elana

1. Έχει τη συνέπεια της πράξης η λέξη, όταν εκφέρεται γραπτά ή προφορικά. Είναι δράση και φέρνει αντίδραση. Ένας βιολόγος με τη λέξη διχοτόμηση, νιώθει τα κύτταρα του να διαιρούνται, να πολλαπλασιάζονται και να ζωντανεύουν. Ένας φίλος, Κύπριος, όταν άκουσε τη λέξη διχοτόμηση ένιωσε τα κύτταρά του να μουδιάζουν, να συρρικνώνονται και να πεθαίνουν. Τί κι αν αυτό αφορούσε τη διχοτόμηση της τράπεζας Κύπρου. (3/13 Κύπρος)

2. Ελπίζει η Ιθάκη στα δώρα του νέου μνηστήρα. Χτίζει τ’ ανάκτορά του στα γειτονικά νησιά. Επενδύει κι ετοιμάζει την πολιορκία της Πηνελόπης, όσο οι παλιοί μνηστήρες την απεκδύουν απ’ τα ιμάτιά της. «Ποιος είσαι;» ρωτάει η Πηνελόπη. «Ο εμίρης του Κατάρ, της δυναστείας Αλ-Θανί», της λέει. Νέες λέξεις, παλιά βουή. «Κατάρα, δυνάστης, θάνατος… ηλί, ηλί λαμά σαβαχθανί», λέει και χτυπάει τον αργαλειό. (4/3/13 Οξυά)

3. Άφησε τα σημάδια του ο βασιλιάς Μίδας σ’ αυτή τη γη. Την έσπειρε με γόνο από χρυσάφι. Απ’ το φόβο της κατάρας στέκει γκαστρωμένη αιώνες τώρα. Μαύρο αίμα κυλάει στις φλέβες της. Χρυσάφι στην κοιλιά της. Όταν μαθεύτηκε ο θάνατος του Μίδα στη μακρινή Φρυγία, ήρθαν μνηστήρες κι έστησαν χορό. Διεκδικούν την πατρότητα. Θα πάρουν το παιδί ακόμη κι αν ξεκοιλιάσουν τη Χαλκιδική (7/3/13 Ιερισσός)

4. Έκλεινε το ένα μάτι, τέντωνε το χέρι, στόχευε και πυροβολούσε, «στοιχηθείτε. Εσύ ο μεσαίος, ξεφεύγεις. Λίστα, τάξη και σειρά». Από τότε δεν ξέφυγα από καμία λίστα. Λίστα υποψηφίων, εργαζομένων, αποσπασμένων, απολυμένων. Δεν διασάλευσα την τάξη. Περίμενα υπομονετικά στη σειρά. Ούτε πρώτος ούτε τελευταίος. Μεσαίος. Τί σημασία έχει, αφού κάθε λίστα είναι μια σειρά ομοειδών πραγμάτων. Εξαιρείται μία. Επώνυμη. Λίστα Λαγκάρντ. Λίστα πολλών μηδενικών. (21/3/13 Ελλάδα)

5. Έπεσε σήμερα ο ήλιος με απόηχο βαθύ, σε κόκκινο χρώμα. Ήρθε και το γκρι, της νύχτας το προοίμιο κι έβαψαν τον κάμπο. Έβαψαν και το άσπρο των ματιών, ανάμεσα στις φράουλες, φράουλα κι αυτό. Σκυμμένοι απ’ το χάραμα. Τ’ απόγευμα σήκωσαν κεφάλι. Άκουσαν τις φωνές των δικών τους από το Μπαγκλαντές. Ζήτησαν τα μεροκάματα, πήραν τους πυροβολισμούς. Οι φράουλες ωρίμασαν νωρίτερα στη Μανωλάδα. (18/4/13 Μανωλάδα)

6. Δείχνει το πρωτοσέλιδο ο πατέρας. «Κότα αντί γι’ αρνί οι Έλληνες το Πάσχα». Δεν μιλάει. Όλη η οργή στο βλέμμα του. Η μάνα, με το φόβο στα μάτια, «μόνο στα χρόνια της κατοχής δεν ψήσαμε αρνί το Πάσχα. Εκεί φτάσαμε;» είπε. Η χειρότερη ανάμνηση των παιδικών χρόνων, της έκοψε τα πόδια. Μου θύμισαν τον Χάνιμπαλ και την Κλαρίς στην ταινία, Σιωπή των Αμνών. (5/13 Ελλάδα)

7. Αστράφτουν τα φλας. Ένα κορίτσι καίγεται στα βατ των προβολέων. Λευκαίνει το λευκό του προσώπου. Χρυσάφι στα μαλλιά. Στα μάτια της μεγαλώνει γαλάζιος φόβος. Κάμερα, φώτα, πάμε. «Τα Σα εκ των Σων, προσφέρομεν σωτηρία στον πεπτωκότα άγγελο», έπεσαν πάνω του. Κάηκε απ’ τα φώτα το διάφανο δέρμα του. Κάτω απ’ το λευκό το σκούρο. Η μικρή Μαρία ήταν Ρομά. Ύστερα τα φώτα έσβησαν. (6/5/13 Φάρσαλα)

8. Μαζεύει τα ψίχουλα απ’ το παγκάκι. «Μα, γιατί δεν ήλθον τα πετεινά;» μονολογεί με την ανησυχία στη φωνή. Κάθεται. Πατάει τα πόδια πάνω σ’ ένα βογκητό. Σκύβει. Μέσα απ’ την πρεσβυωπία της πρόβαλε το σκούρο πρόσωπο. Σηκώνεται. Μέσα απ’ δυσκαμψία της πρόβαλε ο κλαυθμός και ο τριγμός των οδόντων, «ούτε το παγκάκι της γειτονιάς δεν μας απέμεινε». Αποχώρησε εκποιώντας τη φιλοζωία της. (7/5/13 Αθήνα)

9. Μειώνουν πάλι τις συντάξεις. Βάλλονται στην τρίτη ηλικία οι αιώνιοι μαθητές της δευτέρας. Στην ίδια τάξη το ’41, το ’42 και το ’43. Μισά χρόνια. Μισά κι ανέσωστα. Όταν ήρθε ο καιρός να πάνε στην τρίτη, είχαν μεγαλώσει πολύ. Ντρέπονταν και το ’σκασαν απ’ το παράθυρο. Έκαναν κοπάνα. Κοπάνα διαρκείας. Δεν πήγαν ποτέ στην τρίτη. Γι’ αυτό γελούν κι ελπίζουν ακόμη σαν παιδιά. (8/5/13 Αθήνα)

10. Στάζει πάλι σήμερα ο κορμός, εννέα Μαΐου του 2013. Σ’ αυτό το δέντρο, μια φορά κι έναν καιρό, οι άπιστοι έσφαξαν τον Άγιο. Οι πιστοί τον σφάζουν κάθε χρόνο. Χαράζουν τον τύπο των ήλων στον κορμό του δέντρου και το δέντρο αιμορραγεί, απ’ τα χαραγμένα αρχικά. «Ν. Β.» Νικόλαος Βουνένων, σε πλαστική σακούλα. Φουσκώνει σαν βδέλλα. Αφαίμαξη και μετάγγιση στις φλέβες της ευλάβειας. (9/5/13 Βούναινα)

11. Μέχρι χθες τα βυζιά της Αντζελίνα Ζολί, γέμιζαν τις οθόνες. Τα έτρωγαν με τα μάτια οι λιγούρηδες. Μετά άδειασαν οι οθόνες. Τα έφαγε ο φόβος του καρκίνου. Τα βυζιά της Ολυμπίας, της Μάρως, της Δώρας, δεν γέμισαν οθόνες. Κανείς δεν τα έφαγε με τα μάτια. Ήταν ακατάλληλα για διαφήμιση. Βλέπεις, τάισαν στόματα μέχρι που γέμισαν καρκίνους. Άδειασαν ζωή, γέμισαν με χώμα. Δεν πρόλαβαν. (14/5/13 Κόσμος)

12. Καταδικάστηκε χωρίς απολογία. Το φιλί στη φυλακή. Δεμένο στο μαντήλι για να μη δραπετεύσει. Και το μαντήλι κάηκε. Κατρακύλησε στις σκάλες, πήρε το μετρό, κατέβηκε στη στάση Κουρτουλούς και ρώτησε «πόσο πάει το φιλί στη Δύση στην Ανατολή;». Χίλια ζευγάρια χείλια, πενήντα πινακίδες και δώδεκα πουλιά φώναξαν μ’ ένα στόμα, «δωρεάν φιλιά». Τ’ όχι έριξε το φερετζέ, φίλησε το ναι στο στόμα. (24/5/13 Κωνσταντινούπολη)

13. Υποδέχθηκε τον Ομπάμα με χορό η Τανζανία. Υπόδουλη σαν γυναίκα. Ιερόδουλη σαν ερωμένη. Άναψε τα λαμπάκια του σταυρού της, του Σταυρού του Νότου. Κάθε νύχτα κρεμάει πάνω του τα ιμάτιά της. Κάθε βράδυ φωτίζει τις ελπίδες της. Το πρωί τη σταυρώνει πάλι απ’ την αρχή. Πληρώνει το τίμημα της ιέρειας τ’ ουρανού. Ένας αστερισμός που λάμπει μόνο για τα δικά της σκοτεινά μάτια. (2/6/13 Τανζανία)

14. Κατάπιε η πλατεία τις φωνές. Οι αρμοί κοκκινίζουν. Χωρίζουν το χώρο σε τετράγωνα που τα σκεπάζουν πλάκες. Πατημένοι ήχοι σχηματίζουν λέξεις-επιγραφές πάνω σε κάθε πλάκα. Ακίνητη στέκει η σιωπή στον αέρα. Ζυγίζει την απορία στα φτερά της. Τα μάτια της δυο κάνες. Σημαδεύουν τη βία και πυροβολούν, ντουράν αντάμ, ο άνθρωπος στέκεται. Οι σιωπές έγιναν πολλές στην πλατεία Ταξίμ. Οι άνθρωποι αντιστέκονται. (18/6/13 Κωνσταντινούπολη)

15. Συνέλαβαν νεαρό, σχεδόν παιδί, στα σύνορα. Με σγουρά μαλλιά και βλέμμα μεσήλικο. Με κοντό παντελόνι και πόδια γεμάτα μύες σαν από άγριο κατσίκι. Με χέρια οργωμένα από χοντρές φλέβες, ποτάμια φουσκωμένα. Στην πλάτη ένα σακίδιο. «Τι κουβαλάς;» ρώτησε ο συνοριοφύλακας. «Τα ρούχα της δουλειάς, πουκάμισο, παντελόνι, παπιγιόν. Σερβιτόρος», είπε. «Τι άλλο; κάτι βαρύ κουβαλάς.» «Ναι, το όνομα της δουλειάς, Έραλντ μέσα, Σπύρος έξω.» (27/7/13 Αλβανικά σύνορα)

16. «Έτεκεν, τον υιόν αύτης τον πρωτότοκον», μια γυναίκα κοντά στο Μπιγκ Μπεν της Αγγλίας και μια άλλη κοντά στο Κινταμάλι της Τανζανίας, ώρα Τετάρτη απογευματινή. Η μία τον «ανέκλινεν» σε χάρτινα ιλουστρασιόν σαλόνια. Η άλλη τον «εσπαργάνωσεν» με χάρτινα κουτιά. Η μεγάλη καμπάνα φωνάζει ρυθμικά να ακούσει όλος ο κόσμος: Μπιγκ-μεγάλο, Κιντ-παιδί. Δάκρυσαν οι δορυφόροι. Μπιγκ Κιντ. Όλα τ’ άλλα, απλά, δεν υπάρχουν. (22/7/13 Λονδίνο-Τανζανία)

17. Ξημέρωσε μια χρυσαυγή και μια μαύρη ημέρα. Ήρθαν, επίσημοι, «φορώντας την κορώνα» και ζήτησαν «τίτλους πολλούς και ονόματα». Την ελληνικότητα των νηπίων σε «περγαμηνή». Αλίμονο, την προγραφή γυρεύουν αυτών που έχουν όνομα ξενικό. Τί κι αν «απ’ το σκαλί το πρώτο» «της ημετέρας παιδείας» μετέχουν; Θέλουν στο δρόμο να τα πετάξουν οι της «υμετέρας βλακείας» μετέχοντες. Εδώ που φτάσαμε, δυστυχία· οι βάρβαροι έφτασαν. (11/9/13 Ελλάδα)

18. Έφερε μνήμες ξεχασμένες η χθεσινή δολοφονία. Μαχαίρωσαν χθες τον Παύλο. Σήμερα, ο φόβος, η αγωνία και η οργή, κατέβηκαν στο δρόμο. Στον ουρανό διαδηλώνουν οι πελαργοί. Αποδημούν σε σχηματισμό, που μοιάζει με το γράμμα «νι», αυτό που πέταξε απ’ τη μνήμη κι έμεινε να λέει μη, μη. Τη μια σαν άρνηση και την άλλη σαν παράκληση. Ήρθε το κρύο σ’ αυτό τον τόπο. (17/9/13 Κερατσίνι)

19. Προστέθηκε πρόσφατα στο λεξικό των στρατιωτικών δυνάμεων ο όρος «παράπλευρες απώλειες». Εννοεί τις απροσχεδίαστες, επιβλαβείς και αθέλητες -αυτό ακόμη ερευνάται- συνέπειες των στρατιωτικών επεμβάσεων. Η οικονομική κρίση, ένα άλλο είδος πολέμου, εκτός από απώλειες, ευτυχώς, έφερε και παράπλευρες ωφέλειες. «Θεσγάλα» αναρωτήθηκαν και πολέμησαν την κρίση με τα ίδια της τα όπλα. Τις τράπεζες. Από τότε τα μηχανήματα ανάληψης μοιράζουν συνεταιριστικό, θεσσαλικό, φθηνό γάλα. (4/10/13 Λάρισα)

20. Νύχτωσε στο Λιβυκό πέλαγος. Τα νερά με το χρώμα και την ακινησία του νεκρού, γοητευμένα, αντανακλούν το είδωλο του Νάρκισσου. Το σκοτάδι στέλνει σβησμένες φωνές. Η Ηχώ θα είναι. Οι εκκλήσεις γίνονται ασύρματες. Τρέχουν από χώρα σε χώρα. Ιταλία, Γαλλία, Βέλγιο, Ισπανία, Αγγλία, Καναδάς, Αμερική. Όλοι ήταν Εγγαστρίμυθοι . Ο Νάρκισσος ορτσάρισε τις μηχανές. Ο θόρυβος κατάπιε όλες τις φωνές στη νήσο Λαμπεντούζα. (20/10/13 Λαμπεντούζα)

21. Δείχνουν ο ένας τα δόντια στον άλλον για ένα λουκάνικο πεταμένο από χορτάτους. Κρέμεται μισό έξω, μισό μέσα στον κάδο των σκουπιδιών. Κοιτάζονται στα μάτια, διεκδικούν το δικαίωμα στην επιβίωση. Ο ένας αλυχτά από απόγνωση, ο άλλος γρυλλίζει για τα κεκτημένα του. Ο κύριος Θεόδουλος, έγινε αδέσποτος, ο σκύλος βρήκε αφεντικό. Έκτοτε ζουν κάτω απ’ την ίδια στέγη. Κατοικίδια στον ίδιο κάδο απορριμμάτων. (21/10/13 Ελλάδα)

22. Τα χωριά των βόρειων συνόρων μυρίζουν μπαρούτι τις χειμωνιάτικες νύχτες. Οι μέρες μυρίζουν ξύλο. Στοιβαγμένες αγωνίες με τη μυρωδιά του κομμένου κορμού. Να ’χει ο Χειμώνας να καίει όνειρα με τον ήχο του τσεκουριού στο κούτσουρο. Να θρέφει τη φωτιά στη γη, ν’ ανοίγει περάσματα στον ουρανό. Εκεί που σμίγουν οι άνω θρώσκοντες καπνοί από ’δώθε κι από ’κείθε και καταργούν τα σύνορα. (3/12/13 Διποταμία)

23. Παρέμεινα πιστός στα ιδεώδη του κράτους και της θρησκείας, αν και όφελος, υλικό τουλάχιστο, ποτέ δεν είχα. Τον έπαινο της πολιτείας προσδοκούσα και μια ευκαιρία, ένα ταπεινό ευχαριστώ, όπως αρμόζει στον νομοταγή πολίτη, να ψιθυρίσω. «Τελευταία ευκαιρία» ανήγγειλαν οι εφημερίδες. «Μα πότε πέρασαν οι άλλες και δεν τις είδα; Να προλάβω…». Μάταια. Τόσο αυτή όσο και οι προηγούμενες ήταν γι’ αυθαίρετους και φοροφυγάδες. (5/12/13 Ελλάδα)

24. Το μαγκάλι, ζέσταινε από παλιά τους αγοραίους έρωτες. Μέσα στα μπουρδέλα ή πάνω στα πεζοδρόμιο κρατούσε αναμμένα κάρβουνα και σεξουαλικές πείνες. Μετά ήρθε ο κορεσμός και το καλοριφέρ. Ο έρωτας πέρασε στα σαλόνια, η ζωή έγινε αγοραία. Η τιμή της είναι αντιστρόφως ανάλογη του πετρελαίου. Δεν υπολόγισε τα κάρβουνα όμως. Την εκδικήθηκαν με όλο το διοξείδιο του άνθρακα της μαύρης τους ψυχής. (6/12/13 Θεσσαλονίκη, 1/4/13 Λάρισα)

25. Χάσκουν φέτος οι καμινάδες, όπως τα στόματα του Μουνκ. Χωρίς πνοή. Τα χνώτα τους δεν θολώνουν τον ουρανό. Ο κρύος αέρας φτάνει μέχρι τα σωθικά του σπιτιού. Σβήνει την τελευταία σπίθα στα κάρβουνα. Η παρηγορητική ψευδαίσθηση των Χριστουγέννων γίνεται στάχτη. Πάνω απ’ όλα όμως με θυμώνει η στέρηση του παιχνιδιού. Οι τζακοφύλακες ήρθαν για να διώξουν τους καλικαντζάρους. Η αιθαλομίχλη είναι το πρόσχημα. (17/12/13 Ελλάδα)

[εικόνα]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s