zolek

Καλοκαίρι στο χωριό. Μόνος. Απίστευτα μόνος. Με φραπέδες, ραδιόφωνο, τσιγάρα, βιβλία, ούζα και αναμνήσεις. Από την εποχή που πέταγα. Από τις διανοουμενίστικες αλητείες μου. Τότε που μπορούσα, τότε που άντεχα, τότε που είχα τα φράγκα. Τότε που αφουγκραζόμουν το μοιραίο στον ερώτα, αλλά δεν το είχα συναντήσει. Τότε που αφουγκραζόμουν το μοιραίο γενικά και ξεκλείδωνα το στόμα μου με λόγο, φιλιά και μπάφους. Τότε που ο λόγος στο τραγούδι ήταν η αρχή στην ποίηση. Λίνα Νικολακοπούλου ως αρχή. Μετά τα λαϊκά, η βιωματική ροκ του Σιδηρόπουλου, τα άναρχα του Άσιμου, οι ρεμπέτες. Ο ποιητικός λόγος του Αγγέλακα. Και ο έρωτας. Ο ρομαντισμός του. Χεράκι–χεράκι με τον έρωτά μου στα στενά της Πλάκας. Αγγαλιές και φιλιά, στα Αναφιώτικα -ουσιαστικές ψυχικές επαφές- πριν τις σωματικές σε φτηνά ξενοδοχεία του κέντρου. Και τα «σ’ αγαπάω» στις μπουάτ της Θόλου. Νέο κύμα πια στις προτιμήσεις μου, παράλληλα με τα προαναφερθέντα. Είχαν προστεθεί και οι άριες ως ολοκλήρωση του Α.Χ. Μεθυσμένος πάντα από το γιασεμί, τον έρωτα, τα ξύδια και εν γένει τις ουσίες. Και τα αρώματα του κορμιού. Το άψογα ξυρισμένο πρόσωπό του. Το χνούδι πάνω από τα χείλια μου. Γαλλικά τσιγάρα άνευ φίλτρου. Πάντα. Πριν το ρίξω στις ελληνικούρες. Μίμης Δεσποτίδης και «Επιθεώρηση Τέχνης». Ήθελα να γράψω βιβλίο για τον Μίμη Δεσποτίδη σε συνάρτηση με το περιοδικό.

Στην Απανεμιά πρωτοείδα τον Γιώργο Ζωγράφο. Καθόμουν σ’ ένα γωνιακό τραπεζάκι. Είχα παραγγείλει κονιάκ. Μπορεί να ήταν και το πρώτο της ζωής μου. Τότε ένιωθα ορφανό. Από μωρό είμαι. Από την πλευρά του πατέρα. Ήθελα να ζω την νύχτα. Να με αγκαλιάζει η νύχτα. Βρήκα τις μπουάτ ως τον ιδανικό χώρο. Εκεί που αποθεώνετε ο άνθρωπος. Εκεί που αποθεώνεται ο έρωτας. Εκεί που αποθεώθηκε η εφηβεία μου. Και ο Γιώργος Ζωγράφος, η τέλεια φόρμα. Και όπως έχει γράψει ο Γεωργουσόπουλος, «ήρθαν χρόνια δεινά, ο Ζωγράφος αμετακίνητος, αιωνίως “ντεμοντέ”, γι’ αυτό αιωνίως πηγή αναφοράς της δίψας». Ταίριαζε γάντι. Ταίριαζε γάντι στις αναζητήσεις μου. Το λάτρεψα στο φουλ, όταν έμαθα ότι ήταν και εκείνος ορφανός και από τους δύο γονείς, καλλιτέχνες της λυρικής και του θεάτρου. Και πάντα πενθούσε. Τον θυμάμαι με μαύρο παντελόνι, μαύρα παπούτσια, μαύρο ζιβάγκο και από πάνω άσπρο πουκάμισο αρκετά ανοιχτό. Τραγούδαγε χωρίς μικροφωνική υποστήριξη. Και η σπουδαία φωνή του, αβίαστη, γέμιζε τον χώρο. Τον ζέσταινε. Σε μια παρατεταμένη στιγμή, μυσταγωγίες και ως γνήσιος μύστης δεν είχε (η μάλλον είχε;) το αναμενόμενο τέλος. Ούτε κιχ από κάτω. Ατέλειωτο αλκοόλ παντού, για τους «αλκοολικούς της τέχνης», για να επικαλεστώ τον Λαπαθιώτη, και τους «παλιούς έρωτες με τα βάσανά τους που ήταν του θανάτου. Πριν σφαλίσουν τα μάτια».

……………………………………………………………………………………

Κάθομαι και γράφω σ’ ένα Κορωπί, που όσο και αν η παλιοί αναρχικοί της γραφής όταν ακούνε την πόλη παθαίνουν ντελίριο, εγώ που το ζω, σας λέω ευθαρσώς ότι η λαϊκότητά του έχει χαθεί για πάντα. Κάπου εκεί στην μεταπολίτευση. Τώρα έχουμε εκλάμψεις πολιτισμού και προόδου αλλά κάτι υπέροχους γύφτους που κρατάν την λαϊκότητα και τον ερωτισμό στο ζενίθ τους. Πουλάν ναρκωτικά, κλέβουν και είναι άλλη ράτσα, λένε. Αυτή την λαϊκότητα και αυτόν τον ερωτισμό εξέφρασε και ο Γιώργος Ζωγράφος. Και ο Ζωγράφος πήρε την λαϊκότητα των χωριών και την ανασύνθεσε. Των ανώνυμων αλκοολικών, του μάγκα χασικλή, της γυναικούλας που περιμένει τον άντρα της να γυρίσει από το χωράφι και μετά από τις αλητείες. Του φιλομαθή νέου που η μοίρα του επιφύλασσε άλλα. Του έρωτα που είναι κτηνώδης άλλα πάντα εξανθρωπίζει. Των ερώτων που τους «πενθούμε γυμνοί και μεθυσμένοι». Σε ένα τραγούδι για την ζωή και το έρωτα. Χωρίς φράγκο στην τσέπη. Με γραπτά στο ενεργητικό του. Τρεις ποιητικές συλλογές. Από τις εκδόσεις Αιγόκερως, από τις εκδόσεις Βιβλιοφιλία–Σπανός και το κύκνειο άσμα του από τις εκδόσεις Βεργίνα. Γιατί ο έρωτας και η ζωή εκφράζονται με ποίηση. Μια ποίηση που έχει μπει στις φυλακές, στα αναμορφωτήρια, στις πιάτσες της μαγκιάς, στο DNA ανδρών και γυναικών. Όμορφων εφήβων έστω και με σπυράκια ακμής. Μικρών παιδιών που ζηλεύω την αναμελιά τους και το παιχνίδι τους (εν όλω, την αλητεία τους), των μεγάλων ανθρώπων που ενώ το σώμα δεν τραβάει, η ψυχή λέει άλλα. Τον κοσμοκαλόγερων. Των απόκληρων, των ρημαγμένων. Των σπαταλημένων ζωών. Των ανθρώπων που επιμένουν να είναι Άνθρωποι κόντρα στο γενικό ρεύμα και την σαθρότητα της εποχή μας.

Ο Γιώργος Ζωγράφος υπήρξε, πριν δημιουργηθεί το φαινόμενο Ζωγράφος. Τον απαιτούσε η εκάστοτε εποχή. Ένα πλάσμα φτιαγμένο από αγνά υλικά, εντελώς ξένα στους τεχνοκράτες και εξέφρασε την αποστολή κάθε άνθρωπου. Την δημιουργία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s