saratsis

Μια μέρα δίχως νέα

Είναι μια μέρα δίχως νέα
αφού κυριαρχούν τα χθεσινά
όταν με αποκάλεσαν ξένο
πάλι
και με ρώτησαν ποιας εθνότητας
είμαι
εκείνης των προγόνων μου – ξαναείπα
η πολλοστή σπατάλη εξηγήσεων
άχνη της γλώσσας του Δάντη.

Μια μέρα δίχως νέα
στον κήπο μου δυο κερασιές άνθησαν,
μοσχοβολούν βάρβαρα διαμάντια
και μεταδίδουν
τα νέα του σήμερα.

***

Finis Terrae

Στη πνοή του κόσμου
οι μαχητικοί άνθρωποι
κατέπληξαν τους πάντες
με τους σιγηλούς τους νόμους –
συστρέφεται το έγκλημα.

Τώρα μέσα σε τούτη τη μαύρη τη κουρελιασμένη τρύπα –
αρχαία όσο κι ο χρόνος
δε θα φτιάξω τίποτα απ’ όσα πίστευα,
κάπου θα τακτοποιηθώ,
περιμένοντας να περάσει η φονική μανία.

Οι φωλιές του χειμώνα ψηλά στηρίζουν τον κόσμο
ωσάν αντικατοπτρισμό
κανένα μαστίγιο δεν τις παρασέρνει,
μόνο ένα ρίγος το κάνει στο καθρέφτη –
είναι η ανθρώπινη finis terrae.

***

Συμφωνία του Griffen

στον Πέτερ Χάντκε

Ένας άνθρωπος του Βορρά
που αγαπάει το Νότο
και τους αυτόχτονους πληθυσμούς.
ένα κορμί λιγνό
σα σπαθί
διαπερνά το βλέμμα.

Μια λειτουργία στις εικόνες –
κάτι το οικείο
γάλα και στάρι
για τις νηστείες μας,
για την άμυνά μας;
μια μορφή του Γκέτε
που μεταβίβασε την αιδώ
των στίχων μου Mein Nichts –
συμφωνία του Griffen.

***

Επιστροφή στο σπίτι μετά απ’ ένα χρόνο

Επιστρέφω στο σπίτι μετά απ’ ένα χρόνο
στον πληγωμένο τάπητα των βημάτων μου
η επιμονή του σκότους γίνεται πιεστική

περπατώ προσεχτικά για να μη σπάσω κάτι
αν και γνωρίζω πως τα πάντα έχουν ήδη εξαφανιστεί

μόλις που ανοίγει το πένθος της πόρτας,
ο στιλπνός ιστός της αράχνης
δεν ελπίζει τίποτα καλό.

Η μεγάλη σκάλα δεν οδηγεί σε καμιά συνάντηση,
η μοναξιά των πινάκων
που κανείς πια δεν κοιτάζει,
τα ρούχα στις ντουλάπες –
εσφαλμένη παρουσία.

Τα πάντα είναι ακίνητα όπως στη φωτογραφία,
Μητέρα,
το κρεβάτι σου – σκάφος πλοίου –
μεταξύ γης και αέρα –
μεταξύ ζωής και θανάτου
εδώ είναι που η σταθερή φωνή σου με ικέτευσε:
«Πάρε ό, τι σ’ αρέσει
και ό, τι δεν σ’ αρέσει
και πάρε το μαζί σου».

Απ’ το ταβάνι σαν πάγου κρύσταλλα
μόνο σκέψεις ισχνές κατεβαίνουν
απ’ ένα δωμάτιο στ’ άλλο πηγαίνουν:
«Να μην σ’ εγκλωβίσουν παρά μόνο τα λόγια σου,
κι είναι αληθινά μόνο τα όνειρα που κυνηγάς».
Εδώ πλένονται τα πιατικά με τα δάκρυα
οι καθρέφτες αποκαλύπτουν
τη μορφή της απουσίας σου,
οι καθρέφτες με κολακεύουν.

Η φωνή μου που σε καλεί από συνήθεια
και χάνεται στο νήμα του κεντήματός σου.

Στα βλέφαρα η σπιτική δροσιά
το μόνο δώρο που κανείς δεν μπορεί να μου δώσει.

***

Θα πρέπει να υπάρχει

Θα πρέπει να υπάρχει ένας τρόπος
να μάθουμε
να μην υποφέρουμε
να μη διερωτόμαστε
πώς και γιατί
έγιναν πολλές αναχωρήσεις
στη ζωή μας
δίχως καμία προειδοποίηση.

Θα πρέπει να υπάρχει κάποιος
για να μας εξηγήσει
πώς να μη πέσουμε
στο βάραθρο του τίποτα
χωρίς να ενοχλήσουμε
τη Δεύτερη Επιστολή προς Κορινθίους
που, εξάλλου, είναι και πασχαλινή –

μια διδασκαλία απαλών λεξημάτων
που πάντα να ‘ναι πρόχειρη
κι όλη μας την αντίληψη να ελευθερώνει.

***

Ο εχθρός

Ήρθε απ’ τα σύννεφα ο εχθρός
και ξανά μας επιτέθηκε
μια θαλασσοταραχή σκυλόψαρου
οι γονατισμένες ελιές,
εμείς πια χωρίς μάτια.

Ήρθε ο εχθρός απ’ τη στεριά
μιλούσε με τόνους
μιας γλώσσας όλο διακοπές
χωρίς να μας δίνει να καταλάβουμε
ποιες ήταν οι ερωτήσεις
ποιες οι απαντήσεις
με κοριούς στις υδρορροές

εμείς ξένοι στα σπίτια μας
αυτοί φιλοξενούμενοι με υποκλίσεις
θα μας διώξουν
δίχως σεβασμό για τα λόγια –
είτε μιλάμε, είτε σιωπάμε
κάποιος υπαινιγμός στο παρελθόν
και οι σχολές των πασνταράν
τα πάντα πια ξεπερασμένα – λένε
άξια είναι η ευγένεια της σκέψης.

***

Θα ήθελα να ξέρουν

Θα ήθελα να ξέρουν
ότι δεν εγκατέλειψα
τα χαρακώματα
των αμπελώνων και των ελιών

Θα ήθελα να ξέρουν
ότι δεν αντάλλαξα
τη λευτεριά
του μετανάστη

για μια χούφτα αλάτι
για έναν σωρό κολακείες

Θα ήθελα να ξέρουν
ότι δεν έχω μπερδέψει
τη γλώσσα μου
μήτε τα σύνορα
της πατρίδας μου

ένα κουτί σπίρτα
που καίει –
η στάχτη ένα τζάμι θαμπωμένο
ένας παντοτινός παγερός καθρέφτης
ένα χρυσωρυχείο της αναγέννησης

Θα ήθελα να ξέρουν
ότι μια φλόγα δεν αρκεί
για να γίνει μια φωτιά
αλλά μερικές φορές
ένα μπουκάλι μόνο κρασί
μεθάει ολόκληρο το χωριό.

***

Αγάπη

στον Λουΐτζι, εσαεί

Σε επέλεξα για να πυρπολήσεις
τη καρδιά μου –
της αρχαίας δυναστείας
των πολεμιστών

Σε επέλεξα για να φυλακίσεις
τη ψυχή μου
που του σώματος
πήρε τη μορφή

Σε επέλεξα
για να δημιουργήσεις τη σιωπή
κάτω απ’ τον ίσκιο της βελανιδιάς

γιατί απ’ τον αγέρα με έκλεψες,
το εγκώμιο έπλεξες
της μελαγχολίας μου
και δρέπεις τυφλή
την ευτυχία μου –

όταν ανθίζουν τα ρόδα.

Σε επέλεξα

***

Ευτυχισμένος συλλογισμός

Ακόμα συνόδευσέ με ευτυχισμένε συλλογισμέ
εσύ που γνωρίζεις τη γλώσσα των Ρώσων χορικών

τώρα που η θάλασσα έγινε μουσαφίρισσα στην ακρογιαλιά,
οι ομπρέλες απαλλαγμένες από το σάπιο ψάρι

κι εγώ έρχομαι εδώ από νύμφες προσκαλεσμένη
αφού πέρασα
από δρόμους που οι άγγελοι περπατούν
οι απωλέσαντες το μέλι της νιότης –

το παιδί μαθαίνει
ο άντρας παλεύει

μεγάλος πάντα εορτασμός η τελετή
του γάμου μου με τη θάλασσα

***

Το όνομά μου είναι γραμμένο στο σύννεφο

Είναι γραμμένο το όνομά μου
πάνω στο σύννεφο
μνημονεύει το θρύλο της οικογένειας –
ο πατέρας μου δραπέτευσε
απ’ το στρατόπεδο συγκέντρωσης
η μητέρα μου άκουσε
να ουρούν τα αστέρια.

Είναι τ’ όνομά μου γραμμένο
πάνω στο σύννεφο
εδώ μαζεύονται οι θύσανοι της αιωνιότητας
μια εφεύρεση που μιλά τη γλώσσα
των ηρώων και των σκλάβων της ανθρωπότητας.

Το όνομά μου είναι γραμμένο
πάνω στο σύννεφο
ο μόνος γάμος
με το μέλλον.

***

Απ’ τον ποιητή

Θα σου δείξω τη νύχτα της ανθρωπότητας
όπως την είδε ο ποιητής
μια μέρα λιανισμένη από ολέθρια νέα
όταν ο φόβος καταπίνει τον ορίζοντα,
όταν έληξε το διαβατήριο του αγγέλου σου
και εκλείπει το όνομα της δρόσου –
πράγματα που από μόνα τους εξηγούνται.

Γρήγορη πρέπει να είναι η απόφαση
να ακονιστούν τα μαχαίρια
να είναι έτοιμα τα άλογα
Να περιληφθεί κάθε εξόριστο αλφάβητο
Οι τόμοι της προσωπικής εγκυκλοπαίδειας
τα βιβλία που διαβάστηκαν και μαζί μου πέρασαν
την αιωνιότητα,
τα βιβλία που διαβάστηκαν και είναι ασπίδες σαμάνων.

Θα σου δείξω τον κόσμο με ψίχουλα ψωμί
Ένα άθικτο φως διατηρεί
η ψυχή
που μες στο πλήθος ριψοκίνδυνη παλεύει
Σου στέλνει την αυγή της αυγούστειας Ρώμης
το σούρουπο του λαζαριανού Βελιγραδίου
και τα φρύδια της Ανατολής του Βερολίνου της Δύσης.

***

Ο γιος μου ο Ίγκορ

Να μπορούσα να χορτάσω κοιτώντας
το πρόσωπό σου μια για πάντα
κι εσύ να μπορούσες να χορτάσεις το δικό μου
για να μη κυνηγάμε πάντα
το αύριο –
ποιο θα είναι;

Γιε μου αγαπημένε,
όπως επιμένει
η επιθυμία να κοιτάζω το πρόσωπό σου
και να το θυμάμαι,
όπως ο ύπνος περιορίζει την όραση
και με κρατάει στο σκοτάδι
όταν σε αποσπά ως την επόμενη μέρα,

να χορτάσεις εσύ το πρόσωπό μου
και να το θυμάσαι
να μη χορταίνω εγώ το δικό σου
κι αργά αργά να το χάνω.

***

Φλέγεται η Βιβλιοθήκη της Γκράντισκα

Φλέγεται η Βιβλιοθήκη της Γκράντισκα
μετά απ’ εκείνη του Σαραγιέβο
μετά απ’ εκείνη της Βαγδάτης,

μόνο μια διαφορετική σειρά συμβάντων
εν καιρώ ειρήνης, εν καιρώ πολέμου.

Αυτό που είδα θα μπορέσει ποτέ να εξηγήσει
ό, τι πια ποτέ δεν θα μπορεί να βιωθεί:

ήταν ο κύριος Σούμποτιτς ο πρώτος που
με είδε να μπαίνω στη Βιβλιοθήκη
στα επτά μου χρόνια με συμβούλεψε το Κουόρε*
καμία παρατήρηση·
στα δεκαεφτά μου το Ντόκτορ Ζιβάγκο
εγώ επέλεξα τα Ποιήματα του Πάστερνακ,
πολύ τολμηρό·
ήταν ο κύριος Σούμποτιτς ο πρώτος που
με είδε να βγαίνω ευτυχής απ’ τη Βιβλιοθήκη,
με μια απόφαση που μύριζε δροσιά.

Πέθανε η Βιβλιοθήκη της Γκράντισκα
κι όλοι της οι κάτοικοι πυρπολημένοι

μαζί με κείνους κοινώνησα
στη Βιβλιοθήκη της Γκράντισκα
και τώρα πιάνομαι απ’ τις ρίζες της χλόης
τα πάντα διατηρούν οι ποιητές
και τα μηδαμινά
μητρικής γλώσσας
αγαπημένης γλώσσας
που διασώθηκε.

*στην Ιταλία πολύ γνωστό βιβλίο για παιδιά του Εντμόντο ντε Αμίτσις


Εργοβιογραφικό σημείωμα: Η Στέβκα Σμίτραν γεννήθηκε στη Μποζάνσκα Γκράντισκα, πόλη της Βοσνίας Ερζεγκοβίνης, όπου και πέρασε τα παιδικά χρόνια, τα οποία η ίδια θεωρεί κεντρικό γεγονός της βιογραφίας της και της ποιητικής της. Τελείωσε τις πανεπιστημιακές της σπουδές στο Βελιγράδι και εγκαταστάθηκε μετά στην Ιταλία. Ποιήτρια, μεταφράστρια, δοκιμιογράφος και καθηγήτρια Πανεπιστημίου, δημοσίευσε πολλά δοκίμια για τη ποίηση στη σλάβικη γλώσσα (σέρβικα, κροάτικα, ρώσσικα, της FYROM), μετέφρασε και παρουσίασε στην Ιταλία έργα του Ίβο Άντριτς, Μίοντράγκ Πάβλοβιτς και άλλων. Για την Ανθολογία της ποίησης στη πρώην Γιουγκοσλαβία (1996) έλαβε το βραβείο μετάφρασης «Καλλίοπε». Εξάλλου της απονεμήθηκαν διάφορα βραβεία για ανέκδοτη και δημοσιευμένη ποίηση. Δημοσίευσε τις εξής ποιητικές συλλογές: Σλάβιτσα (1966-1999) σε σερβο-κροάτικη γλώσσα το 2000, Τα πράγματά μου (Μόγιεστβάρι) δίγλωσση ιταλο-σερβο/κροάτικη, το 2003, Ιταλικά και πέρα το 2004 και Απ’ την αυτοκρατορία, στα ιταλικά, τον 2007. Δημοσίευσε επίσης το βιβλίο ιστορίας Οι ουσκόκοι. Πειρατές, εξεγερμένοι, πολεμιστές μεταξύ της οθωμανικής και αυστριακή αυτοκρατορίας και της Δημοκρατίας της Βενετίας (2009). Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες στην Ιταλία και στο εξωτερικό. Είναι Γραμματέας του διεθνούς βραβείου “NordSud”, Λογοτεχνίας και Επιστημών του Ιδρύματος Pescarabruzzo. Το 2007 το American Biographical Institute την ανακήρυξε “Great Women of the 21st Century”.

[εικόνα: Γιώργης Σαράτσης]

Advertisements

2 thoughts on “Ποιήματα, Στέβκα Σμίτραν | μτφρ. Crescenzio Sangiglio

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s