saratsis (5)

[ Νύχτες που μύριζαν θάνατο ]

Στα δεκαπέντε μου ή τώρα στα σαράντα / Θα ούρλιαζα με τόσο λίγο πένθος

Ξέρεις, ίσως να μην πράττουμε καλά
που αφήνουμε τις εποχές
να μετρούν την αντοχή μας
Κι επιρρεπείς τόσο δεν είμαστε
για μία τέτοια υστεροφημία
Αφού και οι εποχές βίαιες υπάρχουνε, τόσο που δεν καταλαβαίνεις
για πότε μπαίνουν μέσα σου σαν πολιτεία ολάκερη
ο μαύρος γάτος, ο τσαλαπετεινός και το σπουργίτι,
το παιδικό παιχνίδι που βρίσκει στο πατάρι ο αδερφός
Κι ό,τι κρύβεις στη μνήμη σου
σημαίνει Ψυχοσάββατο
Κι ό,τι απωθείς ποντάρει κι επιμένει σε εξάρες
Έρχεται, είπαν, πρόωρος χειμώνας
Ούτε να κλάψουμε δεν θα ’χουμε καιρό
Ποιος ξέρει αν εκείνοι ή άλλοι κυνηγοί
λόγω βιασύνης ή αφηρημάδας
θάψουνε κάποιον άλλονε
αντί για εμάς.

***

[ Παραλίμνια ]

Ίσως μία μέρα
να μην είναι ο χρόνος πλέον
μια σημαντική υπόθεση
Να εμπεδώσουμε πόσοι ξοδεύτηκαν αδίκως
σε αναχωρήσεις και επιστροφές
Τι καταδίκη είναι η αιωνιότητα
Γιατί οι κλέφτες οι καλοί
δεν επανέρχονται ποτέ στον τόπο του εγκλήματος
Γιατί στο μεταξύ
η γη κινείται
κάτω από τα πόδια μας
Ώστε είν’ αδύνατον να καταλάβουμε
πώς πέρασε τα σύνορα η ώρα.

***

[ Απουσιολόγος ]

Το Φθινόπωρο τελείται υποδειγματικά / Ο κόσμος ένα φύλλο που πέφτει και πέφτει

Αυτοί που αγνοούν τον ίλιγγο της πτώσης
ας μάθουν πόσο κακή μαθήτρια υπήρξα εγώ στην φυσική,
πόσο πολύ παιδεύτηκα να αποφύγω τις συνέπειες μιας όποιας πρόσκρουσης,
τις θεωρίες τις γενικές πως μία κατακόρυφη βολή είν’ όλη κι όλη η ζωή
ίσως κι ένα τελεσίγραφο
πως δεν υπάρχει χρόνος μετά τον χρόνο ενεστώτα
– σαφώς είναι μια έντιμη εκδήλωση
η γνώση των συνεπειών –
όμως ψιλά τα γράμματα
δεν μπλέκω τα φτερά σε συρματόσχοινα
Μου ταχυδρόμησες
– παράπονο δεν έχω –
πάντοτε στον ύπνο.

***

[ Ξημερώνει ανάποδα ]

Κατεβαίνει ως τις φτέρνες το βουνό / Ένα κρεβάτι χώμα / Να δω,
απλώνει το αίμα στο βαμβάκι;

Μην φανταστείς πως θα σου γράφω
Ούτε εποχές
Ούτε διάθεση για ποίηση
Κλεισμένος ο καιρός από παντού
Στα ορεινά, στα πεδινά και στα παραθαλάσσια
Κι εξάλλου βρέχει
Να καταπιώ δεν προλαβαίνω τη βροχή
Γι’ αυτό σε πελεκάω
Όπως τη δρυ στα παραμύθια τα δικά σου
Στεγνή κι όλο στεγνή
Κάθε απόψε
Τάχα, και πως την δική σου χώρα
Δεν την λένε Χιροσίμα.

***

[ Σεζάν σεσημασμένος ]

Μαυρίζει ο χρόνος
Όταν εκείνο το καναρινί που ντύνεσαι, πια
δεν το βλέπω πίσω απ’ την λευκή χλομάδα.
Ίσως τα οφθαλμοφανή μένουνε πάντα απαρατήρητα,
σε τεθλασμένες συναντάς το ευδιάκριτο σημείο των πραγμάτων,
η αταξία στη συντήρηση της τέχνης γενικώς σπουδαίο πράγμα
Όχι, δεν φιλοσοφώ εικάζοντας περί εικαστικών
Θέλει πινέλο ακριβείας
Το φτάσιμο στην άρνηση
Κι αυτό που λένε εκείνοι αφηρημένα πόνο
Με μεγαλώνει εκεί όπου δεν βρίσκεσαι
Είμαι απουσία-παχύδερμο, εμένα που με βλέπεις.

[εικόνα: Γιώργης Σαράτσης]

Advertisements

One thought on “Ποιήματα | Ειρήνη Καραγιαννίδου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s