saratsis_giorgis

*[ο τίτλος από την φράση της Νανάς Ησαΐα «Ύδρα, ημερομηνία άγνωστη»]

Και βλέπει μέσα στο σκοτάδι
ένα σπιτάκι φωτισμένο
και της μορφής της το μαγνάδι.

Το σπίτι τρέχει ή το τραίνο
ή μήπως έτρεχε το βράδυ
προς το δικό της πεπρωμένο.

Μ. Γκανάς, απόσπασμα

Καμιά φορά σκέφτομαι πόσο ρεμάλι είμαι. Εγώ που το παίζω συναισθηματικός, άνθρωπος παλιού καιρού. Αυτό όμως το πλήρωσα ακριβά. Ακόμα το πληρώνω. Εγώ που δεν συνόδευσα τις σχέσεις των ερώτων μου, των έτερων ήμισύ μου, στην τελευταία τους κατοικία. Και ήταν αυτές, που μου έδωσαν και το πήρα, το μέγιστο ηθικό δίδαγμα. Το έχω τύψεις. Πάρα μόνο καθόμουν και έπινα. Αν νομίζετε ότι οι τρελοί δεν είναι επικίνδυνοι, γελιέστε. Ρωτήστε τους ειδήμονες.

Όμως αυτήν ήταν η άμυνά μου τότε, αυτή και τώρα. Στην οποιαδήποτε δύσκολη στιγμή. Το πιόμα. Αν και κάποια χρώματα (αυτό της αγνότητας) τα έχω κόψει. Και το ξύδι το έχω στο ναδίρ της χρήσης, έστω και σε καφενεία. Σε καφενεία κάτωθεν του περιπτέρου.

Ο Πάνος, ο Μιχάλης, η Λιάνα, ο Παναγιώτης, οι συμφοιτητές και οι ντίλερ, χαμένοι με τα χρόνια. Στην βαθιά καταχνιά της προ–προηγούμενης δεκαετίας. Τότε που τα τσιγαρόχαρτα κόστιζαν σε ελληνικά φράγκα όσο ένα πακέτο τσιγάρα. Εγώ κολλημένος στα Ζιτάνς, που δεν τα έβρισκα εύκολα και στο καλό αλβανικό που τότε αφθονούσε παραδόξως εκεί στην Πάτρα Αχαΐας. Και εγώ θεωρούσα τον εαυτό μου φρουρό της. Φρουρός του σπιτιού, της χαράς και της ελευθερίας μου.

Με στοίχειωσε αυτό το σπίτι. Το υποφωτισμένο και όμως μέσα στο φως. Στον 4ο όροφο και όμως το απόλυτα βελούδινο υπόγειο. Στα Ψηλά Αλώνια και όμως στην πιο λούμπεν περιοχή. Με τις σύνηθες ντελικάτες μυρουδιές τεστοστερόνης, ερωτευμένος πάντα μέσα στο μυαλό μου, που τα βράδια έλιωνα με τζαζιές από τον Ημέρα fm και τα λόγια της Λίνας (που τα είχα και σε βιβλίο με τίτλο «Ολογράφως») το μπουσούλισμά μου στον έρωτα.

Ντελικάτες μυρουδιές τεστοστερόνης, όχι βαρβατίλας. Ερωτευμένος πάντα με ένα κοριτσάκι και πολλά αγοράκια ως τυχερά, τότε που δεν παραδεχόμουν ότι ήμουν ομοφυλόφιλος, απλώς έκανα το κέφι μου. Με ντελικάτες μυρουδιές τεστοστερόνης, όχι βαρβατίλας. Και ας θεωρούσα τα αντρικά μου αρώματα το αντίθετο. Γιατί όπως έχει ήδη ειπωθεί, ένας φοιτητής καυλώνει λιγότερο από κάποιον άλλον που δεν είναι φοιτητής. Εγώ εκεί έκανα τον φοιτητή, το τζόβενο που του άρεσε να καθαρίζουν τα πουρά. Πριν σπάσω τα μούτρα και πριν αρχίσω να τρέμω. Και όσο κι αν δεν το καταλάβαινα, τώρα ξέρω ότι ήταν η πιο κουλτουρέ/σοφιστικέ περίοδος της ζωής μου.

Πάνε αυτά, πάει και η υπέρλαμπρη νεότητα, αλλά ο σπόρος της εστέτ απομόνωσης έμεινε. Όσο και αν την κοροϊδεύουν, όσο και αν πάντα έτσι ήμουνα, όσο και να μην το καταλαβαίνω… Γιατί εγώ «δεν τραγουδώ για να ξεχωρίσω από τον κόσμο, εγώ τραγουδώ για να ενωθώ με τον κόσμο» , αν και πάντα σε «φτώχεια μαζί με την τιμή».

Και ήρθαν οι πρώτες γκρίζες μέρες. Τουτέστιν το κυνηγητό. Από τους πάντες. Απόπειρα αυτοκτοκτονίας (δυνατή) στις 2 Σεπτεμβρίου του ‘99.

[εικόνα: © Γιώργης Σαράτσης]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s