλασα γιατί δεν ήθελα να κλάψω.

Πέρασαν γύρω στις δεκαπέντε μέρες, μπορεί και παραπάνω. Η Ειρήνη είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης. Οποιαδήποτε προσπάθεια για επικοινωνία από πλευράς μου, έπεφτε στο κενό, άδοξη και ταπεινωμένη. Στο κινητό της δεν απάνταγε, στο σπίτι της δεν ήταν ποτέ κανείς, και οι φίλες της είχαν να την δουν από τότε που έγινε ό,τι έγινε. Παρόλα αυτά για κάποιο λόγο άγνωστο δεν ανησυχούσα, ίσως να ήξερα ότι η Ειρήνη θα επιστρέψει και ότι απλά ήθελε να μείνει μόνη για λίγο καιρό, να σκεφτεί δυο πραγματάκια, να μαζέψει μερικές δυνάμεις. Και έτσι ακριβώς έγινε όταν την πρώτη μέρα του Απριλίου, ένα ζεστό πρωινό που άνετα θα μπορούσε να ‘ταν του καλοκαιριού, μου χτύπησε την πόρτα και μου ‘πε πως όλα είναι καλά, πως δεν χρειαζόταν να ξανά αναφέρω το περιστατικό, πως με καταλάβαινε εκατό τοις εκατό στις κινήσεις μου και πως ο καιρός θα δείχνε τον σωστό δρόμο, γιατί ο καιρός πάντα αυτό κάνει. Η τελευταία της φράση με προβλημάτισε λίγο και έτσι δεν μπόρεσα να αντισταθώ στην ερώτηση -έπρεπε να μάθω- τι ήταν ακριβώς αυτό που χε καταλάβει. “Α είναι πολύ απλό” είπε, με το χαμόγελο του θριαμβευτή, φανερώνοντας τα κάτασπρα δόντια της. “Θεωρείς πως δεν είμαστε στο ίδιο πνευματικό επίπεδο και γι’ αυτό το λόγο με σνομπάρεις. Σε ‘χω δει πως με κοιτάς όταν μιλάς για κάποιο σοβαρότερο θέμα. Αλλά αυτό θα αλλάξει”. Έπειτα άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε έναν μικρό πάκο με χαρτιά Α4, με φίλησε στο μάγουλο και έφυγε πετώντας. Αν την άκουγα και να κελαηδάει καθώς διέσχιζε τον κήπο του σπιτιού, δεν θα μου έκανε καμιά εντύπωση. Το πρώτο συμπέρασμα που έβγαλα από αυτή την σύντομη συνάντηση μας, ήρθε αβίαστα και σίγουρα: η Ειρήνη ήταν πιο ηλίθια απ’ ο,τι πίστευα μέχρι τώρα. Το δεύτερο ήταν κάπως πιο συγκινητικό και αφορούσε εκείνη την λευκή στοίβα από χαρτιά που με περίμενε ακουμπισμένη στο τραπέζι. Προσπάθησα να την αγνοήσω, έφτιαξα καφέ και πέρασα την υπόλοιπη μου μέρα κάνοντας διαφόρων ειδών δουλειές, δουλειές που στην πραγματικότητα δεν είχα ποτέ μου σκοπό να κάνω, οτιδήποτε για να μην χρειαστεί να αντιμετωπίσω εκείνο το επίμονο και αναπάντεχο λευκό τέρας. Κατά το σούρουπο, σωριάστηκα στον καναπέ νικημένος.

Έστριψα ένα τσιγάρο, έβαλα και λίγο χόρτο μέσα γιατί δεν ήταν εύκολες καταστάσεις αυτές και άρχισα να διαβάζω. Όταν τελείωσα ένιωθα κατά κάποιο τρόπο ανακουφισμένος αν και η λέξη ανακούφιση ήταν μάλλον μακριά από αυτό που συνέβαινε. Η λέξη κενό μου φαίνεται σωστότερη. Οι σελίδες ήταν γραμμένες με ποιηματάκια, δυο ή τριών στίχων ενώ που και που εμφανίζονταν και άπλες προτάσεις, ξέμπαρκες. Ήταν ερωτικού περιεχομένου, γεμάτα επιτηδευμένες εκφράσεις και αμπελοφιλοσοφίες της κακιάς ώρας. Παρόλα αυτά πρέπει να πω, πως ήταν καλοφτιαγμένα, εννοώ ότι το λεξιλόγιο και το συντακτικό που χρησιμοποιούσε ήταν αξιοπρεπή και η μορφή τους σε έκανε να τα διαβάζεις πολύ άνετα. Το γεγονός ότι κάποια απ’ τα ποιήματα ή όλα τα ποιήματα της Ειρήνης, αναφέρονταν ή εμπνεύστηκαν από μένα, μου ‘φερε ορισμένες φόρες ανατριχίλα και άλλες στεναχώρια και απογοήτευση. “Άμα είναι στο κόσμο του, δεν είναι για τον δικό σου” δήλωνε με στόμφο ένα από αυτά, ενώ κάποιο άλλο, το ‘νιωσα σαν το κρύο της δάχτυλο να μου γαργαλάει το αυτί: “Ελαττωματική για ‘σένα, για κάποιους ιδιαίτερη”, έλεγε. Μετά από δυο μέρες, την πήρα τηλέφωνο. Είχα σκεφτεί πολλές ώρες για το ποια θα ‘πρεπε να ‘ναι η στάση που θα κρατήσω και κατέληξα να της πω ότι μου άρεσαν όσα είδα και πως έγραφε ωραία και ότι άμα κάτσει να το δουλέψει ακόμα περισσότερο θα βελτιωθεί. Ναι, της είπα ψέματα και δεν είχα καμιά τύψη γι’ αυτό, στην τελική ποιος είμαι εγώ για να κρίνω τον οποιοδήποτε, πόσο μάλλον ένα νέο κορίτσι που μόλις ξεκίνησε. Έπειτα, της εξήγησα ότι όλα αυτά είναι τελείως, μα τελείως, άσχετα με την σχέση που έχουμε μεταξύ μας και ότι εκείνη δεν θα άλλαζε ποτέ. Και τότε η απάντηση της με παραξένεψε και με πάγωσε και εν τέλει με ‘κανε να χαρώ. Μου είπε ότι με είχε ξεπεράσει (μέσα σε δυο μέρες;!) και ότι συμπεριφέρθηκε χαζά και ανάρμοστα, μου ζήτησε συγγνώμη και μου είπε επίσης, ότι οι φίλες της είχαν ξετρελαθεί με τα δημιουργήματα της και πως ετοίμαζε μια ιστοσελίδα για να τα μοιραστεί και με άλλο κόσμο. Εκείνο το βράδυ νιώθοντας ανάλαφρος και ξέγνοιαστος μετά από πολύ καιρό μάζεψα μερικούς φίλους στο σπίτι και ήπιαμε μέχρι λιποθυμίας. Λίγες αδυναμίες έχω αλλά το αλκοόλ είναι ο βασιλιάς τους.

Αυτό που ακολούθησε τους επόμενους μήνες μονάχα με μια λέξη μπορεί να περιγραφτεί: έκρηξη! Η ιστοσελίδα της Ειρήνης γνώρισε ανεπανάληπτη επιτυχία, γεγονός, που για να μην εθελοτυφλούμε βασίζεται στο ότι όσα έγραφε δεν ήταν αληθινή ποίηση, αλλά τα λογία που ήθελε να ακούσει κάθε ελαφρόμυαλη γυναίκα εκεί έξω. Ο κόσμος στις μέρες μας δεν διαβάζει ποίηση, αυτό είναι γνωστό στον καθέναν. Πόσο μάλλον το φανατικό κοινό της Ειρήνης, το οποίο αποτελούταν από ερωτοχτυπημένα κοριτσάκια της εφηβείας μέχρι χωρισμένες πενηντάρες με δύο παιδιά και μία γάτα. Το σίγουρο πάντως είναι πως δεν έμεινε απαρατήρητη απ’ τα αρπακτικά των εκδοτικών οίκων και τον Αύγουστο εκείνου του καλοκαιριού εξέδωσε και την πρώτη της ποιητική συλλογή με τον εμπνευσμένο τίτλο “Στο φως του σκοταδιού” κάνοντας θραύση. Η Ειρήνη Πέρεζ-Εγγονοπούλου, το παιδί θαύμα της Αθήνας, η νέα μεγάλη ποιήτρια, η ελληνομεξικανή πρωταθλήτρια στο στίβο που εντυπωσιάζει με την πνευματικότητα της, βρισκόταν πλέον παντού. Την είδα να δίνει συνεντεύξεις στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, σε κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας, την άκουσα να την ρωτάνε γιατί γράφει και να απαντάει από πηγαία ανάγκη και να την ρωτάνε ακόμα τι είναι η ποίηση για σένα και να απαντάει η ίδια μου ζωή. Μέχρι και τοίχο στον δρόμο είδα βαμμένο με τα στιχάκια της, σαν να πρόκειται για κάποιο πολιτικό σύνθημα ή για κάποιο σύνθημα οπαδών του ποδοσφαίρου∙ ένα μήνυμα ενός ζαλισμένου παιδιού σε ένα άλλο. Μπορεί κάποιος να πιστέψει ότι εγώ είχα πρόβλημα με όλο αυτό που συνέβαινε, πως ζήλευα την φίλη μου και πως ένιωθα άσχημα που εκείνη είχε τέτοια αναγνωρισιμότητα, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν με πείραζε καθόλου και πως αντιθέτως με ευχαριστούσε αληθινά να την βλέπω χαρούμενη. Ούτως ή άλλως εγώ δεν έγραφα για να γίνω γνωστός, για την ακρίβεια ούτε που με ενδιέφερε να δημοσιεύσω κάτι. Το παράδοξο με την Ειρήνη ήταν ότι στις προσωπικές μας συζητήσεις δεν είχε κανένα πρόβλημα να παραδεχτεί ότι ελάχιστα απ’ τα ποιήματα της τα ‘νιωθε πραγματικά και πως αυτό στο οποίο είχε αληθινό ταλέντο ήταν να αφουγκράζεται την διψά του κοινού και να την ξεδιψάει. “Είμαι μια αλχημίστρια των λέξεων”, μου χε πει περήφανα κάποτε και ‘γώ είχα συμφωνήσει, όμως θυμάμαι πως πριν κουνήσω το κεφάλι μου συγκαταβατικά, σκέφτηκα ότι η λέξη τσαρλατάνος θα της ταίριαζε καλύτερα και αν δεν το ‘πα ήταν γιατί δεν υπήρχε λόγος να χαλάσουμε τις καρδιές για κάτι τόσο ανούσιο, ιδιαίτερα απ’ τη στιγμή που και η ίδια αντιλαμβανόταν πλήρως την θέση της στον κόσμο της λογοτεχνίας.

Εκείνο το φθινόπωρο, ο πατέρας της Ειρήνης, ο υπέροχος Αμαδέο Πέρεζ, έπεσε νεκρός στο τραπέζι της κουζίνας την ώρα που έτρωγε το μεσημεριανό του γεύμα. Καρδιακή ανακοπή. Μπαμ και κάτω. Ήταν εξήντα τριών χρόνων και τουλάχιστον σε ‘μένα, έδειχνε υγιέστατος αλλά τι να πει κανείς, έτσι είναι η ζωή και βασικά έτσι είναι ο θάνατος. Στην κηδεία του μαζεύτηκε υπερβολικά πολύς κόσμος για έναν Μεξικανό που ήρθε ολομόναχος στην Ελλάδα, όμως ο Αμαδέο είχε γίνει αγαπητός από όσους είχε γνωρίσει, καθώς σε αντίθεση με το κάπως αγριευτικό παρουσιαστικό του, ήταν άνθρωπος έξω καρδιά. Της Ειρήνης της στοίχισε πολύ αυτή η απώλεια -είχε αδυναμία στον πάτερα της- και για κάποιο διάστημα παράτησε κάθε κοινωνική συναναστροφή και κλείστηκε στον εαυτό της. Δεν μίλαγε σε κανέναν, δεν έγραφε το παραμικρό και μετά βίας έτρωγε. Την επισκεπτόμουν σχεδόν καθημερινά, μέχρι που κατάλαβα ότι κάλο θα ‘ταν να την αφήσω να το ξεπεράσει μόνη της, όπως η ίδια ήθελε, έτσι και αλλιώς όλοι είχαν πέσει από πάνω της και αυτό μόνο χειρότερη έκανε την κατάσταση. Πράγματι έναν μηνά μετά εμφανίστηκε η Ειρήνη όπως την ήξερα, η ίδια ακριβώς Ειρήνη πριν μείνει ορφανή, σαν να μην είχε γίνει τίποτα, έτοιμη να πιάσει τη ζωή από κει που την άφησε. Είχε έναν πολύ περίεργο τρόπο να ξεπερνάει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, έναν τρόπο που σε άφηνε με το στόμα ανοικτό, σαν να γύρναγε απλά τον διακόπτη και να τα ξεχνούσε όλα, ένα δυνατό χαστούκι και λίγο παγωμένο νερό στα μούτρα και μετά χαρούμενη όπως πάντα, λοιπόν, που είχαμε μείνει;

Μαζί με τα πρώτα κρύα του χειμώνα ήρθε και η Τατιάνα, μια γοητευτική φοιτήτρια της Φιλοσοφικής Αθηνών. Είχε ένα υπερβολικά χλωμό πρόσωπο, γαλάζια μάτια και μαύρα μαλλιά σε καρέ κούρεμα. Με την Ειρήνη γνωρίστηκαν σε κάποια παρουσίαση ενός βιβλίου, απ’ τις πολλές στις οποίες πήγαινε εκείνη την εποχή. Η Τατιάνα της συστήθηκε ως φανατική θαυμάστρια του έργου της, αχόρταγη αναγνώστρια και επίδοξη ποιήτρια. Ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε, ο υπέρμετρος ενθουσιασμός και κυρίως η αισιοδοξία που απέπνεε αυτό το κορίτσι έκαναν την Ειρήνη να την συμπαθήσει αληθινά και μια νέα φιλιά γεννήθηκε. Εγώ την γνώρισα σε ένα μικρό πάρτι -στενού κύκλου- που διοργάνωσε η Ειρήνη για τα γενέθλια της τον Φεβρουάριο. Καθόταν ολομόναχη στην πίσω βεράντα κάπνιζε ένα τσιγάρο και έπινε κρασί κατευθείαν απ’ το μπουκάλι, τραγουδώντας και σφυρίζοντας μελαγχολικούς σκοπούς. Την πλησίασα και της είπα να πάρει με το μαλακό το αλκοόλ, έχουμε μπόλικο από δαύτο άλλωστε, δεν υπάρχει λόγος να βιάζεται∙ την ρώτησα αν είναι καλά. Εκείνη μισό-χαμογέλασε και μου απάντησε πως απλά νιώθει θλιμμένη, πως τα πάρτυ για κάποιον λόγο που δεν γνωρίζει αλλά είναι σίγουρη ότι έχει να κάνει με την παιδική της ηλικία, της προκαλούν θλίψη και ότι εν τέλει την λένε Τατιάνα και ότι εγώ πρέπει να ‘μαι ο Σιλουανός, ο φίλος της Πέρεζ με το παράξενο όνομα και τα ακόμα πιο παράξενα ποιήματα. Τα υπόλοιπα συνέβησαν πολύ γρήγορα, όπως συνήθως γίνονται σε τέτοιες περιπτώσεις: μια συζήτηση γεμάτη φλυαρίες στην αρχή, λίγο αλκοόλ ακόμα, ένας –ο Θεός να τον κάνει- χορός στο σαλόνι και ένα μεθυσμένο φιλί. Πριν τα ξημερώματα κάναμε ερωτά στο υπνοδωμάτιο μου και αφού ο ήλιος είχε βγει για τα καλά, αποκοιμηθήκαμε ευτυχισμένοι και γυμνοί. Τις επόμενες μέρες δεν ξεμυτίσαμε απ’ το σπίτι μου ούτε λεπτό, παρά μόνο εκείνη για να φέρει κάποια απαραίτητα πράγματα της και εγώ, για να πάω ως την πλατεία να αγοράσω μαριχουάνα και αλκοόλ. Περισσότερο απ’ το σεξ αυτό που λάτρευα κυριολεκτικά στην Τατιάνα ήταν οι κουβέντες που κάναμε για κάθε θέμα που μπορεί να φανταστεί κανείς, κουβέντες που μπορεί να ξεκινούσαν το απόγευμα και να τελείωναν με το πρώτο φως της νέα μέρας. Μιλούσαμε για τα πάντα, από εξωφρενικές θεωρίες συνωμοσίας που είχαμε ακούσει –η Τατιάνα ήξερε ή σκαρφιζόταν υπερβολικά πολλές- μέχρι τα όνειρα που κάνουμε για το μέλλον. Φυσικά μιλούσαμε πολύ και για λογοτεχνία. Διάβαζε ο, τι έπεφτε στα χεριά της, αν και το αγαπημένο της είδος ήταν τα αστυνομικά, αυτά με τα διεστραμμένα εγκλήματα και τις αμφίβολες λύσεις. Σε άκυρες στιγμές, της ερχόταν να γράψει και κλειδωνόταν στο μπάνιο, γιατί ήθελε λέει απομόνωση. Έπειτα έβγαινε από κει με το πιο περίεργο ύφος του κόσμου, σαν να άκουσε κάποιο νέο που να την τάραξε ή σαν μια μητέρα που μόλις γέννησε. Και ένα απόγευμα που στην Αθηνά έριχνε χιονόνερο και είχε παγωνιά, της ζήτησα να διαβάσω τα ποιήματα της και όταν το κάνα ήταν για μένα πραγματική αποκάλυψη. Έμοιαζαν με τα δικά μου, σε εικόνες και σε στυλ αλλά ήταν ένα και δυο επίπεδα πιο δυνατά, πιο ζωντανά. Της είπα ότι τα βρήκα εξαιρετικά, κάποιο μάλιστα το χαρακτήρισα και ως αριστούργημα, αλλά εκείνη δεν έδειξε να νοιάζεται για την άποψη μου και πολύ. Η μοναδική γνώμη που την ένοιαζε ήταν της Ειρήνης, την οποία θεωρούσε ήδη μια μεγάλη ποιήτρια, ένα λαμπρό παράδειγμα για κείνη, το πρότυπο της ποιήτριας όπως το χε στο μυαλό της, πράγμα που εγώ έβρισκα τουλάχιστον παράδοξο. “Απευθύνεται σε πιο ευαίσθητες ψυχές απτήν δική σου”, έλεγε καμιά φορά γελώντας για να με πειράξει και ‘γώ απλά παρανοούσα. Προσπάθησα να της εξηγήσω την δική μου οπτική πάνω στο θέμα, στο κάτω-κάτω την Ειρήνη την ξέρω και μια ολόκληρη ζωή, αλλά δεν καταλάβαινε το παραμικρό αν και το πιο πιθανό είναι πως δεν ήθελε να καταλάβει. Μετά από κάποιο διάστημα απλά υπέμενα τους διθυράμβους και δεν έφερνα καμιά αντίρρηση. Ποιος νοιάζεται έτσι και αλλιώς;

Την εποχή εκείνη, η Ειρήνη είχε αρχίσει να βγαίνει με έναν πολύ βαρετό τύπο στο χαρακτήρα και αρκετά θηλυπρεπή στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά, τον Θάνο. Ήταν φοιτητής οικονομικών, παντελώς άσχετος με την λογοτεχνία και τις τέχνες γενικότερα, ένας τύπος άδειος και ομοιόμορφος σαν λευκή κολλά χαρτί, ένας τύπος που υπό άλλες προϋποθέσεις δεν θα συναναστρεφόμουν ποτέ. Πάντως, κάμποσες φόρες βρισκόμασταν σαν ζευγάρια και η αλήθεια είναι πως περνάγαμε ανέλπιστα καλά. Κάναμε δείπνα ο ένας στο σπίτι του άλλου, διοργανώναμε βραδιές με μουσική και κοκτέιλ, ή απλά ξοδεύαμε ατελείωτες ώρες παίζοντας χαρτιά -τομέα στον οποίο, ο Θάνος διέπρεψε- και επιτραπέζια. Οι μέρες αυτές όμως δεν κράτησαν και πολύ. Μέτα από λίγες βδομάδες, η Ειρήνη μας ανακοίνωσε, σχεδόν ξεσπώντας σε γέλια, πως χώρισε γιατί δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν άντεχε έναν τόσο συνηθισμένο ερωτά, με έναν τόσο συνηθισμένο άνθρωπο. Ήταν πολύ απλό, πολύ κατανοητό. Η Τατιάνα συμφώνησε, εγώ είπα “δε γαμιέται” ή κάτι παρόμοιο και ο Θάνος αποτέλεσε γρήγορα μια ανάμνηση για τις ζωές μας.

Έπειτα συνέβη ένα περιστατικό, που αν και προς στιγμήν με ξάφνιασε, ίσως και να με τρόμαξε, μετά από σκέψη το βρήκα σχεδόν αναμενόμενο. Μια δροσερή νύχτα του Απριλίου, όταν η Ειρήνη, υπό την επήρεια της τεκίλας και του φεγγαριού, άρχισε να λέει πόσο ηλίθιοι είναι οι αναγνώστες της που δεν καταλάβαιναν τα ψέματά της και πόσο εύκολο είναι να εξαπατήσει κανείς τον οποιοδήποτε στην ποίηση, η Τατιάνα ξέσπασε. Δακρυσμένη απ’ τα νευρά και τον θύμο, της είπε πως είναι μια χυδαία μαλακισμένη, μια μεξικάνα πουτάνα που της άξιζε να πεθάνει. Έπειτα έφυγε, γιατί διαφορετικά όπως φώναξε, θα της έσπαγε τα δόντια. Εκείνη η βδομάδα υπήρξε εφιαλτική για μένα, και ούτε που θέλω να την θυμάμαι. Ήταν πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι πίστευα να συμφιλιώσω αυτές τις δυο και αν τελικά τα κατάφερα αυτό οφείλεται περισσότερο στην ιδιοσυγκρασία και στον χαρακτήρα των κοριτσιών παρά στις δίκες μου προσπάθειες. Όπως και να χει το σημαντικό είναι πως η Τατιάνα κατανόησε ή έτσι έδειξε τουλάχιστον, ότι υπάρχουν άνθρωποι που αντιλαμβάνονται την ποίηση τελείως διαφορετικά απ’ ό,τι εκείνη, πως ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο να εκφράζεται και πως στην τελική ακόμα και μέσα από λογία που γράφτηκαν με υστερόβουλους και σαθρούς σκοπούς, μπορούν να προκύψουν τρομερές αλήθειες. Ήταν για μένα μια τεράστια ανακούφιση όταν η τάξη αποκαταστάθηκε και αν στις πρώτες μέρες υπήρξε μια ελαφρά ψυχρότητα ανάμεσα τους, φρόντισα με περίτεχνους χειρισμούς να εξαφανιστεί τελείως. Πάντως παρατήρησα ότι και οι δυο κοπέλες, και κυρίως η Ειρήνη, απέφευγαν να μιλήσουν για λογοτεχνία από τότε και στο εξής, σαν να ντρεπόντουσαν για την στάση τους ή σαν να φοβόντουσαν την επανάληψη κάποιου παρόμοιου επεισοδίου. Υπάρχουν τόσα αλλά όμορφα θέματα για να συζητήσει κανείς άλλωστε. Έτσι, οι μέρες έφευγαν γρήγορα, οι νύχτες γρηγορότερα και τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε.

Αναπόφευκτα όμως, η αφήγηση φτάνει στα απίστευτα γεγονότα της 21ης Ιουνίου, της πιο μεγάλης μέρας του χρόνου και της πιο διαολεμένης που έζησα ποτέ, γεγονότα που όταν τα ανακαλώ τώρα εμφανίζονται διάφανα και κρυστάλλινα αλλά τότε δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα δραματικό αίνιγμα, μια θλιβερή σπαζοκεφαλιά άνευ προηγούμενου. Καθόμουν στον υπολογιστή μου και έγραφα ένα διήγημα, από αυτά που ευτυχώς δεν ολοκλήρωσα ποτέ. Πρέπει να χε μεσημεριάσει, αν και όντας άυπνος όλο το βράδυ -γενικά τα ωράρια του ύπνου μου ήταν πάντα κάπως διαταραγμένα- είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου, όταν χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Ήταν δύο αστυνομικοί, οι πρώτοι απ’ τους οποίους έμαθα τα νέα. Το βλέμμα τους είχε ανακατεμένο τον φόβο με τον οίκτο. Μίλησαν ψύχραιμα και αργά. Είπαν: η Ειρήνη βρέθηκε νωρίς το πρωί νεκρή στο διαμέρισμα της. Και ακόμα: Το πτώμα βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση και σε χρειαζόμαστε να την αναγνωρίσεις, η μητέρα της και η αδερφή της βρίσκονται σε σοκ. Πιστεύω πως είναι περιττό να περιγράψω το πως ένιωσα εκείνες τις στιγμές αν και η ένταση των συναισθημάτων μου ήταν αρκετά χαμηλότερη απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς να είναι, ίσως επειδή ακόμα δεν είχα συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Ζαλιζόμουν. Όταν βρέθηκα στο σπίτι της Ειρήνης, όταν μύρισα την καμένη της σάρκα και όταν αυτή η μυρωδιά σφήνωσε στον εγκέφαλο μου, τότε κατάλαβα και άρχισα να κλαίω και να ξερνάω μανιασμένα. Εκεί πέρα δεν υπήρχε τίποτα για να αναγνωρίσω, μονάχα στάχτες και μαυρίλα. Παρόλα αυτά ένα δαχτυλίδι άθικτο, που πάντοτε φορούσε στο δεξί της χέρι, ήταν αρκετό για να δώσω την μοιραία επιβεβαίωση. Μέσα στον πανικό μου, βρήκα το κουράγιο να ρωτήσω τους αστυνομικούς τι πιστεύουν πως έγινε. Απάντησαν πως το μόνο σίγουρο είναι πως κάποιος δολοφόνησε την φίλη σου και πως η πόρτα της εισόδου δεν είχε σημάδια παραβίασης, πράγμα που δείχνει ότι η Ειρήνη γνώριζε ή περίμενε το εμπρηστή της. Για την ώρα τίποτα περισσότερο. Ενστικτωδώς την ίδια ακριβώς στιγμή που ο μπάτσος τελείωνε τη φράση του, σκέφτηκα την Τατιάνα και έφριξα. Αδιανόητο! Ένιωσα τα ποδιά μου να παγώνουν, την καρδιά μου να εκρήγνυται∙ ανατρίχιασα ως το κόκαλο. Πέρασα την υπόλοιπη μέρα σκεπτόμενος αυτήν την απελπιστική πιθανότητα, άλλοτε ουρλιάζοντας “αποκλείεται” και δαγκώνοντας με λύσσα ό,τι έβρισκα μπροστά μου και άλλοτε φέρνοντας στον νου μου κάθε βλέμμα και κάθε λέξη της Τατιάνας προς την Ειρήνη. Σίγουρα, εκείνος ο τσακωμός της άνοιξης ήταν ο κυρίως λόγος της τραγικής ανησυχίας μου αλλά όχι ο μόνος καθώς δεν ήταν λίγες οι φόρες που μεταξύ τους υπήρχαν εντάσεις τον τελευταίο καιρό. Αλλά να φτάσει σε κάτι τόσο αρρωστημένο; Ήμουν τουλάχιστον υπερβολικός, δεν υπήρχε αμφιβολία σε αυτό, ήμουνα σε ανυπολόγιστη ταραχή, όμως ο δαίμονας που κουβάλαγε αυτό το ενδεχόμενο, είχε εισβάλει για τα καλά μέσα μου. Μέσα σε παραισθήσεις απ’ τον πυρετό και την θλίψη, το ίδιο κιόλας βράδυ μίλησα στο τηλέφωνο μαζί της. Ήταν συντετριμμένη, μετά βίας κατάφερε να ψελλίσει δυο κουβέντες. Στο τέλος μου το κλείσε μην αντέχοντας το κλάμα. Δεν ήταν δυνατόν αυτό το πλάσμα να είχε διαπράξει κάτι τόσο απαίσιο, κάτι τόσο διεστραμμένο! Για δύο νύχτες και δύο μέρες περιφερόμουν σαν φάντασμα, έπινα και επαναλάμβανα -κάποιες φόρες μεγαλόφωνα- πως όλα είναι στην φαντασία μου και πως κάτι άλλο είχε συμβεί, κάποιος άλλος είχε αφαιρέσει, τόσο βασανιστικά την ζωή της Ειρήνης. Όμως ποιος και γιατί;!

Την τρίτη μέρα ήταν η κηδεία και ‘γώ αποφάσισα πως δεν θα πάω. Ήταν μια μάλλον παρορμητική απόφαση, η οποία πάρθηκε περισσότερο από δειλία παρά από οτιδήποτε άλλο. Ίσως πάλι, να ‘ταν απλά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Ο πυρετός δεν έλεγε να υποχωρήσει, ψηνόμουν κυριολεκτικά και όσο σκεφτόμουν την Δήμητρα, εκείνη την μητέρα που μέσα σε λίγους μήνες έχασε τον άντρα της και το παιδί της η κατάσταση χειροτέρευε. Νωρίς το πρωί ετοίμασα τις βαλίτσες μου, τις φόρτωσα στο αμάξι και σφράγισα το σπίτι. Θα πήγαινα πίσω στην Θεσσαλονίκη, πίσω στους δικούς μου∙ μονάχα εκεί θα μπορούσα να ηρεμήσω, μονάχα εκεί θα καθάριζε κάπως το μυαλό μου. Πριν ξεκινήσω πέρασα από μια εκκλησία και έκατσα στην πρωινή λειτουργία. Υπό μια έννοια πάντοτε θεωρούσα τον εαυτό μου θρησκευόμενο άνθρωπο και εκείνη την στιγμή χρειαζόμουν κάθε δύναμη που μπορούσε να μου προσφερθεί. Άναψα ένα κερί, προσευχήθηκα συγκινημένος, είπα: “o Θεός να σε αναπαύσει, μάρτυρα Ειρήνη” και έφυγα, σίγουρα πιο ελαφρύς απ’ ότι μπήκα. Στην συνεχεία πήγα στο αστυνομικό τμήμα, με θέλανε να καταθέσω. Τους είπα ό,τι ήξερα αν και στην ερώτηση “εσένα σου περνάει κάποιος απ’ το μυαλό” απάντησα πως όχι, δεν έχω ιδέα. Και αυτή ήταν και η αλήθεια εδώ που τα λέμε. Έμαθα μάλιστα, ότι τα αποτελέσματα κάποιων εξετάσεων έδειξαν πως στον οργανισμό της Ειρήνης, βρέθηκε ισχυρή ποσότητα υπνωτικού. Τουλάχιστον δεν θα υπέφερε τόσο πολύ.

Οι δύο βδομάδες που αρχικά σκόπευα να μείνω στην Θεσσαλονίκη, έγιναν δυο μήνες και εκείνοι δύο χρόνια. Το πρώτο δύσκολο διάστημα έμεινα με τους γονείς μου αλλά στην συνεχεία έπιασα δουλειά σε μια διαφημιστική εταιρία και σύντομα νοίκιασα ένα διαμερισματάκι, μαζί με έναν φοιτητή, κάλο και ήσυχο παιδί. Την σχολή μου, δεν είχα κανένα πρόβλημα να την παρατήσω, άλλωστε ήταν αμφίβολο αν θα την τελείωνα και ποτέ. Δεν ήμουν γεννημένος για να γίνω επιστήμονας ή μηχανικός, αυτό το ήξερα εξ αρχής∙ άλλα σχεδία είχα για το μέλλον. Η έμπνευση που για κάποιο καιρό είχε χαθεί εντελώς, επανήλθε σαν χιονοστιβάδα και η παραγωγικότητα μου ήταν εντυπωσιακή αλλά το σημαντικότερο απ’ όλα ήταν πως είχα αφήσει πίσω μου όλα εκείνα τα τρομακτικά γεγονότα, οι πληγές είχαν επουλωθεί και οι σκέψεις σταματήσει οριστικά. Ή έτσι νόμιζα. Ένα καλοκαιρινό απόγευμα, ξαπλωμένος στον καναπέ της βεράντας, άρχισα να διαβάζω ένα περιοδικό ποίησης, που μόλις είχε κυκλοφορήσει και μόλις είχα αγοράσει από ένα βιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Στην καταραμένη σελίδα 34 υπήρχε ένα μεγάλο ποίημα, που ξύπνησε μεμιάς απ’ το λήθαργο όλους τους εφιάλτες. Ήταν της Τατιάνας. Το υπέγραφε μάλιστα, με το ονοματεπώνυμο της. Σε κάποιον άσχετο που θα το διάβαζε, θα φαινόταν χαοτικό και ίσως χωρίς κανένα νόημα. Για μένα ήταν ξεκάθαρο. Mιλούσε για διαβόλους σε σώματα αγγέλων και για φλόγες κάθαρσης που σκεπάζουν όσους διέπραξαν το “Αμάρτημα”, μιλούσε για την αλήθεια που λυτρώνει και το ψέμα που φέρνει τον θάνατο, μα πάνω απ’ όλα μιλούσε για την δολοφονία της Ειρήνης Πέρεζ και για τίποτα περισσότερο. Ήταν μια ξεκάθαρη και ξετσίπωτη ομολογία. Όταν τελείωσα το διάβασμα, βουρκωμένος και μέσα σε έναν απόκοσμο τρόμο, τα είδα όλα μπροστά μου. Ήταν σαν κάποιο όραμα. Είδα την Ειρήνη να ανοίγει την πόρτα χαρούμενη, είδα την Τατιάνα να της βάζει το υπνωτικό στο ποτήρι και την είδα να την ραντίζει με βενζίνη. Έπειτα είδα να της δίνει ένα ζεστό φιλί στο μέτωπο ή στο στόμα και να της βάζει φωτιά, παρακολουθώντας την να χάνεται, ως το τέλος.

Τις επόμενες μέρες τις πέρασα ζορίζοντας το μυαλό μου για το τι θα μπορούσα να ‘χα κάνει για να αποτρέψω ό,τι έγινε και κυρίως νιώθοντας αβάσταχτες τύψεις που δεν μπόρεσα να δω τα σημάδια της τρέλας που ξεκάθαρα πια, διέκρινα στην Τατιάνα. Μα κυρίως βασανιζόμουν απ’ τον πειρασμό να την καταδώσω στην αστυνομία ή έστω να αναφέρω το ποίημα που μόλις διάβασα ως αδιάσειστο στοιχείο ενοχής, αφού το έγκλημα απ’ όσο γνώριζα παρέμενε ανεξιχνίαστο. Δεν χρειάστηκε όμως να το σκεφτώ και πολύ. Ένα μεσημέρι της Κυριακής, τρεις μέρες αφού είχα δει το ποίημα, ένα φίλος απ’ την Αθηνά με πληροφόρησε απ’ το τηλέφωνο πως βρήκαν την Τατιάνα νεκρή στο κρεβάτι της. Είχε καταπιεί υπερβολικά πολλά χάπια και είχε αυτοκτονήσει. Δέχτηκα αυτό το νέο πολύ ήρεμος, σαν μέσα μου να το περίμενα από καιρό. Έκλεισα το τηλέφωνο σχεδόν άδειος από κάθε συναίσθημα. Πήγα στο σαλόνι, έβαλα ένα γεμάτο ποτήρι ουίσκι. Το σήκωσα ψηλά και είδα πως το χέρι μου έτρεμε∙ είπα: “στην μνήμη σου ποιήτρια, Τατιάνα” και το ρούφηξα με μια γουλιά.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s