xri

Εμφανίστηκε σαν εσωτερικός ψίθυρος, κάπως παραμορφωμένος, κάπως μεταλλικός. Ένας ασταμάτητος ρομποτικός αντίλαλος. Είναι η συνείδηση μας αυτή; Είναι τα λογία κάποιου θεού καλά κρυμμένου εδώ και χρόνια; Θυμάμαι πως τις προάλλες, είδα έναν πάπα κουλουριασμένο στο πάρκο να φωνάζει πως είναι η γλωσσά του φιδιού. H φωνή απ’ το υπερπέραν, η φλεγόμενη φωνή απ’ το μεταλλικό πηγάδι, η φωνή της κόλασης: μια απλή υπενθύμιση. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά και -κυρίως- κανείς δεν έχει χρόνο για βαθυστόχαστες αναλύσεις. Τι σημασία έχει έτσι και αλλιώς; Έχουμε κολλήσει και είμαστε καταδικασμένοι. Είναι σαν επιδημία, σαν ουρλιαχτό που εξαπλώθηκε απ’ την μια στιγμή στην άλλη: ολόκληρη η πόλη βρίσκεται σ’ ένα εξωπραγματικό παραλήρημα.

Τις πρώτες μέρες, έβλεπα ανθρώπους να κυκλοφορούν φορώντας κάθε είδους προστατευτικά: κράνη, αλεξίσφαιρα γιλέκα, σιδερένιες μάσκες∙ μέχρι και στολή αστροναύτη δοκίμασε κάποιος προφανώς πλούσιος. Μερικοί άλλοι προτιμούσαν να τρέχουν ή να περπατάνε κάνοντας ζιγκ-ζαγκ: η γρήγορη και συνεχής κίνηση μείωνε -τουλάχιστον στο μυαλό τους- τον κίνδυνο. Ο περισσότερος κόσμος πάντως, παρέμενε στο σπίτι του. Κλείδωνε τις πόρτες, έβαζε δυνατά μουσική, φώναζε και έσπαγε πιάτα: ασφυκτιούσε. Δυστυχώς, οτιδήποτε και αν δοκίμαζε κανείς, στο τέλος αποδεικνυόταν μάταιο. Ο ψίθυρος επέστρεφε κάθε στιγμή δριμύτερος, ο ψίθυρος στην πραγματικότητα δεν έφευγε ποτέ.

Τα νήπια και όσα μωρά γεννήθηκαν αυτή την περίοδο ήταν απολύτως σιωπηλά, σαν υπνωτισμένα∙ ανόρεχτα πλάσματα που μετά από λίγο σταμάτησαν να τρώνε και πεθάναν. Οι γονείς τους δεν νοιάστηκαν και πολύ∙ η φωνή ήταν ξεκάθαρη και αμείλικτη. Παραδόξως, οι μοναδικοί που έδειχναν άθικτοι απ’ το πέρασμα της αρρώστιας ήταν οι βαριά ηλικιωμένοι. Θα περίμενε κανείς ότι το αδύναμο ανοσοποιητικό τους δεν θα άντεχε και πολλά, όμως εκείνοι παρέμεναν απολυτά υγιείς. Ώσπου σιγά-σιγα η παραφροσύνη και οι τσιρίδες και τα υγρά βλέμματα γεμάτα τρόμο των παιδιών τους, δημιούργησαν ένα απαίσιο ποτάμι που τους παρέσυρε. Πλέον είναι και κείνοι το ίδιο χαμένοι με ‘μας. Αντιμετωπίζουν την όλη κατάσταση βουτηγμένοι στην κατάθλιψη, μια κατάθλιψη κοιμισμένη και υποτονική σαν όνειρο. Όταν μεταφερθήκαμε στα πάρκα, ήταν οι μονοί που δεν ήθελαν ν’ ακολουθήσουν. Δεν τους ενδιέφερε, δεν καταλάβαιναν στ’ αλήθεια τον λόγο. Αντιθέτως για μας ήταν μια καινούρια αρχή γεμάτη ελπίδες. Όπως αντιληφθήκαμε μετά από κάποιο διάστημα, στα σπίτια δεν ήταν κανείς ασφαλής.

Ο γαλανός ουρανός, ο απέραντος και διαυγής ουρανός του καλοκαιριού ήταν μια υπόσχεση. Ξαπλώσαμε στα χορτάρια και ατενίσαμε το άπειρο και ανασάναμε. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, η βελτίωση στην ποιότητα της ζωής μας ήταν αισθητή: τουλάχιστον το χώμα απορροφούσε τα λυσσασμένα χτυπήματα των χεριών, τουλάχιστον από πάνω μας δεν υπήρχαν τούβλα έτοιμα για αίμα∙ έστω και επιφανειακά, ησυχάσαμε. Οι δρόμοι της πόλης και οι παλιές κατοικίες ερήμωσαν. Κοιμόμασταν στο γρασίδι, τρώγαμε ότι βρίσκαμε στα παρατημένα μαγαζιά και συνεχίζαμε να κοιτάμε ψηλά, ζητώντας βοήθεια απ’ τα άστρα του Αυγούστου. Παλεύαμε με σθένος. Ήταν εκείνος ο καιρός που κάποιοι -από παλιά θρησκευόμενοι- άρχισαν να ισχυρίζονται πως ήμασταν καταραμένοι για τις αμαρτίες μας, πως η Τελική Κρίση συνέβαινε εκείνη την στιγμή μέσα μας και συνέβαινε με την μορφή της τρέλας. Άλλοι με ελπίδα διακήρυσσαν ότι η θεραπεία θα ’πεφτε σαν μάννα απ’ το διάστημα, το γεμάτο τάξη και λογική και αμέτρητη προνοητικότητα διάστημα. Τίποτα απ’ αυτά δεν συνέβαινε και το σφυροκόπημα συνεχιζόταν. Υπόγεια και εργατικά, συνεχιζόταν. Στην ψυχή ή στο νου; Στο πνεύμα ή στην ύλη; Παγιδευμένοι σ’ έναν ηλεκτροφόρο βρόχο περιμέναμε ανήμποροι.

Και τα χειρότερα ήρθαν. Οι πρώτες καταιγίδες του φθινοπώρου επιδείνωσαν δραματικά την κατάσταση μας. Δεν ήταν μονάχα οι φυσικές δυσκολίες που είχαμε να αντιμετωπίσουμε εκτεθειμένοι σε κάθε μορφής κρυοπάγημα, αλλά κυρίως και πάνω απ’ όλα, η ολοένα και αυξανόμενη ένταση του εσωτερικού μας ηχείου. Λες και οι αστραπές φόρτιζαν μυστηριωδώς εκείνη την φωνή, λες και οι κεραυνοί διέγειραν τον παθιασμένο βασανιστή μας. Γρήγορα επικράτησε γενικευμένο χάος. Κυλούσαμε στις λάσπες, μπουκωνόμασταν με φυτά και πέτρες, προκαλούσαμε πόνο και εμετούς. Και έβρεχε και συνεχίζαμε. Οτιδήποτε για να μην ακούμε, οτιδήποτε για να αντέχουμε, το κάναμε. Όμως τα λογία ήταν ξεκάθαρα και αμείλικτα. Στο τέλος υποκύψαμε: φοβισμένοι γυρίσαμε πίσω στην πόλη, στα τρομακτικά διαμερίσματα μας. Φλερτάραμε με τον θάνατο∙ ένας σεισμός, μια ηλεκτροπληξία, κάποιο σίδερο που ξεκόλλησε ή ένα απρόσμενο γλίστρημα στο πάτωμα∙ oλα πιθανά, όλα υπαρκτά. Και μπορεί ο ήλιος να εμφανίστηκε κάποιες μέρες αργότερα, αλλά τα νευρά μας ήταν πλέον τσακισμένα για τα καλά. Έπρεπε να δοθεί ένα τέλος.

Στην χθεσινή συνέλευση ήρθαν όλοι. Κάποιοι περπατώντας στα τέσσερα, κάποιοι με την παλάμη κολλημένη στο σημείο της καρδιάς∙ άπαντες ταπεινωμένοι. Ήρθαν όμως. Και πάρθηκε η απόφαση. Αύριο είναι η μεγάλη μέρα. Το μεσημέρι θα μαζευτούμε στο κεντρικό πάρκο και θα αυτοκτονήσουμε μαζικά. Ο καθένας με οποίον τρόπο διαλέξει. Δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ άλλη σωτηρία εκτός απ’ τον θάνατο, ξέρω με βεβαιότητα όμως, πως η πράξη μας θα ’ναι μεγαλοπρεπής και υπό μια έννοια, ηρωική. Ήδη σήμερα νιώθω πολύ καλύτερα. Η φωνή έχει σχεδόν σωπάσει και όσο έγραφα τα παραπάνω, ούτε που την άκουσα. Ένας άσχετος θα πίστευε πως έχω γιατρευτεί, πως κάποιο θαύμα συνέβη και είμαι πλέον καλά∙ εγώ γνωρίζω τα διαβολικά κόλπα της και δεν πρόκειται να με ξεγελάσει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s