DNurkse.png

Μια Νύχτα στο Μπρούκλιν

Ξεκουμπώσαμε ένα κουμπί,
σβήσαμε το φως,
και σε κείνο το στενό κρεβάτι
κτίσαμε την τέλεια πόλη —
πύργους νερού, υδροδεξαμενές,
στέγες από ζεστή άσφαλτο, πάρκα,
σηπτικές δεξαμενές, οδικές αρτηρίες,
το Κανάρσι, περίπλοκα κανάλια,
την ακτή, υποθαλάσσια όρη,
ακρωτήρια, νησιά, την επόμενη ήπειρο,
μόνο με τις παλάμες των χεριών μας
και τις άκρες των γλωσσών μας, μετά
φτιάξαμε το ίδιο το σκοτάδι, και τότε
ήρθε η ώρα της αυγής
και κλείσαμε τα μάτια
και μετρήσαμε από μέσα μας
μέχρι που ανέτειλε ο ήλιος
κι έπρεπε όλα να τα κάνουμε κομμάτια
γιατί μονάχα ένα Μπρούκλιν μπορούσε να υπάρχει.

***

Νύχτες Στη Χερσόνησο

Δεν μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε τους εαυτούς μας απ’ την ατέλειωτη δημιουργία μας.
Πάντοτ’ εμείς κατασκευάζαμε χρόνο, Θεό, παράδεισο,
τα λούπινα τα καμπανόσχημα, την αδρόκοκκη φτελιά
και την απαλή οξιά. Φτιάχναμε τον νυχτερινό ουρανό από έναν σκουριασμένο μεντεσέ,
τη θάλασσα από έναν αναστεναγμό και μία χάντρα ιδρώτα. Κάναμε έρωτα
πολύ πριν την αυγή. Ο ένας συνεχώς μετέβαλλε τον άλλο,
προσθέτοντας στο πρόσωπό του ένα λάγνο βλέμμα, ή ένα πονηρό χαμόγελο ακόμη και στον ύπνο.
Ποιο είδος εργαλειοποιού κατασκευάζει την εξορία και την αιωνιότητα
και τις ωθεί να παραβγαίνουν όπως το παιδί τον δείκτη και το μέσο δάχτυλό του;
Ακόμα και στα όνειρα φέραμ’ εμείς το βάρος του ξυπνήματος, το ’παμε πόνο.
Ακόμα και στην έκσταση είχαμε σχέδια και χάρτες. Στο πλέον βαθύ όνειρο
δεχθήκαμε το δώρο του θανάτου – έβρεξε στη χερσόνησο εκείνη.
Ο άνεμος σαν το σφουγγάρι πέρασε πάν’ απ’ τις δίρριχτες σκεπές.
Τα φύλλα έδειξαν μια λευκή πλευρά, με νεύρα σαν το κύμα στην κορύφωσή του.
Νομίσαμε πως ήμασταν σχεδόν στο σπίτι. Ποτέ δεν είδαμε τον κόσμο αυτόν
αλλά τον νιώσαμε, σαν την αναπνοή μιας γάτας στους καρπούς μας:
ήμασταν παντρεμένοι, οι μέλισσες μας λάτρεψαν, ο ωκεανός μπορεί και να τραβιόταν
το παιδί μουρμούρισε πάνω από μια χούφτα χώματος και σάλιου.

***

A Night in Brooklyn

We undid a button,
turned out the light,
and in that narrow bed
we built the great city—
water towers, cisterns,
hot asphalt roofs, parks,
septic tanks, arterial roads,
Canarsie, the intricate channels,
the seacoast, underwater mountains,
bluffs, islands, the next continent,
using only the palms of our hands
and the tips of our tongues, next
we made darkness itself, by then
it was time for dawn
and we closed our eyes
and counted to ourselves
until the sun rose
and we had to take it all to pieces
for there could be only one Brooklyn.

***

Nights On The Peninsula

We could not separate ourselves from our endless making.
We were always fabricating time, God, paradise,
the bell-shaped lupines, the rough-grained elm
and smooth beech. We made the night sky from a rusty hinge,
the sea from a sigh and a bead of sweat. We made love
long before dawn. We constantly modified each other,
adding a leer to the other’s face, or a smirk, even in sleep.
What kind of a tool-maker invents eternity and exile
and makes them race, like a child with the index and middle finger?
Even in dreams we bore the burden of waking, we called it suffering.
Even in a trance we had maps and blueprints. In the deepest dream
we received the gift of death—it rained on that peninsula.
The wind passed like a sponge over the gambrel roofs.
The leaves showed a blank side, veined like a cresting wave.
We were almost home, we thought. We had never seen this world
but we sensed it, like a cat’s breath against our wrists:
we were married, the bees loved us, the ocean might relent,
the child muttered over a handful of dust and spit.


Dennis Nurkse: Αμερικανός ποιητής, γεννημένος στις 13 Δεκεμβρίου του 1949. Οι γονείς του ήταν Ευρωπαίοι που μετοίκησαν στην Αμερική κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τέλειωσε το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και έκανε διάφορες δουλειές από τη δεκαετία του 1970, από εργάτης εργοστασίου μέχρι μουσικός του δρόμου, δάσκαλος νηπιαγωγείου, αλλά και καθηγητής δημιουργικής γραφής σε Κολέγιο και σωφρονιστικό κατάστημα, αργότερα. Η ποίησή του είναι λυρική, γραμμένη σε στίχο ελεύθερο και αναφέρεται τόσο σε προσωπικά όσο και δημόσια θέματα. Έχει, μεταξύ άλλων, εκδώσει τις ποιητικές συλλογές A Night in Brooklyn (Alfred A. Knopf, 2012), The Border Kingdom (Alfred A. Knopf, 2008), και Burnt Island (Alfred A. Knopf, 2006). Έχει εργασθεί για τη Διεθνή Αμνηστία και για άλλους Οργανισμούς Προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Έχει χρισθεί Poet Laureate του Μπρούκλιν και έχει διακριθεί και βραβευτεί αρκετές φορές.

Πηγές:
https://www.poets.org/poetsorg/poet/d-nurkse
https://www.poetryfoundation.org/poems-and-poets/poets/detail/d-nurkse

Advertisements

2 thoughts on “2 ποιήματα, Dennis Nurkse | μτφρ. Σοφία Γιοβάνογλου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s