mel

[μέρος δεύτερο]

Γύρισε και με κοίταξε απορημένος. Εσύ το λες αυτό;, είπε. Από πότε εκφράζεσαι με αφορισμούς; ‘Η μήπως μιλάει το κρασί που ήπιαμε;, συνέχισε χαϊδεύοντας το μούσι του – χαρακτηριστική κίνηση αμηχανίας του φίλου εκείνου – ποιος ξέρει άραγε που βρίσκεται και πώς περνάει, τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές στο χαρτί του λάπτοπ μου.

Η ένταση της φωνής του με έκανε να κινητοποιηθώ, να προσπαθήσω να απαντήσω πειστικά, με επιχειρήματα. Στη συνέχεια αισθάνθηκα μικρός και λίγος να αποφανθώ για την κοινή ζωή του ζεύγους και μάλιστα να βγάλω και πορίσματα γενικότερα περί ανθρωπίνων και διαφυλικών σχέσεων, η ώρα μία το βράδυ στην πόλη που πέρασα τα παιδικά μου χρόνια, εν μέσω φαντασμάτων του παρελθόντος μου, δηλαδή φαντασμάτων ερώτων που ξεκίνησαν με πολλές ελπίδες κάποτε και που τώρα χλωμές αναμνήσεις είναι ότι απέμεινε από το συναίσθημα, που στην ουσία κάλυπτε την ατέλειωτη σεξουαλική όρεξη ημών των παλαιοτέρων, που πήγαμε το μισό γυμνάσιο στα χρόνια της χούντας σε πόλεις επαρχιακές, με ένα σωρό περιορισμούς, οι οποίοι ακριβώς και τελικώς πετύχαιναν το θέριεμα της λίμπιντο, παρά την κατάψυξή της. Και που το μισό αυτό δυσκολεμένο γυμνάσιο έκανε και κάνει – ακόμη και τώρα που πέρασαν τα χρόνια – να γυαλίζει το μάτι στη θέα μιας ωραίας κοπέλας ή ακόμη και μιας ώριμης γυναίκας, η οποία ξέρει να ντύνεται και να κινείται ηδυπαθώς στους πεζοδρόμους της Αθήνας, ου μήν αλλά και της περιφέρειας.

Κινητοποιήθηκα, λοιπόν, οπισθοχωρώντας, λέγοντας ένα «σα να ‘χεις δίκιο – μερικές φορές δεν με αναγνωρίζω», κλίνοντας το κεφάλι προς τα κάτω και πίνοντας λίγο ακόμη κρασί – κακώς, διότι τα αυτιά μου άρχισαν να βουίζουν, σημάδι ότι αύξανε η πίεσή μου και μηχανικά ψάχτηκα για τα adalat – χέστης πάντα, μια ζωή, σε θέματα υγείας κατάφερνα να επιβιώνω πάντως με σχετικά καλή υγεία, ενώ γύρω μου θέριζαν εγκεφαλικά και ανακοπές τους συνομηλίκους. Ο φίλος με ταρακούνησε με ανησυχία, τι έχεις;, με ρώτησε, ξαφνικά σαν να κιτρίνισες. Δεν είναι τίποτε, του αντιγύρισα, είναι η ανησυχία των δύο παρά τέταρτο. Ώρα να χωρίσουμε, να πάμε ο καθένας στο σπίτι του να κοιμηθεί και αύριο το ξαναφιλοσοφούμε το πράγμα για το πρώην χοντρό παιδί με την γκραν κάσα και την πάντα λεπτή γυναίκα του με το φλάουτο πίκολο. Συμφώνησε. Χωρίσαμε, αφού πλήρωσα και άφησα και γερό πουρμπουάρ στο γκαρσόνι, που ακόμη το ακούω να λέει «είναι πολλά κύριε, μήπως κάνατε λάθος» αλλά εγώ κουνούσα συγκαταβατικά το δεξί μου χέρι στυλ «λεφτά υπάρχουν, πάρε κι εσύ», ενώ ήταν ακριβώς το αντίθετο και από Δευτέρα θα ξαναπήγαινα στην Τράπεζα για το κόκκινο δάνειό μου. Κόκκινο! Το μόνο κόκκινο που κατάφερε η γενιά μου ήταν αυτό των χρωστούμενων δανείων. Ποια επανάσταση. Ποια αλλαγή. Κόκκινα δάνεια. Έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη ή κόκκινη από ζωή ή κόκκινη από δάνεια. Καληνύχτα μου.

Ξύπνησα τέσσερις το πρωί από γάβγισμα σκύλου. Η επήρεια από το κρασί δεν είχε περάσει. Διψούσα. Ευτυχώς, είχα πάρει μερικά μπουκάλια εμφιαλωμένο νερό. Άνοιξα ένα και ήπια. Συνήλθα. Αισθάνομαι «κάπως», κάθε φορά που ξανακοιμάμαι στο σπίτι αυτό. Δεν είναι το σπίτι των παιδικών μου χρόνων. Εκείνο πουλήθηκε κάποια στιγμή για να χρηματοδοτήσει επιχειρηματικές μου φιλοδοξίες. Ετούτο το σπίτι είναι από κληρονομιά. Το κέρδισε η μάνα μου από την Βουλγάρα που της το είχε τάξει ο μεγάλος της αδερφός. Ο αδερφός της μάνας μου – όχι της Βουλγάρας. Νικήσαμε! Ελλάς – Βουλγαρία 1-0. Το είχαμε χαμένο, αλλά ο γερο-θείος σε ξαφνική έκρηξη αδελφικής αγάπης το άφησε το σπίτι στη μάνα μου. Η Βουλγάρα ακόμη μας καταριέται, αν και πέρασαν πάνω από δέκα χρόνια. Ντάντευε τον ξεμωραμένο θείο επί πέντε χρόνια, κάνοντάς του μασάζ στα χέρια. Μάλιστα. Στα χέρια. Με αλοιφές Βουλγαρίας. Κι εκείνος την κοίταζε στα μάτια. Τέλος πάντων.

Κάθισα στο γραφείο. Πήρα το βιβλίο που έφερα μαζί μου από την Αθήνα. «Ελληνοαλβανικό Λεξικό με στοιχεία γραμματικής της Αλβανικής». Το φυλλομέτρησα. Πότε θα ασχοληθώ σοβαρά με τα Αλβανικά; Πρέπει να τα μάθω. Στην εταιρεία οι εργάτες είναι Αλβανοί. Μπροστά μας δεν μιλάνε ελληνικά. Γύρευε τι λένε για μας. Θα τα μάθω, αλλά δεν θα το κοινολογήσω. Αυτό θα είναι εφόδιο για μένα στην ανέλιξή μου στην ιεραρχία. Μπορεί και όχι. Αλλά είναι γοητευτική γλώσσα. Είναι; Είναι. Οι λέξεις είναι άλλες από τα αρχαία ελληνικά, άλλες από τα λατινικά, άλλες είναι σλάβικες. Υποθέτω ότι η γραμματική τους έχει επηρεαστεί από την παλαιο-σλάβικη. Αλλιώς θα μιλούσαν σαν τους βλάχους του Μετσόβου, την λαϊκή δηλαδή λατινική γλώσσα. Πρέπει να ρωτήσω μια φίλη φιλόλογο σχετικώς. Θα το φροντίσω και αυτό. Όλα θα τα φροντίσω εγώ, διότι έχω σύστημα αντιμετώπισης δύσκολων καταστάσεων. Ανοητολογώ, σκέφτηκα, πριν με ξαναπάρει ο ύπνος στο κάθισμα του γραφείου.

Το όνειρο με πήγε στο σπίτι του χοντρού παιδιού. Του πρώην χοντρού παιδιού, για την ακρίβεια. Είναι πρωί, γύρω στις 6. Μόλις έχει βγει από το μπάνιο, πλυμένος και σενιαρισμένος ο παλιός μουσικός με την γκραν κάσα. Ο καφές τον περιμένει μαζί με την γυναίκα του και κάτι φέτες ψωμί με αβγά και τυριά. Τη φιλάει στο στόμα και καλημερίζει. Είναι η μέρα να πάει στον μεγαλοχασάπη, να κλείσει τα κρέατα της εβδομάδας. Η ρουτίνα μοιάζει ακίνητη. Μοιάζει. Είναι, όμως;

Τρώει μηχανικά και ρουφάει τον καφέ του. Η γυναίκα του τον παρατηρεί ήρεμη. Σε λίγο θα πάει τα δίδυμά τους στο σχολείο. Μετά έχει δύο ώρες ιδιαίτερα στο φλάουτο πίκολο. Ο ένας μαθητής της είναι καλός. Θα προχωρήσει.
Θα φύγω, έκανε ο άντρας της καρδιάς της. Να πας, είπε αυτή. Όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα κρέατα θα βρεις.
Δεν θα πάω στον χασάπη, έκανε εκείνος. Θα ανέβω στην Αθήνα.
Βρήκες καλύτερες τιμές;, έκανε εκείνη, εννοώντας τα κρέατα. Πάντα τα κρέατα, να είναι καλής ποιότητας για το μαγαζί τους.
Αν δεν θες να καταλάβεις, δεν καταλαβαίνεις. Φεύγω από το σπίτι, είπε, άνοιξε την πόρτα και το έκανε. Πίσω η γυναίκα του στήλη άλατος.

………………………………………………………………………………………………..

Το όνειρο με φέρνει τώρα σε μια δυτική συνοικία της Αθήνας, σε μια αίθουσα για πρόβες. Σιγά-σιγά μαζεύονται οι μουσικοί της μπάντας. Μπήκε ο μαέστρος, κάθισαν όλοι στις θέσεις τους. Καλωσορίζουμε τον νέο μας μουσικό στην γκραν κάσα, που παράλληλα με εμάς θα σπουδάζει κρουστά στο ωδείο. Καλώς ήρθες, συνάδελφε. Ας αρχίσουμε με την εισαγωγή 1812 του Τσαϊκόφσκι, είπε, να έχει να παίζει ωραίο μέρος και ο νέος μας μουσικός.

Το όνειρο έπαιξε όλη τη μουσική του μεγάλου Ρώσου, χωρίς τις κανονιές του τέλους, τις οποίες βέβαια μιμήθηκε ο φίλος μας με την γκραν κάσα. Ήταν καλός. Πήρε συγχαρητήρια. Έλαμπε ολόκληρος. Λίγο πριν φύγει από την αίθουσα τον σταμάτησε ο Μαέστρος και τον ρώτησε: είσαι καλός μουσικός. Μπορώ να κάνω κάτι για σένα;

Πώς!, έκανε ο δικός μας. Σύστησατέ με σε ένα γραφείο τελετών. Κι ενώ ο μαέστρος τον κοίταζε απορημένος, συνέχισε: και καμιά ταβέρνα, να βρω δουλειά σερβιτόρου. Θα χρειαστεί να κάνω διάφορες δουλειές στην αρχή της διαμονής μου στην Αθήνα.

(συνεχίζεται)


εδώ για το πρώτο μέρος

[εικόνα]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s