Άτιτλο, Σωτήρης Παστάκας | μτφρ. από αγγλική Mitko Gogov

saratsis (3)

Сотириус Пастакас
(Грција)

Редица за храна
Ја поставив масата за еден.
За мене. Го вклучив тевето.
Седнав. За да се спаси капитализмот
потребно е да се жртвува секој од нас.
Телефонот заѕвони. Ти праша
дали може да дојдеш.
Можеш. Го исклучив тевето.
Станав. Капитализмот
крвари и умира. Реков.
Го сменив чаршавот.
Ја поставив масата за двајца.

***

Έστρωσα το τραπέζι για έναν.
Για μένα. Άναψα την τιβί.
Κάθισα. Για να σωθεί ο καπιταλισμός
απαιτούνται θυσίες απ’ όλους μας.
Χτύπησε το τηλέφωνο. Ρωτούσες
αν μπορούσες να περάσεις.
Μπορούσες. Έσβησα την τιβί.
Σηκώθηκα. Ο καπιταλισμός
αιμορραγεί και πεθαίνει. Είπα.
Άλλαξα τραπεζομάντιλο.
Έστρωσα το τραπέζι για δύο.

Advertisements

Το δωμάτιο Καραγιαννοπούλου | Παναγιώτα Τσιανογιάννη

gsar

Έρποντας πέρασε την αυλόπορτα. Απομεσήμερο χώθηκε στο Αρχοντικό με τη δύναμη νεαρού αγριμιού. Μάτια γεμάτα λάμες. Ολάκερο το αρχοντικό θα γκρέμιζε, φτάνει να έπνιγε εκείνο το Δωμάτιο που στοίχειωνε τη νιότη της βογγητά σκαρφαλωμένα στο λαρύγγι πόθου και μόχθου. Έπρεπε να ξορκίσει να θερίσει τους βωμούς. Να σκοτώσει. Να χωθεί στα ντουβάρια. Να τα ρίξει. Έπρεπε να ξορκίσει όλο τον κόσμο. Τον δικό της πρώτα τα κατσίκια που πατούσαν τη γλώσσα της. Να ουρλιάξει ήθελε και πια δε φοβόταν όπως το φως από τη γρίλια τρύπωσε στο Δωμάτιο. Ασβέστης έλουσε τα μαλλιά, γύρω πτώματα που η μνήμη τα ζωντάνευε. Τα έντυσε με άνθη. Ένα χαλινάρι σφίγγει το μίσχο τους. Μέσα τους έπρεπε να περάσει. Να κόψει το λουρί, ακόμη κι αν χρειαζόταν να καταπιεί την ανάσα. Ανθισμένα πτώματα πάνω στα στρωσίδια του άγιου κρεβατιού. Έπρεπε να ξορκίσει τον Θεό και τους αγγέλους. Τα σημάδια που πρώτα την απάτησαν, μετά την μνήμη και έπειτα το χρόνο. Δρασκελιές φονικές. Ριπές ανέμου σκίζουν τα σωσίβια. Έπρεπε να ξορκίσει, να καρφώσει στα χείλη το δωμάτιο, να το καταπιεί. Απένθητη όμως η σκέψη. Η μνήμη εχθρός. Βαμμένη πορφύρα, με την ίδια που έβαψε τα υφαντά πριν τα πατήσει εκείνος. Τώρα μαραμένος ο μίσχος, το λουρί έτοιμο να λιώσει στη γλώσσα όμοια με φίδι θα ρίξει τα ντουβάρια. Ολάκερο το Αρχοντικό αν χρειαστεί, άγρια γνάθος μασουλά πέτρες και ασβέστη και πλιθιά. Πόλεμος μπρος της. Απέξω εκείνος. Συλλέγει σφήνες του Αρχοντικού, βρίσκει τις φλέβες, παρατημένες από ’κείνη πετά με το ξεχασμένο της αίμα μα κείνο ξερό τον προδίδει. Οι ερπύστριες λιώνουν τη μνήμη. Άρωμα λεμονιού γεμίζει τον ασβέστη. Η παλάμη κρατά το ρόπτρο. Ένα γύρισμα και ντύνεται νύφη, κλέβοντας από το λευκό των αρμών. Το Δωμάτιο ζει μέσα από τις φυλακισμένες της φλέβες. Έπρεπε να ξορκίσει, να είναι ελεύθερη… Γυρίζει το ρόπτρο… Η Ομηρία τελείωσε.

2 ποιήματα, Γιώργος Σαράτσης | μτφρ. Χριστίνα Χαγιάρη

έτσι

Alors Olympos m’a “défendu”

à Nick. Vrettakos

Alors Olympos m’a défendu
et j’avais des conifères sur le toit
asphalte renversé
sous la bande de roulement
et grands chatons royaux
insectes sauvages
de la terre avec chair et sang

Pigment du corps
lune prête à prendre position ―
Rien n’est par peur
seul silence comme une mère
qui attend inutilement
son fils

Nous reviendrons et ce sera final

***

Έτσι μου στάθηκε ο Όλυμπος

στον Νικ. Βρεττάκο

Έτσι μου στάθηκε ο Όλυμπος
και είχα κωνοφόρα για στέγη
άσφαλτο χυμένη
κάτω απ’ το πέλμα
και από ψηλά βασιλικά γεράκια
άγρια έντομα
μιας γης με σάρκα κι αίμα

Παγανισμός το σώμα
φεγγάρι έτοιμο να πάρει θέση ―
Τίποτα δεν είναι για φόβο
μόνο η σιωπή σαν μάνα
που περιμένει ανώφελα
τον γιο της

Θα επιστρέψουμε κάποτε
και θα ’ναι οριστικό Διαβάστε περισσότερα

Ο Νίκος Λέκκας για τον Γιώργο Ζωγράφο

zolek

Καλοκαίρι στο χωριό. Μόνος. Απίστευτα μόνος. Με φραπέδες, ραδιόφωνο, τσιγάρα, βιβλία, ούζα και αναμνήσεις. Από την εποχή που πέταγα. Από τις διανοουμενίστικες αλητείες μου. Τότε που μπορούσα, τότε που άντεχα, τότε που είχα τα φράγκα. Τότε που αφουγκραζόμουν το μοιραίο στον ερώτα, αλλά δεν το είχα συναντήσει. Τότε που αφουγκραζόμουν το μοιραίο γενικά και ξεκλείδωνα το στόμα μου με λόγο, φιλιά και μπάφους. Τότε που ο λόγος στο τραγούδι ήταν η αρχή στην ποίηση. Λίνα Νικολακοπούλου ως αρχή. Μετά τα λαϊκά, η βιωματική ροκ του Σιδηρόπουλου, τα άναρχα του Άσιμου, οι ρεμπέτες. Ο ποιητικός λόγος του Αγγέλακα. Και ο έρωτας. Ο ρομαντισμός του. Χεράκι–χεράκι με τον έρωτά μου στα στενά της Πλάκας. Αγγαλιές και φιλιά, στα Αναφιώτικα -ουσιαστικές ψυχικές επαφές- πριν τις σωματικές σε φτηνά ξενοδοχεία του κέντρου. Και τα «σ’ αγαπάω» στις μπουάτ της Θόλου. Νέο κύμα πια στις προτιμήσεις μου, παράλληλα με τα προαναφερθέντα. Είχαν προστεθεί και οι άριες ως ολοκλήρωση του Α.Χ. Μεθυσμένος πάντα από το γιασεμί, τον έρωτα, τα ξύδια και εν γένει τις ουσίες. Και τα αρώματα του κορμιού. Το άψογα ξυρισμένο πρόσωπό του. Το χνούδι πάνω από τα χείλια μου. Γαλλικά τσιγάρα άνευ φίλτρου. Πάντα. Πριν το ρίξω στις ελληνικούρες. Μίμης Δεσποτίδης και «Επιθεώρηση Τέχνης». Ήθελα να γράψω βιβλίο για τον Μίμη Δεσποτίδη σε συνάρτηση με το περιοδικό. Διαβάστε περισσότερα

2 ποιήματα, Kerana Angelova | μτφρ. Μαρία Δούμπα

saratsis

Πέρασμα / Брод

Ξυπόλυτη μέσα απ’ τη σκόνη να βαδίζεις
απ’ το ταπεινό σου σπιτάκι το καλοκαιρινό ως το ποτάμι και πίσω
το βαθύ πέρασμα δίχως να το διαβαίνεις
να περπατάς με μπότες λασπωμένες γενικώς να βαδίζεις
μιας και στης ζωής το πλάνο νομάς μικρούλα είσαι
μιας και δεν έχεις ρίζες απ’ τα φυτά για να διαφέρεις
σου ’δωσε ο θεός τον τόπο αυτό για να τον βαδίζεις
τη σύντομη αυτή απόσταση να μην τελειώνει
απ’ το σπιτάκι σου το φτωχικό
μέχρι του ποταμιού την όχθη και πίσω
εκατοντάδες φορές και να μη τελειώνει Διαβάστε περισσότερα