lek

Να ξεφύγω δεν μπορούσα
καθώς γύρναγα απ’ την Προύσα
με πρόδωσαν κάτι μπράβοι
και με πιάσαν στο καράβι

Είχα ράψει στο σακάκι
δυο σακούλες με μαυράκι
και στα κούφια μου τακούνια
ηρωίνη ως τα μπούνια

Κλάψτε τώρα ντερβισάδες
δεν θ’ ανάψουν οι λουλάδες
Θα γινότανε γιαγκίνι
με μαυράκι κι ηρωίνη

Ε ρε το ‘χω κάνει τάμα
Θα μισέψω γι άλλο πράμα
Γεια σου Προύσα παινεμένη
και στον κόσμο ξακουσμένη

Σωτήρης Γαβαλάς, Ηρωίνη και μαυράκι

Ίσως η κορωνίδα των πολιτισμένων λαών να είναι ο τρόπος που η εξουσία φέρεται στους εγκληματίες. Κάτι τέτοιο λέει και ο Συγγραφέας των συγγραφέων Ντοστογιέφσκι. Και ο τρόπος που φέρετε η εξουσία στους αδύναμους είναι πάντα φύση-θέση-ιδιότητα χυδαίος. Έχουν τον τρόπο αυτοί να δημιουργούν ενοχικούς ανθρώπους, εξαρτημένες προσωπικότητες.

Το πάθος που διώκεται επαναεπιδιώκεται. Και το πάθος για ουσίες ατελείωτο. Πάντα κάνει τους εξαρτημένους ανθρώπους αγίους. Εν αγνοία τους. Εγώ από τα γεννοφάσκια μου υποστηριχτής του εγκλήματος. Άρα του Πάθους. Με μεγαλύτερο το άφιλτρο και τον έρωτα, ισοδύναμες εξαρτήσεις. Το ερωτικό ζήτημα, το τοξικό ζήτημα, το ζήτημα της νικοτίνης, με καίει όσο και το εβραϊκό ζήτημα. Σκέτη μαστούρα. Δεν έχω εβραϊκές ρίζες, ούτε ερωτευμένος είμαι και στην ζωή μου έχω μαστουρωθεί πολύ -παραπάνω από επαρκώς- από ιδέες, αποστάγματα, χόρτα και χημείες σε σκόνη, σε δισκία και σε υγρά. Γιατί πότε δεν μπόρεσα να καταλάβω αυτό το «επαρκώς». Ποτέ ευχαριστημένος με τον εαυτό μου. Ήθελα κάτι παραπάνω. Στα καλά και στα λιγότερο καλά.

Από τον έρωτα έχω εθελοντικά καεί καθώς τις «ρίζες τις έχουμε να βγάζουμε κλαδιά και όχι να επιστρέψουμε σ’ αυτές». Οι εβραϊκές ρίζες σαν τους τσιγγάνους. Κοινές σε όλους. Διωγμένος από παντού, αιώνια κυνηγημένες, βαθιά ριζωμένες στις ψυχές. Απλά οι ρίζες και ο έρωτας με έκαναν άνθρωπο, με μεγάλωσαν. Και έχω ξαναπεί ότι η μαστούρα εξανθρωπίζει, γιατί έχει πόνο.

Μου συγχώρησαν την σκόρπια μου δύναμη. Και πάντα ο χαμένος τα παίρνει όλα, γιατί μετατρέπει το μίσος σε αγάπη. Πάντα έτοιμος για πόλεμο. Πάντα ήξερα «ότι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό» και η ηρωίνη δεν με σκότωσε. Μου έδειξε όμως τα δόντια της. «Όταν ένα λιοντάρι σου δείχνει τα δόντια του, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι σου χαμογελάει» λέει μια αραβική παροιμία.

Οι χαφιέδες παντού, και φιλάν με παράλογα γλυκιά φιλιά. Έτσι σερβίρετε η προδοσία. Με γλύκες. Και εγώ τις πολλές γλύκες και τις γυαλιστερές καταστάσεις δεν τις αντέχω χωρίς τριπλάσια δόση ηρεμιστικών.

Πατρίς-θρησκεία-οικογένεια: το αγαπημένο τρίπτυχο των Ελλήνων. Εγώ τα έχω διαγράψει. Προτιμώ γιορτινές μέρες να τρώω γύρους -την επιτρέπω αυτήν την συνήθεια στον εαυτό μου- σε λαϊκά σουβλατζίδικα και μετά να μπεκρουλιάζω ούζα σε λαϊκά καφενεία μονός μου. Όχι μόνος μου. Παρέα με πεθαμένους ποιητές. Με τα άπαντά τους. Μαρίας Πολυδούρη, Μίνου Ζώτου, Μήτσου Παπανικολάου, Τεύκρου Ανθία, Ναπολέοντος Λαπαθιώτη… Δεν το πέτυχα πάντα, αλίμονο για την οικογένεια. Αν και στις μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης τα πάντα είναι κλειστά. Λες και δεν υπάρχει το κοινωνικό περιθώριο που πρέπει και αυτό να υπάρξει με αξιοπρέπεια.

Μου αμφισβητούνε τα πάντα, τα ντεφιλέ μου -δεν έχω υπηρετήσει την πατρίδα ούτε μια ώρα, το παλιό αναρχικό σύνθημα «Ούτε μια ώρα στο στρατό» εγώ το έχω κάνει πράξη- παντρεμένο δεν με είδαν, με είδαν όμως δεμένο σε κρεβάτι ψυχιατρείου, κλαίγανε για ‘μένα και ποτέ δεν υποψιάστηκαν ότι κλαίνε για τον εαυτό τους. Αλλά στην βιτρίνα αγάπη και σαμπανιζέ φιλιά.

Είμαι τυχερός άνθρωπος. Σχεδόν η ζωή μού χαρίστηκε στα σημεία, όχι στη νόρμα. Γουστάρω τον εαυτό μου ως έχει, η αλήθεια είναι ότι αυτό το «γουστάρω» έχει υποστήριξη τα ψυχοφάρμακα και δεν θα ήθελα να ήμουν ποτέ και για κανέναν λόγο άλλος κανείς. Ζήλεψα όμως ζωές. Περισσότερο τις θαύμασα. Εμείς οι ναρκομανείς έχουμε το θεϊκό προνόμιο να διαλέγουμε οικογένεια: τα ντερβίσια μας. Που τα λατρεύουμε και μας λατρεύουν. Μέχρι την στραβή. Εκεί χάνονται όλα. Και αυτό έχει ζόρι. Και θεάματα όπως τα «παράσιτα» στο θέατρο του Νέου Κόσμου πέρσι, απλώς σκιαγραφούν μια κάποια αλήθεια. Οι αλήθειες είναι οδυνηρότερες, εφάμιλλες της προδοσίας. Και «η αλήθεια δεν είναι θέαμα να παίζει όταν θες, παίζει στον ύπνο και στο ξύπνιο, θες δεν θες».

Η αλήθεια είναι οδύνη λέει και ο Σωτήρης Γαβαλάς στο δοκίμιο-τραγούδι. Και το κλάμα των δερβίσηδων, το μισό περιέχει απόγνωση και το μισό πίκρα. Ένα και μόνο δάκρυ χύνουν οι δερβίσηδες, πάντα…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s