wil

Στο αναπηρικό καρότσι καθισμένος, το σκοτάδι καρτερούσε,
Κι έτρεμε στο άθλιο γκρι κοστούμι που φορούσε,
Δίχως πόδια, χέρι ως τον αγκώνα ακρωτηριασμένο. Μέσα από το πάρκο
Φωνές αγοριών σαν εμβατήριο ηχούσαν θλιμμένο,
Φωνές παιχνιδιού και χαράς στο τέλος της μέρας,
Ώσπου η σύναξή τους για ύπνο επήλθε ως προστασία μητέρας.

Τέτοια ώρα η Πολιτεία τόσο πρόσχαρα εκινείτο
Όταν τα νυχτερινά λαμπιόνια βλάσταιναν στα δέντρα γαλανά,
Και τα κορίτσια άστραφταν πιο θελκτικά στην πυκνούμενη σκοτεινιά,-
Εκείνα τα χρόνια τα παλιά, προτού τα γόνατά του χαραμίσει.
Τώρα ποτέ ξανά δεν θα γροικήσει πόσο λεπτή
Είναι των κοριτσιών η μέση, ή πόσο θερμά τα ευαίσθητά τους χέρια.
Όλες τον αγγίζουν σαν να έχει κάποια αδελφίστικη ασθένεια.

Υπήρξε αρτίστας των περιστάσεων κατώτερος,
Καθώς, πέρυσι, της νεότητάς του ήταν νεότερος.
Τώρα, είναι γέρος· στα πόδια του δεν θα ξανασταθεί·
Το σφρίγος του πολύ μακριά από εδώ έχει χαθεί,
Στραγγίχτηκε σε οβίδων κρατήρα ώσπου άδειασαν τα αγγεία,
Και η μισή ζωή του ολίσθησε στης μάχης τη βία
Και από το μηρό του ποτάμι το αίμα εκτινάχθη.

Κάποτε του άρεσε το πόδι του σαν ήταν ματωμένο
Μετά τους αγώνες, τον μετέφεραν σε ώμους σηκωμένο.
Ήταν μετά το ποδόσφαιρο, αφού κάνα ποτάκι είχε πιει,
Νόμιζε πως θα ’πρεπε να καταταγεί. – Τώρα αναρωτιέται γιατί.
Κάποιος είχε πει με τα κιλτς θεόμορφος θα ήταν,
Γι’ αυτό· και ίσως, επίσης, την Μέγκυ του για να ευχαριστήσει,
Ναι, ήταν αυτό, τα ανόητα κορίτσια για να ευχαριστήσει
Ζήτησε να καταταχθεί. Δεν χρειάστηκε παρακάλια να πει·
Το ψέμα του έγραψαν χαμογελαστά: ετών δεκαεννιά.

Τους Γερμανούς δεν σκέφτηκε διόλου· η ενοχή τους όλη,
Και των Αυστριακών, δεν τον απέτρεψε. Και κανένας φόβος
Του Φόβου δεν τον κατέκτησε. Τις χρυσοποίκιλτες σκεφτόταν λαβές
Για ξιφίδια σε καρό φορεσιές· ζωηρούς στρατιωτικούς χαιρετισμούς·
Και φροντίδα οπλισμού· και αναχώρηση· και απολαβές·
Συναδελφική αλληλεγγύη· και για νεαρούς νεοσύλλεκτους αναφορές.
Και σύντομα, στρατεύθηκε με τυμπανοκρουσίες και ζητωκραυγές.

Κάποιοι τον επεφήμησαν επιστρέφοντας στην πάτρια γη, αλλά όχι με Γκολ κραυγή.
Μόνο ένας εντεταλμένος που του έφερε τα τυπικά
Τον ευχαρίστησε· και για την ψυχή του ρώτησε μετά.

Τώρα, θα περάσει σε ιδρύματα λίγα άθλια χρόνια,
Και θα κάνει πράγματα σύμφωνα με τους κανόνες συνετά,
Και θα λάβει όση τον ελεήσουνε συμπόνια.
Απόψε πρόσεξε πως των γυναικών τα μάτια
Τον προσπέρασαν για να φτάσουν δυνατούς άντρες αρτιμελείς.
Πόσο κρύα είναι κι αργά! Γιατί δεν έρχονται πια
Για ύπνο να τον βάλουν; Γιατί δεν έρχονται πια;

Advertisements

3 thoughts on “Σακάτης, Wilfred Owen | μτφρ. Μαρία Ανδρεαδέλλη

  1. Καλημέρα σας. Δεν σας το κρύβω: έχω μείνει ενεός. Πέρα κι απ’ το άψογο, πέρα κι απ’ το τέλειο το μετάφρασμα της κας Ανδρεαδέλλης. Για το ποίημα, του Wilfred Owen, τί να πει κανείς; Παραθέτω μονάχα δύο στίχους του από το «From my Diary, July 1914»; «Stars/Expanding with the starr’d nocturnal flowers». Σας ευχαριστώ.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s