ka

Καθίσαμε σε απόσταση αναπνοής πίσω από την ξύλινη πόρτα. Γελάσαμε με όσα είπαμε και κλάψαμε με όσα δεν είπαμε. Κινητήριος ήταν εκείνη η αόρατη δέσμη ενέργειας που ανταλλάζουν τα σώματα των αρχαίων ψυχών όταν αποφασίσουν να μοιραστούν ένα ποτήρι θάλασσα και δυο μυστικά. Τυλίγονται τότε σε ένα κουβάρι καπνού και μνήμης και κατευθύνονται μοιραία στη σπηλιά του Μινώταυρου. Ο καπνός είναι ο μίτος και η μνήμη ντύνεται Αριάδνη. Κάποτε οδηγούνται στο φως. Τις περισσότερες φορές διακλαδίζονται αιώνια στο λαβύρινθο.

Ώρες μετά διαπιστώνω πως δεν είναι απαραίτητο να καπνίσεις ένα τσιγάρο για να νιώσεις την κάφτρα του.

***

Άγκυρες είναι τα λόγια
όταν σαλπάρεις δεν τα χρειάζεσαι
Μόνο λευκά πανιά σιωπής
όρτσα στην εκκωφαντική ελευθερία των ανέμων

Μόλις βγήκαμε από το λιμάνι, σβήσαμε τη μηχανή και ανοίξαμε πανιά. Η μαΐστρα κατάλευκη σαν γλάρος τρελός, ελευθερώθηκε πρώτη στο ράπισμα του ανέμου. Τα χέρια έμπειρα έλυναν τα σκοινιά ενώ ο Αίολος μας έσπρωχνε νότια. Ο Αύγουστος, η Μεσόγειος, οι Φάροι των συνόρων μας, μια πόλη στο βάθος να απομακρύνεται, ναυαγοί στην αγκαλιά του φιλόξενου ιστιοφόρου. Κοιτάζω τον ορίζοντα με μάτια δίχως πυθμένα. Σκέφτομαι πως αρκεί ένας προορισμός κι ένα λιμάνι για να ταξιδέψεις, φτάνει να πάρεις εγκαίρως την πυξίδα στα χέρια σου. Όρτσα λοιπόν! Κόντρα στα κύματα με ούριο άνεμο! Χαμογελώ σαν σκέφτομαι πως καθετί μπορεί να εντυπωσιάσει τον πειρατή στο πρώτο ταξίδι. Ακόμα και η αρμύρα της θάλασσας που κακώς θεωρείται δεδομένη.

***

Μετρήσαμε την αγάπη – δυο γροθιές δεμένες αγκαλιά. Γίναμε σπόρος σε χρυσό λιοστρόφι – δυο σταγόνες φλεγόμενες. Δαγκώσαμε το φίδι – δυο μήλα φαρμάκι τρεχούμενο. Τα πάντα ρει. Τα πάντα μπορεί. Και μετά σε κάποιο τοίχο που μύριζε αρχή, ζωγραφίσαμε το όνειρο της θερινής ημέρας με ήχους άηχους. Είδαμε το μπουμπούκι να ανοίγει λευκή ορχιδέα με άρωμα θάλασσα. Γευτήκαμε την αρμύρα της κι ήταν ολόγλυκα φύκια. Ξόρκια και μέθεξη στο κέντρο του κύκλου – θερινό ηλιοστάσιο. Τώρα πια το γνωρίζουμε: ο Σαίξπηρ δεν εξαντλείται. Κακώς τον χρεώσαμε στη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου.

***

Βυθιστήκαμε αρχέγονα στους ωκεανούς των αισθήσεων, πειρατές του ανείπωτου, δραπέτες του χρόνου. Στοχεύσαμε τη στιγμή και το αιώνιο, το κάλλος και το θαύμα. Και τότε γεννήσαμε ξανά ένα σύμπαν αναδυόμενοι στα πλάτη του ουρανού, στα άδυτα και στα άβατα. “Η επίγευση θέλω να είναι κόκκινη, μελωμένο σταφύλι”, είπα. Χαμογέλασες καθώς μια υποψία προσμονής για τον τρύγο ξεγλίστρησε ανέλπιστα ζεσταίνοντας το σώμα σου και αίμα μου. Αλήθεια θα είμαι κάποτε μαζί σου στον Παράδεισο, Κύριε;

***

Άνοιξε αίφνης μια πύλη και βρεθήκαμε έξω απ’ το χρόνο. Απόκοσμο φως διήθησε τα σώματά μας καθώς βιώναμε μια γλυκιά επιβράδυνση όπου κάθε δευτερόλεπτο γινόταν αιώνας. Εικόνα σε αργή κίνηση και αφή σε μεγέθυνση. Πρόσωπα γύρω αλλόκοτα-ουδέτερα-ανύπαρκτα. Υπάρχω. Υπάρχεις. Μια προσωρινή βεβαιότητα. Ένα μαγικό ενδεχόμενο. Στο λεπτό γίναμε πάλι δέντρα. Απλώσαμε κλαδιά και ρίζες, βγάλαμε άνθη και καρπούς, χυμοί νάρκωσαν το ρολόι της θλίψης μας. Ψιθύρισα: “Το λευκό φωτίζει την έκσταση και με τρομάζει καθώς μπορεί να καλέσει τα ξωτικά και τις μοίρες”. Πήρες τότε στα χέρια σου ένα ρόδι κι ένα μαχαίρι. Ήσουν το δέντρο της γνώσεως κι ήμουν αειθαλής ξανά με κόκκινη μνήμη.

[εικόνα:  William Abranowicz]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s