giorgis

Περνάω μέσα απ’ τη μια μέρα και βγαίνω στην επόμενη. Ο θάνατος βαρέθηκε. Περπατάει δίπλα μου με κουρασμένα μάτια καπνίζοντας κάτω από τη βροχή.

Μόνο μέσα στην νύχτα ακούω πια τις σκέψεις μου. Μου μιλούν με τερετίσματα σαν γρύλοι.

Στο δρόμο μου συναντώ συχνά τα μεγάλα παράθυρα. Πίσω από τις κλειστές κουρτίνες φτάνει στα πόδια μου το φως, σαν το ψιθύρισμα του αρρώστου.

Βαδίζω κι ας με ακολουθεί ο γκρεμός και ας βραχνιάσαν οι νεκροί που λεν και ξαναλέν το όνομά μου. Κι ας ήρθε στο όνειρό μου το φεγγάρι με τη ρωγμή επάνω στο λευκό. Την κοφτερή ρωγμή που άπλωνε τρίζοντας.

Σειρήνες και κόρνες καλύπτουν τα ζεστά μεσημέρια που απέμειναν μέχρι το τέλος. Τα αφήνω πίσω μου σιωπηλά όπως κλείνεις μια εφημερίδα. Φοβάμαι πως -αργά ή γρήγορα- θα περάσω μπροστά από τον πληγωμένο και δεν θα τον γνωρίσω.

Βαδίζω σταθερά κι όσο πηγαίνω, από παλιά συνήθεια, σηκώνω στον αέρα τα βουνά, πηγάδια ανοίγω και κατεβάζω τις προμήθειες με σκοινιά στον κάτω κόσμο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s