lek

Ο λόγος για το εκστατικό των δρόμων και των επαγγελμάτων του. Τη νιρβάνα και το υπέρτατο. Γιατί κάποια επαγγέλματα περιέχουν τη γνώση της πορνείας, όσο κι αν κάποτε είχε γίνει σύνθημα: “κάθε επάγγελμα με σκοπό το κέρδος, είναι πορνεία”. Η χάρη του πεζοδρόμιου εφάμιλλη με τα χιλιόμετρα των δρόμων, μεταξύ βέβαια κι άλλων επαγγελμάτων, όπως του περιπτερά, του φύλακα ή του ρεσέψιονιστ σε λαϊκά ξενοδοχεία. Γιατί κάποια επαγγέλματα σού αφήνουν το περιθώριο να είσαι ο εαυτός σου, χωρίς κλειστά παντζούρια. Έχουν φιλική συμπεριφορά. Και φίλος είναι αυτός που σου επιτρέπει να είσαι ο εαυτός σου. Παρόλο που ο εαυτός σου είναι καμιά φορά ο πιο σκληρός κριτής.

Ο κ. Κραουνάκης έγραψε για τους Νταλικέρηδες, το Ζωή νταλίκα κόκκινη, ο κ. Κολώνας, χρόνια πριν, είχε σηκώσει το τίτλο, Οι νταλίκες ταξιδεύουν πάντα νύχτα. Βεβαίως, και ο κ. Κραουνάκης και ο κ. Κολώνας έχουν δίκιο. Για εκείνες τις σκοτεινές, θεοσκότεινες αγάπες της νύχτας, με την ουσία της Αριστεράς στο κουκούτσι της ψυχής, την ουσία της Αριστεράς που δεν είναι απαραίτητο να εκφράζεται και στο ψηφοδέλτιο.

Δεν είμαι της θεωρίας ότι η νύχτα κρύβει λακκούβες. Λακκούβες κρύβει και η μέρα, καθώς, όπως άλλοι έτσι κι εγώ, κόπρανα και λάσπες έχω πατήσει και με το φως της ημέρας. Για να μη πω ΚΥΡΙΩΣ στο φως της ημέρας – στο δρόμο για το περίπτερο, στο δρόμο για την μπάρα, σε άσκοπες περιπλανήσεις. Με ήλιο ή με συννεφιασμένο ουρανό.

Οι δρόμοι και τα μυστικά τους. Κυρίως τα ανείπωτα μυστικά. Τα μυστικά των δρόμων. Πόσοι δεν έχουμε κρύψει και ανακαλέσει εαυτών εις τους δρόμους. Νύχτα. Στην εσωτερική μας αιώνια νύχτα. Που μόνο σε αδέσποτα σκυλιά και κεραμιδόγατους έχουμε αποκαλύψει. Σε μπάρμαν και σε ντιλέρια σπάνια. Πιο πολύ στους ταξιτζήδες. Ειδικά σε κάτι μαγκάκια, σπέσιαλ αλάνια, με μπλαζέ φωνή που ξέρουν το Άστυ και τα υπόγειά του τόσο καλά όσο δεν το ξέρουν οι πολεοδόμοι. Δεν λέω βέβαια, υπάρχουν και μαλάκες που μεταφέρουν κομματιασμένους και προσπαθούν να τους φερμάρουν.

Ο λόγος για τους ταξιτζήδες, τους ανθρώπους χωρίς όνομα. Που τη μέρας είναι μες στη μουρτζούφλα και τη νύχτα μεταμορφώνονται. Όσοι από αυτούς δουλεύουν νύχτα έχουν ένα ανείπωτο αχ, που μόνο οι ξενύχτηδες μπορούν να καταλάβουν. Ξενύχτηδες εκλεκτοί των ηδονών της νύχτας. Την νύχτας που μοιραία ωραιοποιεί. Και αυτή την ωραιοποίηση την έχουν ανάγκη. Γι’ αυτό και κάποιοι βαρύμαγκες δουλεύουν μόνο νύχτα. Και για να το πω πιο ποιητικά, μόνο η νύχτα υπόσχεται αυγή, ποτέ η μέρα. Και οι ανάσες του χαράματος είναι οι πιο δύσκολες και οι πιο ιδανικές. Μόνο για όσους έχουν κότσια. Κότσια που σε κάνουν να νιώθεις.

Ευτυχώς που υπάρχουν και οι κοινωνιολόγοι. Αυτοί που έχουν χριστεί αιρετικοί. Μεταξύ πολλών και ο Γιάννης Λογαράς με το βιβλίο του Ιστορίες της κίτρινης φυλής των εκδόσεων Σοφίτα. Στο εν λόγω βιβλίο παίρνουν το λόγο οι ταξιτζήδες της Αθήνας και διηγούνται τις πιο παράξενες ιστορίες που ’χουν διαδραματιστεί στο πίσω κάθισμα του ταξί τους. Ιστορίες αστείες και αναπάντεχες, πίκρα αμαρτωλές, τρυφερές και εξοργιστικές. Ιστορίες που αφορούν την πόλη και τους ανθρώπους της. Ιστορίες βγαλμένες από την πιάτσα, που δεν πληρώνονται ούτε με διπλή, ούτε και με τριπλή ταρίφα. Μικρά διηγήματα δρόμου με αγοραία γλώσσα που μυρίζει Αθήνα.

Ο Γιάννης Λογαράς γεννήθηκε στην Αθήνα το ’61, πήγε σχολείο στην Κυψέλη και δεν σταμάτησε ποτέ να παίζει μπλουζ και πανκ. Ως ερασιτέχνης λαογράφος καταθέτει αυτή την σπουδαία μελέτη. Μια μελέτη για ένα κοινωνικό σύνολο χωρίς όνομα που λειτουργεί και ως ψυχολόγος ενός μεταφορικού μέσου που θεωρείται κοινόχρηστο αλλά το πίσω κάθισμα λειτουργεί ενίοτε και ως ντιβάνι ψυχοθεραπείας, όπου τα συνεχώς εναλλασσόμενα σκηνικά της πόλης λειτουργούν και ως ντεκόρ ζωής.

Πόσες φορές δεν καυλώσαμε με κάτι τέτοιος τύπους (καύλα πρωτίστως ως διανοητική λίμπιντο και έπειτα ως οργανικό φαινόμενο) που μπορεί να μην σκάμπαζαν από αρχαίους τραγικούς, είχαν όμως ζήσει την τραγικότητα. Μπορεί να μην είχαν ιδέα από ποίηση, αλλά την ποίηση των δρόμων την γνωρίζουν απ’ έξω και ανακατωτά. Και λειτουργούν και ως μεσσίες.

Ο κατάλληλος άνθρωπος την κατάλληλη στιγμή να μας μεταφέρει από τον έναν τόπο στον άλλον. Αλλά όπως γίνεται σχεδόν πάντα, αντί να πηγαίνεις μπρος, συνεχώς αναχωρείς. Έτσι και οι ταξιτζήδες. Αναχωρούν σαν δροσερό αεράκι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s