lrk

[αφορμή της ποιητικής συλλογής Μακάριοι οι σκύλοι του οινοπνεύματος του Γιάννη Ζελιαναίου, εκδόσεις Straw Dogs, 2015]

Ο λόγος για εκείνη την περιοχή του κέντρου που μ’ έκανε να έχω μια αίσθηση νεανικότητας, ανεμελιάς. Εκείνα τα χρόνια που άρχισα να οσμίζομαι τον κόσμο, να προσπαθώ ν’ απαντήσω το αναπάντητο ερώτημα: ποίος είμαι και τι με τραβάει. Τότε που έπιανα συζητήσεις με αδέσποτα -τα προτιμούσα από τους ανθρώπους- και ένιωθα πανευτυχής. Τότε που νόμιζα ότι στην Κυψέλη με περιτριγύριζε ένα νέφος εκκεντρικότητας. Στενά με νησιά του Αιγαίου για οδούς, σαν τουρνέ στο γαλάζιο της μελαγχολίας. Εκκεντρική μελαγχολία, κατάρα.

Περπατούσα στους δρόμους παρέα με ανύπαρκτους γκόμενους τύπου Φούντα με την φανέλα στα ναυπηγία, τύπου Δέσπως Διαμαντίδου, αλκοολική γριά πουτάνα που μπεκρουλιάζει στο κρεβάτι. Στο μυαλό μου η παρέα και στο δρόμο η πολιτιστική πολυμορφία της γκλάβας. Μ’ ένα πλακέ μπουκάλι κονιάκ ανά χείρας, με το γιούφι πρόχειρο και καμιά φορά κάνα μπαφάκι. Να καυλώνω εγκεφαλικά, διανοητικά και ως ένα βαθμό συναισθηματικά με το ξένο στοιχείο. Γκόμενες με εξεζητημένο μακιγιάζ από το πρωί και στραβοπατημένες γόβες. Γυναίκες με μαύρα παλτά και ψιλά τακούνια. Δεν ήξερα που πάνε, ούτε ακολούθησα ποτέ καμιά. Μόνο κάποιους νεαρούς άντρες με μουστάκι και χρυσό αλυσιδάκι στο λαιμό. Πάντα με αξύριστο στέρνο και πάντα μεθυσμένους, να τους έχω βασιλιάδες στο υπό κατάρρευση μυαλό μου.

Στην Κυψέλη Τροτσκιστής, αγκαλιά με το ξένο στοιχείο. Τότε που στο μυαλό μου η νύχτα ήταν ισάξια με την ημέρα. Αργότερα, μόνο η νύχτα. Τώρα μόνο η ημέρα. Τότε μπορούσα και τα συνδύαζα. Το φως της ημέρας στη νύχτα, η σπουδή της νύχτας στην ημέρα. Στο κωλόμπαρο της οδού Τροίας, στην ίδια οδό που έγραφε και η Γώγου. Στην κάποτε όνειρο Φωκίωνος. Στην Κυψέλη, εκεί που έμενε η Ευτυχία των καφενείων και τώρα είναι νεκρή. Στην Κυψέλη όπου κάθε μπακάλικο είχε και την δίκιλη μπύρα του και κάθε πολυκατοικία τον νταραβεριτζή της.

Μια πενταετία με εκλεκτές παρέες, πότε στην μουσταρδί νεκροφόρα, πότε με τα πόδια. Πάντα με τα πόδια. Με τα πόδια μέχρι την αλήθεια, που λέει και η Νικολακοπούλου με την Χριστακάκη. Στο σπίτι του Κώστα στην Οδό Τήνου, με τσίπουρα από την Καρδίτσα που δεν πίνονταν. Στην υπόγα του Μοχά, νταραβερτζή, πρεζάς με αναρίθμητες τσόντες και ένα σπίτι που μύριζε οινόπνευμα. Και στο κρεβάτι ένας κόπρος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s