saratsis (3)

[* Το ποίημα γράφτηκε δύο εβδομάδες μετά τη σφαγή στη Μαρικάνα και αφού ο ποιητής είδε το γλυπτό «Ο Μεταλλωρύχος» του Pitika Ntuli με την πράσινη κυματοειδή σιδερένια κουβέρτα. Στις 16 Αυγούστου του 2012 κατά τη διάρκεια μιας απεργίας από τους εργαζόμενους σε ορυχείο πλατίνας στη Marikana, βόρειο-δυτικά του Γιοχάνεσμπουργκ, η αστυνομία σκότωσε εν ψυχρώ 34 μεταλλωρύχους και τραυμάτισε πέρα από 70 άλλους. Πρόκειται για τη χειρότερη αστυνομική βία στη Νότια Αφρική από το τέλος του απαρτχάιντ] [i]


Κλείνουνε οι ψηφιακές εικόνες,
μας κούρασαν οι οθόνες.
Με σφαλισμένα τα τουφέκια τους
μετά την τρίτη μπύρα
πέφτουνε στο κρεβάτι οι πολισμάνοι.
Ήσυχη η νύχτα, το μεταλλείο κλειστό.
Μοναδικό τραγούδι αυτό του ανέμου
καθώς ορμάει στο συρματόπλεγμα .
Κλειστά τ’ αυτιά μας στο προγονικό
κτύπημα του ταμπούρλου
Στη Μαρικάνα έχει πεθάνει, λες,
η ανθρωπότητα
Το τι είπε ποιος σε ποιόν, ασήμαντη είναι λεπτομέρεια.
Η οργή της μέρας πρέπει να καταλαγιάσει,
να πήξει πρέπει το αίμα
Γυρίζω πίσω τη σκηνή,
επαναφέρω τους μεταλλωρύχους στη ζωή
Όλο γυρίζω πίσω μάταια τη σκηνή
κι η πρώτη σφαίρα
Εμφανίζεται ξανά, ξανά κι η δεύτερη,
κι η επομένη κι η επομένη.
Μάταια γυρίζω πίσω τη σκηνή, πάλι και πάλι, μάταια.
Η εικόνα του ανθρώπου με την πράσινη κουβέρτα- σάβανο επιμένει
Ποιος ύφανε στ’ αλήθεια την κουβέρτα αυτή, ποιο νάταν τ’όνομα του;
Υπότιτλους δεν έβαλαν κάτω από
των σωμάτων τους σωρούς
ονόματα δεν τύπωσαν
πάνω στα άμορφα κρανία τους
Μια ομίχλη άγνοιας, μια παγωμένη καταχνιά
έχει υφανθεί στο κάλυμμα του σκοτωμού
Ο αργαλειός κι αυτός εμμένει,
η υφάντρα αποκοιμήθηκε.
Η γη των ισχυρών ανέμων θα παραλάβει
τον άνδρα γυμνό
Η γη θα τρώει τη βελονιά,
θα λειώσει την κλωστή
μόνο η εικόνα παραμένει, κι εγώ,
μάταια
επιχειρώ πίσω το πλάνο να γυρίσω,
και να τον φέρω πίσω στη ζωή
για να οδηγήσει πάλι
τον λόφο στο τραγούδι
Μάταια όμως, το πλάνο όλο γυρνά μονάχο πίσω
Άλλο ένα Mpondo, [ii] άλλος ένας Λόφος του Nquza, [iii] άλλος ένας Λόφος-Θαύμα [iv]
Σίγησαν οι πυροβολισμοί: άλλη μια μυρμηγκοφωλιά
Θυμάσαι αγάπη μου,
το περιδέραιο με το θαυμάσιο πουλί
από βασιλική πλατίνα σκαλισμένο;
Στο δώρισα για να σφραγίσω την αγάπη μας.
Δεν ήταν έργο ενός θανάσιμα απερίσκεπτου και ιδιοφυούς αγγέλου;
Πόσο όμορφο ήταν το πουλί
με το δελεαστικό του ράμφος
χρώμα πορτοκαλί με πράσινες ανταύγειες;

Πέταξε το λοιπόν, αμέσως,
Σε κάτι απαίσιο και μοχθηρό θα μεταμορφωθεί απόψε
γύρω στον τρυφερό λαιμό σου
και θα πονάει πολύ γιατί τα μέταλλα μας
είναι τα πιο σκληρά απ’ όλα.
Χρυσός, μαγγάνιο, χυτοσίδηρος
Ναι, και πλατίνα
Η ανθρωπότητα θαρρείς και πέθανε στη Μαρικάνα.
Ποιο είναι τούτο το αρχαίο πνεύμα-Mzimu [v]
που μας καρφώνει απόψε με το βλέμμα;
Σκεπάστε τους καθρέφτες
Το φεγγάρι σβήστε
Τις λίμνες τσιμεντώστε.
Ο δρόμος προς την έπαυλη του Αφέντη
φλέγεται με λουλούδια λαμπερά το χάραμα
απ’ των οστών το φώσφορο
κι από πλεόνασμα οξυγόνου .
Τέτοιες φλόγες, τέτοιος φλογάτος ήλιος
και θρήνος τέτοιος από τις παράγκες
πλάι στα θειούχα φτέρη…
Κι εγώ να λαχταρώ την καταιγίδα,
τον χείμαρρο, τη λάβα της αποκατάστασης
τα εκδικητικά πνεύματα ν’ αμβλύνουν
του ελικοπτέρου τις λεπίδες, εις μάτην όμως.
Αυτοί επιμένουν:
Κυνήγι κι αλιεία πέστροφας, πάρεργα προσφιλή τους
Δημοπρασίες διαμαντιών και έργων τέχνης
Κι ονειρεμένα άλογα επιβήτορες .
Τα εύκαμπτα δάχτυλά τους που ψαχουλεύουν
δέρματα της ανατολής και ασημένια κρύσταλλα
μετρούν κρανία πολιτικών
στο θησαυροφυλάκιο τους.
Η μίρκατ τρέχει
μέσα από την οσμή του αίματος
Θέλω να τρέξει μέσα από την δυσωδία του αίματος,
είναι η μασκότ, το ζωντανό τοτέμ
ο βαθύς βράχος του ορυχείου,
αυτή που φυλάει γενεές γενεών από τον διάβολο της νύχτας
αυτή είναι εκεί, όπως τα ανήσυχα
πνεύματα των προγόνων
από το βράχο-πρόσωπο
σιτίζοντας τένοντες και κουτάβια

Την παροτρύνω:
οι γυναίκες που έχουν κάποτε
αγαπήσει τους νεκρούς
τα υποστατικά που έχουν ποτιστεί με ιδρώτα κι ορμόνες
η απαθής φύση που έχει ακούσει τα τραγούδια τους
οι μεταλλωρύχοι του καθημερινού μας πλούτου που εμμένουν να αψηφούν
το σκληρό τοπίο των νέων Ερινύων
η μίρκατ επιμένει –
Η ραγισμένη ασφάλεια των τάξεων εμμένει
η υφάντρα επίσης είναι εκεί –
Πράσινες κουβέρτες – σάβανα των ονείρων μας
η ανθρωπότητα έχει πεθάνει στη Μαρικάνα

Η απεργία τέλειωσε.
Οι νεκροί πρέπει να επιστρέψουν
στη βάρδια τους.

ποιητική απόδοση: Έλλη Παιονίδου
κατά λέξη μετάφραση: Νίκος Τριμικλινιώτης

***

Marikana*

By Ari Sitas

The digital images fold as the TV screen tires
The cops, rifles in cabinet, past their third beer are edging towards bed
The night is quiet as the smelter has been closed,
the only music is of the wind on razor wire
the ears are too shut to hear the ancestral thuds on goatskin
humanity has somehow died in Marikana
who said what to whom remains a detailed trifle
the fury of the day has to congeal, the blood has to congeal
I reverse the footage bringing the miners back to life
in vain, the footage surges back and the first bullet
reappears and the next and the next and the next
and I reverse the footage in vain, again and again in vain

The image of the man in the green shroud endures
Who wove the blanket and what was his name?
There are no subtitles under the clump of bodies, no names
stapled on their unformed skull
A mist of ignorance also endures, a winter fog
woven into the fabric of the kill
The loom endures too, the weaver is asleep
The land of the high winds will receive the man naked
The earth will eat the stitch back to a thread
What will remain is the image and I in vain
Reversing him back to life to lead the hill to song
In vain, the footage surges back
another Mpondo, another Nquza Hill, another Wonder Hill
the shooting quietens: another anthill

My love, did I not gift you a necklace with a wondrous bird
pure royal platinum to mark our bond?- was it not the work of the
most reckless angel of craft and ingenuity? Was it not pretty?
Didn’t the bird have an enticing beak of orange with green tint?
Throw it away quickly, tonight it will turn nasty and gouge
a shaft into your slender neck
And it will hurt because our metals are the hardest- gold, pig iron, manganese
yes, platinum
Humanity has somehow died in Marikana

What is that uMzimu staring back at us tonight?
Darken the mirrors
Switch off the moon
Asphalt the lakes

At dawn, the driveway to the Master’s mansion
Is aflame with flower, so radiant from the superphosphates
of bone
of surplus oxygen and cash,
such flames, such a raw sun
such mourning by the shacks that squat in sulphur’s bracken
and I wait for the storm, the torrent, the lava of restitution
the avenger spirits that blunt the helicopter blades in vain

these also endure: the game and trout fishing of their elective chores
the auctions of diamond, art and share
the prized stallions of their dreams
their supple fingers fingering oriental skins and their silver crystals
counting the scalps of politicians in their vault

The meerkat paces through the scent of blood
I want it to pace through the scent of blood,
she is the mascot, the living totem
of the mine’s deep rock,
the one who guards the clans from the night’s devil
she is there as the restless ghosts of ancestors
by the rock-face
feeding her sinew and pap

goading her on:
the women who have loved the dead alive
the homesteads that have earned their sweat and glands
impassive nature that has heard their songs
the miners of our daily wealth that still defy
the harsh landscape of new furies
the meerkat endures-
torn certainties of class endure
the weaver also endures: there-
green blankets of our shrouded dreams
humanity has died in Marikana

The strike is over
The dead must return
to work.

*(after a tough two weeks and seeing Pitika Ntuli’s miner sculpture with the green corrugated iron blanket)


[i] Μετά από δικαστική έρευνα τριών ετών προέκυψε ότι πρέπει να αναζητηθούν ευθύνες για την στάση των αστυνομικών αλλά και των πολιτικών προϊσταμένων της (βλ. ντοκιμαντέρ για τη Μαρικάνα, https://www.enca.com/marikana)

[ii] Οι AmaMpondo ή Mpondo ανήκουν σε μια εθνοτική ομάδα των Xhosa, της οποίας η πατρίδα είναι στη σύγχρονη επαρχία Eastern Cape της Νοτίου Αφρικής (σημαίνει Ανατολικό ακρωτήρι). Οι Pondoland είναι μια φυσική περιοχή στις ακτές του Eastern Cape στον Ινδικό Ωκεανό και βρίσκεται στην παράκτια ζώνη της επαρχίας.

[iii] Η σφαγή Ngquza Hill έγινε στις 6 Ιουνίου 1960. Άνδρες και γυναίκες ανέβηκαν στο λόφο Ngquza Hill και ορκίστηκαν να αγωνιστούν για την ανεξαρτησία του Transkei και να διακινούνται ελεύθεροι, χωρίς τις άδειες και διατυπώσεις που επέβαλαν οι αρχές του καθεστώτος απαρτχάιντ, τα λεγόμενα «dompass». Λέγεται ότι όταν ανέβηκαν λόφο Ngquza αποφάσισαν να πολεμήσουν τη λευκή διακυβέρνηση και τους καταπιεστικούς νόμους με όλα τα αναγκαία μέσα. Η συνάντηση στην κορυφή του λόφου σκόπευε να οργανώσει την επανάσταση των αγριτών για την υπεράσπιση της γης τους.

[iv] Στο αγγλικό πρωτότυπο «Wonder Hill», στα Αφρικάανς «Wondercop» που είναι το όνομα του λόφου.

[v] Πρόκειται για παραδόσεις των Ζουλού όπου λατρεύουν τους αρχαίους προγόνους. Το uMzimu είναι μια εκδοχή του συλλογικού προγονικού πνεύματος Amatongo (βλ. “AMATONGO; OR, ANCESTOR WORSHIP”, στο http://www.sacred-texts.com/afr/rsa/rsa06.htm). Εκφράζει τη συνέχεια στο χώρο και χρόνο και το πνεύμα αντίστασης στις αποικιακές επιβουλές. Αυτή είναι και η ηθική βάση στις τοπικές παραδόσεις αντίστασης ότι κανείς, όσο παντοδύναμος κι αν είναι, δεν μπορεί τελικά παρά να λογοδοτήσει.

[εικόνα: Γιώργης Σαράτσης]

Advertisements

One thought on “Μαρικάνα | Αριστείδης Σήτας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s