Κώστας Ρεούσης, 18 Φεβ 2018

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Νεκρώθηκα ανήμερα του Δίκαιου Αγίου Συμεών του Θεοδότου και Άννας της Προφήτιδας –έτος Σωτήριο: ιώτα (1) αέννε (9) νεννάε (9) το ζήτα (7). Το άδρωπο που είμαι: Αὐτάρ ἐπειδή πάντα φάος καί νύξ ὀνόμασται / καί τά κατά σφετέρας δυνάμεις ἐπί τοῖσί τε καί τοῖς, / πᾶν πλέον ἐστίν ὁμοῦ φάεος καί νυκτός ἀφάντου / ἴσων ἀμφοτέρων, ἐπεί οὐδετέρῳ μέτα μηδέν., (Παρμενίδης, Περί φύσεως, 9). Η μετατόπιση της χρείας γίνεται όταν το σώμα το πει: «Μουνογενές». Το σαπισμένο νερό μένεα πνείοντες, κι ακόντιο-άλμπουρο η πτήση-πλεύση-πορεία στο γράμμα «‘Ράλεφ», κάποιων Ελλήνων πεπαλαιωμένων Πελασγών,  πριν απ’ την Έξοδο Ισραηλίτες ἒστωσαν –Α (ῥ) λάσιοι. Η Είσοδος της Θεοτόκου: ού (ῥ) γιος ο άνεμος· όχι ούριος. Είναι η ηλικία του ποιητή –μια και η πράξη της αυτοχειρίας έχει εξοβελιστεί σε προσεχή δεκαετία– που εταστικά καθορίζει τ’ αγκίστρωμα στα πενήντα χρόνια. Οι ράχες των βιβλίων στις προθήκες ελαχιστοποιούνται. Σφίγγει ο κλοιός της ατέρμονης ανάγνωσης κι απαγγελίας στίχων, στροφών κι αποσπασμάτων. Καμιά παραμονή δεν εύχεται, απλώς αντικρίζει τη φθορά των επιθαλάμιων ύμνων. Άλυτος κι άπλυτος ο γρίφος νυχτώνει ξημερώνοντας τη σισύφεια επαναλαμβανόμενη διαδρομή του. Ημέρες δύο επιβαλλόμενης ηρεμίας έστρωσαν το βηματισμό καθώς το χαμομήλι, ο γλυκάνισος και οι πατάτες μπλουμ κάλμαραν το νευρόσπαστο. Συναντήσεις ευσπλαχνίας, ανθρωπιάς κι ανέχειας όρισαν το βασανισμό που εκτόξευε μες στην πραγματικότητα που εμφανίζει το αλκοόλ και το χασίς. Αμφιλεγόμενη, ανισόρροπη, ασταθής -μες στην αιώνια μετάπτωση- γραφή. Διατρέχοντας πολιτικές και άλλες ιδεολογίες ή έννοιες και πράξεις και λόγια και καραγκιοζιλίκια, μες στο καζάνι του ελληνισμού να καγχάζει και κοχλάζει τους χαρακτηρισμούς. Κι όλους μ’ ενδείξεις έκδηλες της εποχής,  φασίστες, ενίοτε, μας καπελώνουν: ένεκα και οι εκτροπές μιας συμπεριφοράς ρεούσης κοίτης ποταμού μες στο μισό χωριό της Λευκωσίας. Μου μυρίζει πως αρχίζει να παίζεται ξανά, στον μπερντέ της ιστορίας, ένας εμφύλιος σπαραγμός βλεμμάτων. Μια εντολή που γράφτηκε περί τα τέλη του 20ού αιώνα σημαίνει: Θέλει μελτέμι γερό, γεννημένο στήν Τήνο, πού νά ’ρθει μέ τήν εὐχή τῆς Παναγίας καί νά καθαρίσει τόν τόπο ἀπ’ ὃλων τῶν λογιῶ τῆς Τουρκιᾶς καί τῆς γηραιᾶς Εὐρώπης τ’ ἀπομεινάρια., (Οδυσσέας Ελύτης, Ιδιωτική Οδός, 60). Ιερείς, ποιητές και στρατιωτικοί εφάρμοσαν τ’ άρθρο εκείνο του αίματος όρκου, κι αστραπιαία έδρασαν υπέρ του είδους του ανθρώπινου και της ζωής … και της ζωής … και της ζωής, μ’ αντίτιμο θανα (ν) τερό. Την τρυφηλότητα χαλάσανε, την τήξη της κυοφορίας μπάσταρδης γενεάς ξεκοίλιασαν, τις δυσπλασίες ενός Καιάδα εγκρεμίσανε κι όσοι αρτιμελώς αιματοτσακισμένοι απ’ το Κακό εμείνανε, υψώσανε περήφανοι –και ζυγισμένοι σε παράταξη χαιρέτησαν– την κυανή και τη λευκή σημαία.


Λεζάντα φωτογραφίας

Ο ποιητής Κώστας Ρεούσης απαθανατισμένος από τον συγγραφέα Στέφανο Σταυρίδη, το απόγευμα της Κυριακής της Τυρινής, 18 Φεβρουαρίου 2018, στη συνοριακή Λευκωσία, Πύλη Πάφου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s