zyg

Για την πλατεία Εξαρχείων έχουν γραφτεί πολλά. Καλά και κακά. Στον αστικό τύπο κυρίως κακά. Σε λογοτεχνία. Σε κάθε μορφής τέχνης. Τώρα που ο καθένας είναι στο κόσμο του, το να δημιουργήσουμε κόσμους είναι βασικό. Ο λόγος στον Χρήστο Ζυγομαλά, βασική persona της πλατείας. Τότε που η πλατεία είχε ήθος. Πριν την πνίξει η χυδαιότητα. Αφορμή στάθηκε η αυτοβιογραφία του «Η μπαλάντα της πλατείας». Εν αναμονή της έκδοσης. Της έκδοσης και της πορείας του…


Νίκος Λέκκας: Χρήστο, έσκασες στα Εξάρχεια στην μεταπολίτευση, έτσι;

Χρήστος Ζυγομαλά: Από το ‘75 και μετά. Τότε είχε ο Τέος Ρόμβος το βιβλιοπωλείο “Octopus Press” και εκεί μέσα είχαν μαζευτεί όλοι οι «τρελοί». Αμφισβητούσαν την εικόνα της λογικής, εκτός από αναρχικοί ήταν λίγο ντάντα, σουρεαλιστές και τέτοια όμορφα πράγματα. Τώρα όλα αυτά ήταν ένα συνονθύλευμα μαζί με τα πολιτικά, τα πανεπιστήμια… Όλα αυτά ήταν ένα. Δεν είχαν διαχωριστεί ακόμα οι πολιτικά σκεφτόμενοι και τα φρικιά…

Ν.Λ.: Τα φρικιά;

Χ.Ζ.: Τα φρικιά εμφανίστηκαν την επόμενη χρονιά του ‘76. Στην πλατεία εδώ. Τότε όλοι ήμασταν μια παρέα στο καφενείο του Ρούσσου και σιγά–σιγά διαχωριστήκαμε, δηλαδή αυτοί που ήταν πολιτικά σκεφτόμενοι κάτι σαν κομμουνιστές, ας πούμε. Καθόντουσαν εκεί στα τραπεζάκια τους ενώ οι υπόλοιποι πήγαν στα γρασίδι. Τότε η δομή της πλατείας ήταν εντελώς διαφορετική από την σημερινή, έτσι ο πρώτος διαχωρισμός ήταν… «καφενόβιοι» και «γρασιδόβιοι».

Ν.Λ.: Στο γρασίδι φαντάζομαι θα γινόντουσαν ωραία πράγματα. Ποίηση, λογοτεχνία, μουσική, συζητήσεις διεξοδικές και μη…

Χ.Ζ.: Παίζαμε καμιά κιθάρα, τότε όλοι ήμασταν αυτοδίδακτοι, υπήρχαν και ζευγαράκια, αγκαλιζόντουσαν… Πρώτα αρχίσαμε τις ξάπλες στην πάνω μεριά του γρασιδιού, πλατεία και Αραχώβης γωνία, και μετά επεκταθήκαμε πιο κάτω προς το ΤΣΑΦ, σε ένα-δύο χρόνια γέμισε όλο το παρτέρι της πλατείας… Ήταν μια εποχή που δεν βαριόσουνα ποτέ. Είχε τα πάνω της και τα κάτω της, είχε τα πνεύματα της μέρας, άλλα δεν βαριόσουνα. Γινόντουσαν συνέχεια πράγματα, τρέχαμε από εδώ, πηγαίναμε από εκεί, υπήρχαν παιδιά, που τα σπίτια τους ήταν εδώ γύρω, πηγαίναμε στα σπίτια τους, είχαμε και κάτι «παλαβούς» όπως έναν δικηγόρο που αργότερα τρελάθηκε, απογειώθηκε ο Νταλιάνης. Αυτός, είχε ένα δικηγορικό γραφείο εδώ πιο κάτω, είχε βγάλει μια σημαία στο μπαλκόνι του που έγραφε «ΚΑΤΩ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ» και μαζευόμασταν εκεί. Παιδάκια όλων το κατηγοριών: φρικιά, κοριτσάκια που το είχαν σκάσει από το σπίτι τους, ό,τι νά ‘ναι.

Ν.Λ.: Φρικιά τι εννοείς, αυτό που θεωρείτε σήμερα ανάγωγοι;

Χ.Ζ.: Τα πρώτα φρικιά ήταν παιδιά από μικροαστικές οικογένειες, από τα περίχωρα εδώ, από τις συνοικίες. Ήταν πολιτισμένα φρικιά. Δεν ήταν αυτό που βλέπεις σήμερα από το καρά-λούμπεν. Ήταν περισσότερο φρικοροκάδες, μαλλιάδες με μούσια που λένε…

Ν.Λ.: Τον Νικόλα Άσιμο πως τον γνώρισες; Για πολλούς σημερινούς θεωρείτε η μασκότ των Εξαρχείων, που μπορεί όταν ζούσε να μη ήταν ο άνθρωπος.

Χ.Ζ.: Ο Νικόλας δεν ήταν μασκότ. Ήταν μια φιγούρα που ξεχώριζε, με όλους τους τρόπους. Θα μπορούσες να τον πεις κακό αλλά δεν είχε πρόθεση κακή ο άνθρωπος, απλά ήταν στην κοσμάρα του. Ξεκίνησε να κάνει ένα είδος επανάστασης που μόνο αυτός ήξερε τι χαρακτήρα είχε. Κανένας δεν καταλάβαινε ποια επανάσταση εννοούσε ο Νικόλας, την όποια επανάσταση προσπαθούσε να την πραγματοποιήσει με την βοήθεια των φρικιών. Τώρα να στρατολογήσεις φρικιά για να κάνεις επανάσταση αυτό δεν γίνεται. Αυτοί τον απομυζούσαν γιατί ήταν όλοι τελμπεχανάδες και εκμεταλλευτές και στο τέλος ο Νικόλας τα έπαιξε και τους πέταξε με τις κλωτσιές έξω από την υπόγα τον χειμώνα του ‘78. Πήγα εγώ και τον βρήκα στα χάλια του τα μαύρα, του καθάρισα το σπίτι, τον βοήθησα και με ξαναγάπησε. Να σου πω κάτι: Είχα την ιδιότητα να εμψυχώνω και να ξαναζωντανεύω τον Νικόλα, μπορούσα και το έκανα, δεν ξέρω για ποιο λόγο, πως και τι, απλά μπορούσα, κατάφερνα και τον σήκωνα… Γι’ αυτό και με αναζήτησε λίγο πριν πεθάνει. Η συνάντηση δυστυχώς δεν έγινε, θα του έβρισκα λύση, πάντα υπάρχει μια λύση. Ένιωθε εγκλωβισμένος με την Έφη. Τον είχανε κατηγορήσει για βιασμό. Μια συνουσία με την Έφη είχε ο Νικόλας… Αυτή ούτε φώναξε, ούτε αντιστάθηκε, κάθισε τα έκανε όλα μαζί του και την άλλη μέρα πήγε σαν βλάκας και το είπε στους γονείς της. Και αυτοί τι κάναν; Κατάθεσαν μήνυση για βιασμό εις βάρος του Νικόλα. Η Έφη πήγε ύστερα και τα αναίρεσε αλλά η ζημιά είχε γίνει. Το κράτος είχε βρει ευκαιρία να μαγκώσει τον Νικόλα, είπαν να, τον πιάσαμε τώρα. Και του ‘στήσαν αυτή την δίκη, η όποια ήταν μια ακόμα πέτρα στο λαιμό του που τον έστειλε στο τάφο. Ήταν και άλλα, αλλά αυτή ήταν ίσως ή χαριστική βολή. Η Έφη ζει αλλά νομίζω ότι δεν θέλει να δει κανέναν, πρέπει να αισθάνεται και αυτή πάρα πολλές ενοχές. Η ίδια όμως κάποτε και εντελώς ανεύθυνα (ήμασταν φίλοι) μού είχε πει ότι τον μισεί τον Νικόλα, αλλά τα λόγια της Έφης δεν ήταν να τα παίρνεις ποτέ τις μετρητοίς. Έλεγε «μισώ» και δεν εννοούσε τίποτα. Έλεγε «μισώ» και εννοούσε πως δεν γουστάρω. Και έμενα με «μισούσε» μια εποχή που μου είχε επιτεθεί ο τότε άντρας της στο γρασίδι στα Προπύλαια και πλακωθήκαμε. Τότε ο καυγάς ξεκίνησε με την φράση «Εσύ να φύγεις από δω». Η Έφη όταν μετά από ένα χρόνο γίναμε φίλοι, γυρίζει και μου λέει «σε μισούσα». Δεν είχε βάρος αυτό το «μισώ» αλλά ήταν ο μοιραίος άνθρωπος, χωρίς να το επιδιώξει ακριβώς η ίδια. Βρήκαν ευκαιρία οι γονείς της, οι όποιοι ήταν κάτι βλαμμένοι, αυτοί την είχαν καταστρέψει, την είχαν κλείσει στο ψυχιατρείο. Αυτό επειδή η Έφη τους είπε μια μέρα, «το κρέας, είναι σάπιο» και υποτίθεται ότι ήταν ψυχοπαθής, επειδή δεν ήθελε να φάει το κρέας. Την πήγαν στο ψυχιατρείο και την πλακώσανε στα φάρμακα. Άμα αρχίζεις με τα χάπια είναι φαύλος κύκλος, δεν σταματάς, έχω και άλλα παιδιά που ξέρω. Άμα αρχίσεις τελείωσε. Πρέπει να βρεις την άκρια μόνος σου, δεν ξέρω με τι, με ψυχαναλυτή ενδεχομένως, αλλά από φάρμακα, ψυχιατρεία και γιατρούς μακριά…

Ν.Λ.: Η μεγαλύτερη ψυχανάλυση είναι η γραφή; Γράφεις ένα βιβλίο για αυτήν την εποχή που θα εκδοθεί το Οκτώβριο. Κοντός ψαλμός αλληλούια. Είναι 400 τόσες σελίδες και τα αναλύεις όλα…

Χ.Ζ.: Είναι μια σοβαρή ψυχανάλυση η γραφή. Βλέπεις τον εαυτό σου. Εγώ ξανάζησα μέσα από το βιβλίο που έγραψα με τίτλο «Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ», για να έχει σχέση και με την μουσική μου. Είμαι μουσικός, αγαπώ την μουσική. Έχω βγάλει μια παράνομη κασέτα σαν αυτές του Νικόλα την «Πολιτεία» το ‘82. Έβγαλα και μια άλλη, μια συλλογή από διάφορες ηχογραφήσεις διαφορετικών εποχών, μαζί και από το στούντιο που με είχε πάει ο Νικόλας στα Σεπόλια, εκεί που έκανε και τις δικές του τις κασέτες. Την ονόμασα «Το ξενέρωμα», ήταν μπαλάντες, ενάντια στην εποχή που ήθελε σκληρό ήχο, και επειδή ντρεπόμουνα που αυτές οι μπαλάντες ήταν ενάντια στο κλίμα, είπα να τις ονομάσω «Το ξενέρωμα»…

Ν.Λ.: Μια κασέτα που την έχω ακούσει και την βρίσκω φοβερά κριτική και καταγγελτική…

Χ.Ζ.: Ξέρεις τελικά τι ανακάλυψα. Ότι «Το ξενέρωμα» είχε δημιουργήσει φανατικούς οπαδούς. Τους αρέσανε αυτές οι μπαλάντες. Τώρα μάλιστα πρόσφατα έχω εμπλουτίσει, «Το ξενέρωμα». Το έχω μετονομάσει σε «LAS BALATAS» με 20 από τις πιο όμορφες μπαλάντες μου όλων των εποχών και το κυκλοφορώ στις συναυλίες μου.

Ν.Λ.: Με την θεωρούμενη ως επίσημη δισκογραφία είχες εμπλοκή; Όπως ο Νικόλας με τον «Ξαναπέ».

Χ.Ζ.: Μόνο με την σμυρναίικη ανθολογία από παραδοσιακά, εκεί ήταν και το τραγούδι που σου αρέσει το «Από κάτω από τις ντομάτες». Το είχε τυπώσει ο Τζώρτζ Όσμακ από την Σλοβενία που είχε το «Αντεργκράουντ» στην αρχή της Σολωμού δίπλα στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη. Ήταν χεβυμεταλάδικη εταιρεία, αλλά ξαφνικά ο Τζώρτζ αποφάσισε να τυπώσει ένα σμυρναίικο CD. Όταν πήγαινα εκεί μου φερόντουσαν πολύ καλά οι χεβυμεταλάδες. Μια χαρά παιδάκια ήταν, δεν με έκραξε κανένας.

Ν.Λ.: Με την υπόλοιπη Αγία Τριάδα, τον Παύλο Σιδηρόπουλο και την Κατερίνα Γώγου τι σχέση είχες. Υπαρκτή ως Αγία Τριάδα για κάποιους και για κάποιους άλλους μη υπαρκτή εφόσον στα Εξάρχεια υπήρχε αμφισβήτηση και μόνο.

Χ.Ζ.: Τα πρώτα χρόνια μέχρι το ‘81 δεν είχε εμφανιστεί κανείς τους. Στην παρέα των Εξαρχείων, δεν υπήρξε ούτε η Γώγου, ούτε ο Σιδηρόπουλος, ούτε ο Πουλικάκος. Παρόλο που τους εκτιμώ και τους αγαπώ όλους, δεν τους είχα δει. Ο Σιδηρόπουλος ήτανε μπλεγμένος μαζί μας, αλλά δεν εμφανίζονταν πολύ στην πλατεία. Η Γώγου είχε εμφανιστεί το ‘81 και την είδα να κάθεται σταυροπόδι έξω από το παράθυρο του Νικόλα με ένα στυλ σαν να διαλογιζόταν και μου έκανε εντύπωση γιατί εγώ την είχα περί πολλού, πως έμπλεξε με μας του αλήτες, έλεγα. Απορώ γιατί δεν έκανε πρώτους ρόλους και ήταν πάντα καρατερίστα, είχε τόσες αρετές. Παραδόξως η Γώγου με έβλεπε στο δρόμο και μ’ έβριζε και σκέφτηκα ότι επειδή ο Νικόλας την κούρδιζε μ’ έβριζε και αυτή χωρίς να τις έχω κάνει απολύτως τίποτα. Η Γώγου ήταν οπαδός του Νικόλα γιατί δεν υπήρξε της παρέας. Όλοι όσοι ήτανε οπαδοί του Νικόλα μού φερόντουσαν άσχημα. Δεν έδωσα σημασία. Κρίμα, θα μπορούσαμε να ανταλλάξουμε σκέψεις, αλλά βλέπεις εγώ δεν γυάλιζα. Κάποιοι άνθρωποι, που ποτέ τους δεν είχαν επαναστατήσει, που ποτέ τους δεν είχαν αμφισβητήσει τίποτα, έκαναν το Νικόλα alter ego τους, δεν θέλω να πω ονόματα. Αυτό που δεν μπορούσαν να κάνουν εκείνοι, το αντιπροσώπευε ο Νικόλας γι’ αυτούς. Και ξαφνικά βγήκαν και ήταν όλοι τους οπαδοί του Νικόλα. Αυτό το πράγμα εγώ δεν το εκτιμούσα και τόσο…

Ν.Λ.: Ο Σιδηρόπουλος;

Χ.Ζ.: Ο Σιδηρόπουλος ήταν άλλο. Ο Σιδηρόπουλος ήταν μοναδική περίπτωση. Ο Σιδηρόπουλος μου άρεσε, τον αγαπούσα, μ’ αγαπούσε, απλά δεν ήταν της παρέας των Εξαρχείων. Όποτε συναντηθήκαμε στη σκηνή μου φερότανε με ξεχωριστή εγκαρδιότητα. Δεν ήταν της φάσης που μαζευόμασταν, που τρέχαμε στις διαδηλώσεις… Μόνο στα «νταλαβέρια» της πλατείας.

Ν.Λ.: Οι ουσίες τι ρόλο έπαιζαν;

Χ.Ζ.: Οι ουσίες είχαν πλακώσει από τον χειμώνα του ‘76, μόλις σχηματίστηκε η πρώτη παρέα εδώ, εμφανίστηκαν και τα ναρκωτικά και μάλιστα τα βαριά. Και πιάσανε κορόιδα τα πιτσιρίκια, που ήμασταν εμείς τότε. Τους έλεγαν οι έμποροι: «Ξέρεις σήμερα, δεν έχω μαύρο, να σου δώσω λίγο άσπρο να την βολέψεις για μια βδομάδα, μέχρι για να ξαναβρώ». Αν όμως έβαζες στην φλέβα σου αυτό το δηλητήριο , γινόσουν εξαρτημένος. Ενώ με το μαύρο δεν είναι εξαρτησιογώνο. Έχω πιει εκατοντάδες μπάφους στην ζωή μου, αλλά δεν κόλλησα ποτέ. Τώρα δεν καπνίζω πια τίποτα εδώ και δεκαοχτώ χρόνια, ούτε απλό τσιγάρο. Πιστεύω μόνο στη θεραπευτική χρήση της κάνναβης και περιμένω να νομιμοποιηθεί τουλάχιστον αυτό. Μπορούσα να κάτσω και ένα χρόνο και δυο χρόνια χωρίς να καπνίσω ούτε ένα μπάφο, ενώ η ηρωίνη, αν δεν βαρέσεις έχεις σύνδρομα στέρησης, ψυχοσωματικά. Το ξέρανε αυτό, όλοι το ξέραμε, και ήταν χαζομάρα τους. Μας το είχανε πει οι πρώτοι που ήξεραν, μην πίνετε πρέζα. Αλλά αρκετά παιδιά από την παρέα πέσανε, το έβλεπαν λίγο σαν μαγκιά. Τους βλέπεις στο δρόμο πως περπατάν τα πρεζάκια, είναι στυλ και καλά είμαι κάποιος, περπατάν σαν τα μαγκάκια του Ψυρρή των αρχών του 20ου αιώνα. Έχουν αυτήν την persona. Έχουν αυτό το ψευτομάγκικο, το κουραδομάγκικο. Πολλοί φίλοι κολλήσανε, άλλοι ξεκόλλησαν με πολλούς κόπους και βάσανα, άλλοι πεθάνανε, άλλοι δολοφονήθηκαν….

Ν.Λ.: Η Σόνια ήταν της παρέας. Ο ποιητής Κωστής Τριανταφύλλου έχει γράψει ένα εκπληκτικό ποίημα. Το αναδημοσίευσε ο Χρηστάκης σε βιβλίο. Η Πάολα στο «Κράξιμο» έγραψε ένα πραγματικά υπέροχο κείμενο. Πώς ήταν η Σόνια και πως αντιμετωπίζονταν οι τρανς τότε;

Χ.Ζ.: Δεν είχαμε κανένα πρόβλημα με τους τρανς. Θα σου πω το εξής: Στο θέατρο Γκλόρια γινότανε η πρώτη συνέλευση τρανς που είχε γίνει ποτέ στην Αθήνα. Είχαμε μια αναρχική εκδήλωση κάπου και την ώρα που σχολάγαμε μας το σφυρίζει κάποιος, έτσι πήγαμε για συμπαράσταση. Μπαίνουμε γύρω στα 20 άτομα μέσα την ώρα που μιλάγανε, μας είδανε και πάθανε. Αυτοί οι άνθρωποι ήτανε φίλοι μας, παιδιά δικά μας. Τότε δεν ξεχωρίζαμε τους ανθρώπους από τις προτιμήσεις του. Ο καθένας όπως γούσταρε. Και η Σόνια το ίδιο. Ερχόταν, μιλάγαμε, μας έλεγε για την παιδική της ηλικία, καθότανε στα πόδια μας… Είχε μια σπιρτάδα, έλεγε και εκείνα τα ωραία ποιηματάκια, στην εκδήλωση ΚΡΟΚ του ‘79 που έχω ανεβάσει στο διαδίκτυο. Ακούγεται η Σόνια, η όποια ανέβηκε, είπε δυο-τρία ποιήματα, είπε και τραγουδάκια, είπε και το «Κορίτσι του φίλου μου» μπερδεύοντας τα γένη. Ήμασταν όλοι εκεί, εγώ, ο Άρης Ρέτσος ο ηθοποιός με το σαξόφωνο, ο Νικόλας να βρίζει τον κόσμο, να κατεβάζει τα βρακιά του. Ένα διαδραστικό θέαμα με όλη την σημασία της λέξεως. Έπιανε ο καθένας το μικρόφωνο και έλεγε ό,τι ήθελε. Ανέβηκε ένας πήρε το μικρόφωνο και είπε μόνο «γαμιέστε όλοι!» και κατέβηκε.

Ν.Λ.: Όλα αυτά τα καταγράφεις στο υπό έκδοση βιβλίο σου. Ένα βιβλίο εποχής…

Χ.Ζ.: Είναι η ιστορία της πρώτης περιόδου της πλατείας μέχρι το ‘84, που έφυγα. Το ‘84 την παράτησα την πλατεία γιατί είχε αποκτήσει χαρακτήρα βίας. Η πλατεία κατέληξε να είναι μια βίαιη πλατεία, το ξύλο να είναι ο τρόπος έκφρασης. Έφυγε η φαντασία, δεν υπάρχει πια ούτε χιούμορ, ούτε φαντασία, υπάρχει μόνο βία, μέσω της βίας λύνουμε τα προβλήματά μας. Σε μας τους παλιούς δεν μας αρέσουν αυτά και μαζευόμαστε στα πέριξ μαγαζιά, στους γύρω δρόμους από την πλατεία, μαζευόμαστε και τα λέμε, αναλύουμε λίγο την κατάσταση. Οι τωρινές μας παρέες δεν είναι παρέες που αναπολούμε. Καμιά φορά συζητάμε για αυτά. Στο κουρείο κάτω από την πλατεία -ένα αναρχικό κουρείο- μαζευόμαστε και κάνουμε κατάσταση, τραγουδάμε ρεμπέτικα. Με τον κουρέα τελειώνω και το βιβλίο μου…

Ν.Λ.: Τότε οι μόνιμοι κάτοικοι πως σας έβλεπαν; Από την κυρία που κατέβαζε τα σκουπίδια της, μέχρι;..

Χ.Ζ.: Οι μόνιμοι κάτοικοι το πρώτο καιρό μας έβλεπαν σαν τέρατα. Τώρα όλος ο κόσμος των Εξαρχείων, ακόμα και αυτοί που δεν έχουν καμία σχέση με την πλατεία, είναι λίγο ως πολύ εναλλακτικοί και τρελαμένοι. Ζούμε την εποχή του λαλήματος.

Ν.Λ.: Η άλλη όψη του οράματος ήταν ο θάνατος; Κάθε είδους θάνατος, βιολογικός, πνευματικός, ψυχολογικός. Δηλαδή αυτό που παλιά λεγόταν ως σύνθημα εντελώς λαϊκά, «Ζήσε γρήγορα και πέθανε νέος»….

Χ.Ζ.: Πολλοί από αυτούς έτσι έκαναν. Ο Νικόλας ας πούμε έφυγε στα 38. Νεότατος. Παιδί κατά κάποιο τρόπο. Αλλά ήταν και άλλοι που είχαν φύγει και πιο νωρίς ακόμα. Ο Δαυίδ, ας πούμε, έφυγε στα 33 του, ανακάτευε χάπια με αλκοόλ με σκοπό να πεθάνει και στο τέλος έπαθε ανακοπή. Έγραφε και ποιήματα. έχω κρατήσει μόνο ένα το όποιο είναι απίστευτο, το έχω απαγγείλει σε όλες τις εκδηλώσεις. Έχω κρατήσει ζωντανό το ποίημα γιατί είναι το μόνο που υπάρχει από αυτόν. Είναι απίστευτο, υπερλεξιστικό, σουρεαλιστικό. Και ξέρεις πως χάθηκαν τα ποιήματα του; Η οικογένειά του δεν τον είχε καθόλου σε εκτίμηση, ήταν το μαύρο πρόβατο. Μόλις πέθανε ο Δαυίδ έκαναν μια μετακόμιση στην επαρχία και πήραν μαζί και τα ποιήματα τα όποια «χαθήκαν». Βρήκα μετά από 30 χρόνια το αδερφό του, τα ζήτησα και μου είπε: «Αν τα βρω θα στα δώσω». Ακόμα περιμένω. Ο Δαυίδ ήταν από τον πυρήνα της πρώτης μας παρέας. Αυτά τα περιγράφω με λεπτομέρεια μες στο βιβλίο. Είναι ένα βιβλίο που έκτος από κείμενα έχει και φωτογραφίες-ντοκουμέντα. Στις πρώτες σελίδες αναφέρω την προϊστορία μου, πριν έρθω στα Εξάρχεια, τότε που ήμουν 19 χρονών. Μαζευόμασταν εκεί στην γειτονιά, στις Τζιτζιφιές σε ένα παλιόσπιτο που ζούσε ένας φίλος μας ορφανός και έπαιζε καλή κιθάρα. Έχω φωτογραφίες από τα πρώτα γκράφιτι που κάναμε το ‘69, με πινέλο. Είχαμε γεμίσει όλα τα δωμάτια και μετά αρχίσαμε να γράφουμε και έξω από το σπίτι. Έχω μια φωτογραφία έξω από το σπίτι αυτό, εμένα πάνω σε ένα μηχανάκι της εποχής και πίσω μου ο τοίχος γράφει τρέλα. Ήμουν μόνο 18 χρονών. Κάπου έχω και ένα φάκελο που δεν μπορώ να τον βρω με τα γκράφιτι που είχαμε κάνει το ‘81 επίσης με πινέλο στην κατάληψη της Βαλτετσίου.

Ν.Λ.: Εσύ ασχολήθηκες εκτός από την τραγουδοποϊία και με την γλυπτική καθώς και με την ποίηση.

Χ.Ζ.: Έχω κάνει μια αυτοέκδοση με ποιήματα τα «Cantos Desperados» έχω πάρει και βραβείο από λογοτεχνικό περιοδικό. Το «Cantos Desperados» είναι ένας αγγλικός όρος που σημαίνει ανυπότακτος στα σύνορα Μεξικού – ΗΠΑ τον καιρό του φαρ ουεστ. Αυτή η συλλογή έχει και επιτυχία. Έχω μέσα κάτι ποιήματα με αλληγορία πολιτική, κοινωνική και υπαρξιακή… Με την γλυπτική νιώθω σαν να κάνω έρωτα με την πέτρα… Έχω το πτυχίο της Καλών Τεχνών

Ν.Λ.: Είσαι ο άνθρωπος που δεν βαριέται ποτέ;

Χ.Ζ.: Δεν βαριέμαι ποτέ και αυτό θέλω να μάθω και στους υπόλοιπους ανθρώπους. Φτιάχνω εκδηλώσεις που συμμετέχουμε όλοι, ο καθένας λέει το ποίημά του, το τραγούδι του, ακούει τις γνώμες, συζητάμε μεταξύ μας, όχι στην κονσέρβα, μπαρ, δυνατή μουσική. αποξένωση. Μόνο ένα πράγμα καταλαβαίνω: Ζωντανή επικοινωνία, όχι εικονική.

Advertisements

One thought on “Συνέντευξη Χρήστου Ζυγομαλά στον Νίκο Λέκκα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s