lek

Επιχειρώ να γράψω στην βεράντα του σπιτιού. Δίπλα βαράει κομπρεσέρ που σκάβει βόθρο και αναρωτιέμαι ποιος είναι ο κοινωνικός βόθρος: οι σπαταλημένες ζωές – όποιες και αν είναι αυτές, ό,τι και αν αυτό συνεπάγεται. Στο μυαλό μου χαμένοι φίλοι. Αυτοί που θα μπορούσαν να είναι στο απόλυτο φως και για τους δικούς τους λόγους προτίμησαν το απόλυτο σκοτάδι. Χάπια με αλκοόλ και ενέσεις ηρωίνης. Γιατί μόνο έτσι μπορούσαν να αντέξουν τους εαυτούς τους. Αυτό που έτσι και αλλιώς είναι. Στο σκοτάδι – αν και κυκλοφορούσαν μέρα σε κατάσταση βαμπίρ. Το ημίφως ήταν στις νεαρές τους ηλικίες, παρόλο που η νεότητα και το γήρας βρίσκονται εσωτερικά. Και ζούσαν με παγωμένο συναίσθημα. Το προνόμιο των δακρύων, χαμένο οριστικά. Και η ζωή ένα σαπισμένο συναίσθημα.

Οι φίλοι μου ουρανοκατέβατοι. Χωρίς οικογένεια και φίλους. Δεν είχαν, φαίνεται, το προνόμιο της επαφής. Χαμένο κι αυτό με τις πόσεις. Μόνο στα καφενεία μπορούσαν να χαμογελάσουν. Όπως η Ευτυχία…

Τα χρόνια της επιτυχίας χαμένα οριστικά. Κάποτε αεροσυνοδός στα χρυσά χρόνια της Ολυμπιακής. Τώρα μια κυρία των καφενείων. Τρεμάμενα χέρια και φωνή. Μόνο το ούζο κρατούσε με σιγουριά. Ηipnosedon αντί για φιστίκια. Ευγενική ψυχή. Κυρία με τα όλα της. Ζούσε σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Κυψέλη. Μόνο στην Κυψέλη κυκλοφορούσε. Μόνο στην Κυψέλη υπήρχε. Με κοίταζε με μάτια θολά και όταν την γνώρισα με αποκαλούσε «Κύριε». Την μόνη φορά που ξεκαρδίστηκε στα γέλια ήταν όταν την αποκάλεσα «Μουνάρα». Μετά δάγκωσε τα χείλια της και μου είπε απολογητικά χαϊδεύοντάς με: «που να ‘βλεπες κάποτε σουξέ! Αλλά τί σημασία έχει ο χρόνος; Άντε, εβίβα! Είσαι ο άντρας μου, είσαι το παιδί μου».

Κερνάω πρέζα. Ρινική χρήση. Έχανε συνέχεια λεφτά. Με τσάντα δεν κυκλοφορούσε – τις είχε χάσει όλες. Αγαπούσε τις κεραμιδόγατες και τα αδέσποτα σκυλιά. Όσο περνούσε ο χρόνος χανότανε όλο και πιο πολύ. Μόνο το πιόμα την ενδιέφερε. Κάποια στιγμή μου είπε ότι ήθελε να το κόψει. Ήξερε, όπως κι εγώ, ότι ήταν αδύνατο. Λούμπεν στοιχεία του καφενείου την μαδούσαν κανονικά. Πρωτομηνιές, όταν έπαιρνε τη σύνταξη, κέρναγε. Τι ψυχή έχει ένα ούζο, έλεγε. Μόνο η αγάπη μένει.

Εδώ μέσα υπάρχω. Και η Βουλγάρα χωρίς δόντια ιδιοκτήτρια έβαζε μια ακόμα γύρα, στους θαμώνες του μικροσκοπικού λούμπεν καφενείου. Ζόρικο άτομο. Στην μόνη που έδειχνε υποταγή ήταν στην άκρη της.

Κάποιο πρωινό η Ευτυχία δεν φάνηκε στο καφενείο. Τα «αλάνια» για τους δικούς τους λόγους, το πήραν πρέφα. Μετά από καιρό έμαθα ότι βρέθηκε νεκρή στο διαμέρισμά της. Από υπερβολική δόση.

Μου έμαθε ότι η ομορφιά της ψυχής είναι απλή και δεν συμβαδίζει με το εξωτερικό κάλλος. Την αγάπησα. Ήταν φιλαράκι. Φωτογραφία της δεν έχω.

[Το κείμενο αυτό δεν θα είχε γραφτεί αν μικρός δεν είχα διαβάσει τους Τεχνητούς Παραδείσους του Μπωντλαίρ, τους Απόντες της Γώγου, το Ήλιος Δύω της Μήτσορα και τις Εισπνοές του Αντιόχου. Δεν θα είχα δει τους ανθρώπους ως έχουν]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s